Είναι χιλιοειπωμένο ότι ζούμε σε εποχή τεκτονικής αναδιάταξης των γεωπολιτικών δεδομένων, ιδιαίτερα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, αναδιάταξη που ορίζεται εσχάτως και από την ήττα των ΗΠΑ – Ισραήλ, στον πόλεμο που οι ίδιοι προκάλεσαν ενάντια στο Ιράν! Το ότι οι ΗΠΑ – Ισραήλ ηττήθηκαν (αφού δεν πέτυχαν κανένα από τους δεδηλωμένους στόχους τους), επιτείνει τις τεκτονικές αλλαγές που σηματοδότησαν οι ήττες των ΗΠΑ σε Ιράκ και Αφγανιστάν και παλαιότερα στο Βιετνάμ και αναδιαμορφώνει υπέρ άλλων παγκόσμιων δυνάμεων (Ρωσία αλλά πρωτίστως Κίνα) τους συσχετισμούς δυνάμεων.
Ανεξάρτητα από το αν το Ιρανικό θεοκρατικό καθεστώς δεν αρέσει, η αποτυχία των ΗΠΑ και του συμμαχικού τους σιωνιστικού καθεστώτος να καθυποτάξουν το Ιράν και να το διαμελίσουν όπως έκαναν στη Συρία, επιτείνουν την μετάβαση σ΄ένα πολύ-πολικό κόσμο μετά την εικοσιπενταετή μονοκρατορία των ΗΠΑ (1989 – 2015) και τις ολοένα πιο σπασμωδικές αντιδράσεις του πρώην «αυτοκράτορα»!
Σκοπός εδώ δεν είναι ν΄ αναλύσουμε την μετάβαση αυτή, αλλά να κατανοήσουμε καλύτερα τη θέση που έχουν η Ελλάδα και η Κύπρος στο ιστορικό αυτό πλαίσιο.
Η στρατηγική ασφάλειας και των δύο κρατών (Ελλάδα, ΚΔ) στηρίζεται στην δημιουργία πλέγματος συμμαχιών με παραχώρηση διευκολύνσεων (βάσεις) που να διασφαλίζουν την ασφάλεια τους (ΝΑΤΟ, Ισραήλ, ΗΠΑ, Γαλλία) καθώς και τριγωνικών ενεργειακών σχημάτων. Η επιδίωξη αυτή δεν είναι λάθος αφ εαυτής, εφόσον τηρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις της πρόταξης των εθνικών έναντι των όποιων «συμμαχικών» συμφερόντων, και η διατήρηση του αναγκαίου βαθμού πολιτικής αυτονομίας που να επιτρέπει τη διαφοροποίηση εάν και όταν χρειαστεί – η ύπαρξη δηλαδή πολιτικής βούλησης για δημιουργία και εκμετάλλευση του όποιου περιθωρίου κινήσεων υπάρχει (στρατηγική των ορίων).
Αντ΄ αυτού τα δύο κράτη έχουν σχεδόν ολοκληρωτικά εναποθέσει τις ελπίδες τους για αποτροπή στον ξένο παράγοντα, παίζοντας πρόθυμα τον ρόλο του «καλού παιδιού» υπάκουου στην ανάγκη εξυπηρέτησης «συμμαχικών» συμφερόντων και στην απόλυτη ταύτιση των πολιτικών τους (βλέπε «σωστή πλευρά της Ιστορίας») με αυτά των επικυρίαρχων συμμάχων.
Η μεν Ελλάδα ελπίζει ότι ο «αυτοκράτορας» (ΗΠΑ) θα αποθαρρύνει την Τουρκική βουλιμία, πράγμα καθόλου σίγουρο όπως αποδείχθηκε το 1974, αφού στη γεωπολιτική ζυγαριά, το ειδικό βάρος της Τουρκίας είναι μεγαλύτερο από αυτό της Ελλάδας και της Κύπρου.
Η ΚΔ από την άλλη ελπίζει ότι ο γείτονας «σκαντζόχοιρος» (Ισραήλ και μέσω αυτού οι ΗΠΑ) αποτελεί ανάχωμα στον τουρκικό επεκτατισμό. Παρά την όλο και περισσότερο εμφανή διπλωματική απομόνωση του Ισραήλ λόγω της γενοκτονίας στη Γάζα, δεν είναι λίγοι εκείνοι που οπτασιάζονται ότι μετά το Ιράν, το Ισραήλ θα εμπλακεί σε πόλεμο με την Τουρκία και η ΚΔ και η Ελλάδα θα βγουν ωφελημένες… η κολοσσιαία προϋπόθεση για κάτι τέτοιο φυσικά είναι το Ισραήλ με τις ΗΠΑ να καθυποτάξουν το Ιράν, πλην όμως έχουν και οι δύο σπάσει τα μούτρα τους στα στενά του Ορμούζ οπόταν η φαντασίωση της «διάλυσης» της Τουρκίας από το Ισραήλ μάλλον αναβάλλεται επ αόριστο.
