Σταύρος Χριστοδούλου, «Έξι λεπτά ακόμα», εκδόσεις Καστανιώτη 2025.
Βιβλίο με βιβλίο, μυθιστόρημα με μυθιστόρημα, η γραφή του Σταύρου Χριστοδούλου γίνεται ολοένα πιο απλή, πιο λιτή, αλλά και πιο μεστή. Μιλούν, αυτοπροσδιοριζόμενοι, οι ήρωές του. Μιλούν διάφανα οι εικόνες, τα πράγματα και οι καταστάσεις που τους περιβάλλουν. Όλα διακρίνονται με ιδιαίτερη ευκρίνεια και άρτια νοηματική στόχευση.
Κάθε εποχή, κάθε ιστορική στιγμή, σηματοδοτείται με εμβληματικές φράσεις αξιοσημείωτου προσδιορισμού που αποτυπώνουν με ακρίβεια την ατμόσφαιρα: «Κι ύστερα ήρθε ο πόλεμος και η πάνδημη δυστυχία της Κατοχής. Οι λέξεις μαλάκωσαν, ρευστοποιήθηκαν, ώσπου έγιναν ένα κολλώδες υγρό που τους ένωσε: ο φόβος!». (σελ. 23)
Η συγγραφική επάρκεια του Στ. Χρ. δεν αποτυπώνεται μόνο στην πιστή και πειστική καταγραφή της κάθε ιστορικής εποχής. Αποτυπώνεται και στο επίπεδο των κοινωνικών, διαπροσωπικών, ακόμα και ενδοοικογενειακών σχέσεων. Η μπαγκέτα του συγγραφέα κινείται με μαεστρία αναμοχλεύοντας τον ψυχισμό των ηρώων του και πρωτίστως της κεντρικής του ηρωίδας: «Η Μαρία πολλές φορές είχε την αίσθηση πως μεγάλωνε σε ένα περιβάλλον με απόντες. Ο καθένας τους κλεινόταν στο δικό του καβούκι, σαν να τους βόλευε όλους εκείνη η σιωπή». (σελ. 26)
Το βιβλίο είναι την ίδια στιγμή διάσπαρτο από μικρές αποφθεγματικές φράσεις – διαμαντάκια, οι οποίες μπορεί να έλκουν την καταγωγή τους από μεγάλα κλασικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αλλά έχουν και το προσωπικό άγγιγμα του συγγραφέα: «Στην απλότητα βρίσκεται η ομορφιά και της ψυχής και των πραγμάτων». (σελ. 28)
Με την ίδια απλότητα και συνάμα καθαρότητα αποτυπώνεται και η αποτυχία της Μαρίας, της κεντρικής ηρωίδας του βιβλίου, να διαπρέψει στο καλλιτεχνικό στερέωμα της Ιταλίας και ειδικά στη Τσινετσιτά: «Χθες βράδυ, καθώς έπεφταν οι τίτλοι και δεν υπήρχε πουθενά το όνομά μου στην οθόνη, ένιωσα τόσο άδεια, τόσο απελπισμένη!». (σελ. 79)
Ο κεντρικός αφηγηματικός ιστός είναι διανθισμένος με πληθώρα στοιχείων από την ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου, ειδικά της νουάρ σχολής, της οποίας ο Στ. Χρ. είναι ένθερμος θιασώτης. Εξάλλου, αυτό το διαπιστώσαμε και σε προηγούμενα έργα του, αρχινώντας από το πρώτο μυθιστόρημά του, “Hotel National” του 2016. Ωστόσο, η πλέον λειτουργική αξιοποίηση της κινηματογραφικής γοητείας, επιτυγχάνεται σ’ αυτό το έργο, το τελευταίο.
