Σε λίγες βδομάδες φτάνουμε αισίως στο τέλος του εξαμήνου της «Προεδρίας», η αρχή της οποίας συνέπεσε με την εμφάνιση εκείνου του σκανδαλιάρικου βίντεο με τους υποτιθέμενους επενδυτές, ενώ στη συνέχεια μπήκαμε αχάπαροι στην πιο μαρτυριάρικη προεκλογική περίοδο, η οποία και εμπλουτίστηκε με περισπούδαστες συζητήσεις γύρω από την αξία των θεσμών, τόσο των πολύτιμων που εμφαίνουν την παρουσία της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όσο και την απαξία των άλλων που με την ανυποληψία τους καταθλίβουν τα σώψυχα της Δημοκρατίας μας.

Μια έντονη «θεσμολογία» που φέρνει στο νου και τις περιπέτειες της «Institutional Critique», της «Θεσμικής Κριτικής» που ευδοκίμησε στις αγγλόφωνες κυρίως δυτικές κοινωνίες και συνεχίζει να επηρεάζει με αυξομειούμενη ένταση τη λειτουργία πολλών πολιτιστικών θεσμών, σε αντιστοιχία πάντα με τις ανάγκες και τις θεωρητικές διαθέσεις του «Κόσμου της Τέχνης»- «Artworld», όπως τον είπε ο Αμερικανός τεχνοκριτικός Danto στο ομώνυμο βιβλίο του το 1964.

Η «Θεσμική Κριτική» εμφανίστηκε εκείνη την εποχή ως ένα είδος εννοιολογικής τέχνης, με σκοπό ν’ αποκαλύψει και ν’ αμφισβητήσει τις ιδεολογικές και οικονομικές δυνάμεις που καθορίζουν τη λειτουργία των μουσείων και των γκαλερί, νοουμένου ότι οι χώροι αυτοί δεν είναι ουδέτεροι, αφού πρόκειται για θεσμούς που παράγουν εξουσία, καθορίζουν τι είναι και τι δεν είναι Τέχνη. Πρόκειται δηλαδή για ιδρύματα που εξυπηρετούν ταξικά, εταιρικά και πολιτικά συμφέροντα.

Και «κρατικά», θα λέγαμε εμείς εδώ, λαμβάνοντας υπόψη την πληθώρα των πολιτιστικών εκδηλώσεων που πραγματοποιήθηκαν μέσα στο εξάμηνο της «Προεδρίας», τις πολλές συνοπτικές εκθέσεις Τέχνης που διεκπεραίωσε το Υφυπουργείο Πολιτισμού με τους συνεργάτες του, εντός και εκτός Κύπρου, σε σημαντικές ευρωπαϊκές μητροπόλεις, χωρίς να ξεχνούμε κι αυτήν που επέβλεψε προσωπικά η πρώτη Κυρία στις αίθουσες του Presidential Palace, εκείνο με τα παλαιοβρετανικά λιονταράκια στην πρόσοψη, προς τέρψιν των υψηλών προσκεκλημένων της κυπριακής «Προεδρίας».

Αξιόλογες ως επί το πλείστον εκθέσεις, που ωστόσο δεν θα μπορούσε να είχαν βλέψεις παρόμοιες μ’ εκείνες της «Θεσμικής Κριτικής» των ’60s. Εξάλλου αυτή καταξιώθηκε ιστορικά ως ένα είδος τέχνης που δεν προσδιοριζόταν από αισθητικά κριτήρια, δεν είχε μορφολογική συνέπεια κι ούτε ενδιαφερόταν ιδιαιτέρως για τη… λαογραφία. Σε αντίθεση με τις δικές μας εκθέσεις που αποσκοπούσαν πρωτίστως στην ανάδειξη των δεξιοτήτων και της καλλιέργειας του λαού μας, κι αυτό με την ηπιότητα της πολιτιστικής διπλωματίας παρά με την οξύτητα που θα επέφερε η άμεση θεματοποίηση της τουρκικής κατοχής ή της μεταποικιακής μας μοίρας.

Εντούτοις, μέσα στην ίδια περίοδο, είδαμε και κάποιες επιμελητικές προτάσεις που ήταν σαφώς μέσα στο πνεύμα αυτής της πρωτογενούς «Θεσμικής Κριτικής». Για παράδειγμα στην έκθεση «Rehearsals in Placemaking» στο Δημοτικό Κέντρο Τεχνών της Λεμεσού είχαν αφαιρεθεί οι λευκές επιφάνειες του εκθεσιακού χώρου, κάτι που έγινε σε αντιστοιχία με την αντίθεση των πρωταγωνιστών της «Θεσμικής Κριτικής» στην αισθητική των «Λευκών Κύβων», τα «White Cubes» των μουσείων και των γκαλερί, όπου υποτίθεται τα έργα εμπορευματοποιούνταν, απομονώνονταν από την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα.

Μέσα στο ίδιο «ακτιβιστικό» πνεύμα δημιουργήθηκε εκεί κι ένας χώρος ελεύθερης διαβούλευσης, ένα «Living Room», που σύμφωνα με την πρόθεση της Μαρίνας Χριστοδουλίδου, της νέας καλλιτεχνικής διευθύντριας του Κέντρου, θα παραμείνει ανοικτό και μετά το πέρας της έκθεσης, ως «σαλόνι» επικοινωνίας σε μια πόλη που βρίσκεται από καιρό στη δίνη ενός ανήλεου αστικού «εξευγενισμού», τουτέστιν «gentrification». Κι όλα αυτά όχι πολύ μακριά από το παραλιακό πεδίο συνάθροισης των κατεξοχήν εμπορικών γκαλερί, ντόπιων και ξένων, στην έκθεση «VIMA» που οργανώθηκε εκεί για δεύτερη χρονιά.

Εν τω μεταξύ, πίσω στην πρωτεύουσα, δεν αποκλείεται να δούμε να ξανασυζητιέται σε κάποιο… «σαλόνι» της Βουλής και το θρυλικό νομοσχέδιο για το «status», την «υπόληψη» δηλαδή του καλλιτέχνη, υπό την προεδρία κάποιου «αντισυστημικού» αυτή τη φορά κόμματος, μέσα στο πνεύμα του θεσμοποιημένου πια κοινοβουλευτικού σουρεαλισμού.

Ελεύθερα, 14.06.2026