Συνεχίζοντας την περιδιάβαση στο βιβλίο, παραθέτω ακόμη μια φράση – διαμαντάκι, που λέει πολλά με ελάχιστες λέξεις και εξοικονομεί πολυσέλιδες κι ίσως μακρόσυρτες επεξηγήσεις: «Ναι, δεν υπάρχει μεγαλύτερος ρόλος από αυτόν της ερωτευμένης γυναίκας». (σελ. 104)
Ό,τι ισχύει για την κινηματογραφική παιδεία του Στ. Χρ., ισχύει και για την θεατρική, κυρίως σε σχέση με το σύγχρονο θέατρο και όχι μόνο αυτό. Αξιοποιείται ποικιλότροπα, πολυεπίπεδα και πάντα με άρτια λειτουργικότητα. Π.χ. αυτό βλέπουμε να συμβαίνει με την αξιοποίηση της δραματουργίας του Ντάριο Φο, που …παίρνει κι ένα μικρό ρόλο στην όλη αφήγηση. Συνολικά πάντως, η γνωσιολογική υποδομή του συγγραφέα σε όλες τις μορφές της τέχνης, βρίσκει τη λειτουργική – και όχι πομπώδη – έκφρασή της, σε όλα τα βιβλία του. Πασιφανέστατα, και σε αυτό το τελευταίο στο οποίο αναφερόμαστε τώρα.
Ο συγγραφέας αποδίδει με καίρια λακωνικότητα στιγμές – τομές στην όλη εξέλιξη του κεντρικού μύθου. Με μια φράση ή μια πρόταση, φωτίζει εξωτερικές μα και εσωτερικές διεργασίες στον ψυχισμό των ηρώων του, αλλάζοντας το ρουν των γεγονότων διά μιας ή αλλάζοντας την οπτική γωνία θέασης επί των ίδιων των γεγονότων. Π.χ. η Μαρία, προς το τέλος του βιβλίου, μονολογεί: «Έπρεπε να πεθάνει η μάνα μου για να αναγνωρίσω πόσο βαθιά με πλήγωσε ο πατέρας». (σελ. 157)
Αν δεν κάνω λάθος, είναι η πρώτη φορά που ο συγγραφέας, ως αφηγητής, ενδύεται γυναικείο ρόλο. Πιστεύω ότι το εγχείρημα στέφθηκε με επιτυχία. Τα ματαιωμένα όνειρα, οι φιλοδοξίες και οι έρωτες μιας γυναίκας αποδόθηκαν σωστά μέσα από γυναικεία φίλτρα και γυναικεία ένστικτα. Η πρωταγωνίστρια – δυστυχώς γι’ αυτήν στο βιβλίο και όχι στο θέατρο ή τον κινηματογράφο – στέκεται μπροστά από το νεανικό της πορτρέτο στην Εθνική Πινακοθήκη και αναπτύσσει μιας μορφής ιδιότυπο διάλογο, από την ανάποδη, με «To πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέϊ» του Όσκαρ Γουάϊλντ. Γερνάει η ίδια κι όχι το είδωλό της, το χάσμα όμως παραμένει, γιγαντώνεται και θεριεύει και το προσωπικό της δράμα.
Πιστεύω ότι ο ύστατος θεατρικός μονόλογος της πρωταγωνίστριας είναι συγκλονιστικός και υψηλών αισθητικών προδιαγραφών: «Τι νόημα έχει μια θαμπή ζωή που επισκιάζεται από έναν ανάξιο θάνατο; H Μαρία ερμήνευσε την τελευταία της σκηνή μ’ όλους τους προβολείς στραμμένους πάνω της. Αυτό κράτησε μόνο». (σελ. 221)
Ολοκληρώνω με την ομολογία ότι με έθελξαν ιδιαίτερα οι δύο έρωτες που σημάδεψαν τη ζωή της Μαρίας. Είναι και οι δύο τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, αλλά και τόσο ενδιαφέροντες. Το μόνο που τους ενώνει είναι το πάθος κι ο ενθουσιασμός της πρωταγωνίστριας. Στην πρώτη περίπτωση, της νιότης, το ρόλο του μέντορα κατείχε ο κατά πολύ μεγαλύτερος Στέφανος.
Στη δεύτερη περίπτωση, της ώριμης πια ηλικίας, με τον νεαρό ηθοποιό Γεράσιμο, ο μέντορας ήταν η ίδια η Μαρία. Αμφότεροι οι έρωτες, όπως κάθε έρωτας άλλωστε, διακρίνονται κι από μια υπαρξιακή αγωνία, την οποία ο συγγραφέας αποδίδει άψογα. Χαίρομαι ιδιαίτερα που ο Στ. Χρ., σε κάθε καινούργιο του βιβλίο, δοκιμάζει να κολυμπήσει σε ολοένα και διαφορετικά νερά. Δεν αρέσκεται στις ίδιες και τις ίδιες παραλίες, στα ίδια και τα ίδια βάθη.