Αν κάτι πρέπει να παραδειγματίσει και τα δύο κράτη, είναι το πόσο λανθασμένη αποδείχτηκε η ολοκληρωτική υποταγή των μοναρχιών του Περσικού Κόλπου στα αμερικανικά συμφέροντα, που με την παραχώρηση πληθώρας αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στην περιοχή, την επένδυση δισεκατομμυρίων πετροδολάριων στην αμερικανική οικονομία, την κανονικοποίηση των σχέσεων με το Ισραήλ (συμφωνίες του Αβραάμ) επιχείρησαν να εξαγοράσουν την αμερικανική ασφάλεια τους έναντι του Ιράν. Το μόνο που κατάφεραν είναι να γίνουν τα ίδια αυτά κράτη στόχοι των Ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων, που εκτός από τις στρατιωτικές βάσεις είδαν να καταστρέφονται και πολιτικές υποδομές (κυρίως διυλιστήρια). Παρόλη λοιπόν την ολοκληρωτική ευθυγράμμιση των μοναρχιών του Κόλπου, η αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας αποδείχτηκε «σουρωτήρι» μπροστά σ΄ένα Ιράν αποφασισμένο να παλέψει ενάντια στην αμερικανική υπερδύναμη και τον περιφερειακό ισραηλινό γενοκτονικό «σκαντζόχοιρο».
Η καταστροφή είναι τεράστια για κράτη όπως τα Εμιράτα (κυρίως το Ντουμπάϊ) που προπολεμικά έφτασαν στο επίπεδο Ύβρεως (δημιουργία ενός “Brand” με βάση την επίδειξη πλούτου και αλαζονείας) με την φυγή κεφαλαίων και Δυτικών εργαζομένων να είναι πλέον γεγονός.
Αν λοιπόν κάτι μας διδάσκει ο πρόσφατος πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ ενάντια στο Ιράν, είναι ότι κανένας «προστάτης» όσο στρατιωτικά πανίσχυρος και αν είναι, δεν θα μπορέσει να μας προστατέψει αν δεν δείξουμε εμείς οι ίδιοι ότι στην γεωπολιτική ζυγαριά παραχωρούμε μεν στρατιωτικές διευκολύνσεις στους ισχυρούς, και δημιουργούμε ενεργειακές συνεργασίες αλλά πάνω απ΄ όλα μετρούμε το δικό μας εθνικό συμφέρον. Κανένας δεν παίρνει στα σοβαρά ένα τρομαλέο και απόλυτα πειθήνιο και δεδομένο κρατικό υποκείμενο, που μάλιστα δείχνει, στην περίπτωση της Ελλάδας, ότι θα μπορούσε να συζητήσει την εκχώρηση κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων στην Τουρκία. Οι «λαγοί» των ελληνικών ελίτ είναι προς τούτο αρκούντως αποκαλυπτικοί, προτάσσοντας ένα είδος συμβιβασμού («Πρέσπες του Αιγαίου») για να κορεστεί η τουρκική βουλιμία (που δεν θα κορεστεί, ίσα-ίσα θ’ ανοίξει περισσότερο η όρεξη της).
Δεν χρειάζεται ούτε συμμαχίες και περιφερειακά σχήματα να χαλάσουμε (Γαλλία, ΗΠΑ, Ισραήλ), ούτε έξοδο από πολιτικούς θεσμούς (ΕΕ) να κάνουμε. Οι ευρωλάγνοι που ενθουσιάζονται με την ενεργοποίηση του άρθρου 42.7 της ΕΕ (συλλογική αλληλεγγύη έναντι απειλής) θα πρέπει να απαντήσουν στο ερώτημα αν θα έσπευδαν στην Κύπρο, ολλανδικές, ιταλικές, ισπανικές φρεγάτες αν το ντροουν που χτύπησε τους Εγγλέζους στο Ακρωτήρι είχε εκτοξευθεί από την Τουρκία και όχι από τη Χεζμπολλά! Καλό και χρήσιμο το 42.7 χρειάζεται όμως και μια πιο ισορροπημένη θεώρηση των παγκόσμιων και περιφερειακών δυναμικών στο πλαίσιο της εξυπηρέτησης πρωτίστως των Ελλαδο-Κυπριακών συμφερόντων, και όχι η μονολιθική έως φανατική στοίχιση τού στυλ της Μητσοτακικής ρητορικής «βρισκόμαστε σε πόλεμο με τη Ρωσία»!. Εν ολίγοις, όπως και ο σοφός λαός διακηρύττει, δεν χρειάζεται να βάλουμε όλα τ΄ αυγά μας στο ίδιο καλάθι! Με άλλα λόγια, χρειάζεται προληπτική πολιτική διασποράς κινδύνου!
- Η διάνοιξη εκ νέου διαύλων επικοινωνίας και συνεννόησης με τη Ρωσία, χωρίς κατ΄ ανάγκη να διαρρηγνύουμε τις σχέσεις μας με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Η ΚΔ οφείλει εν μέρει τη διάσωση της κρατικής της υπόστασης στη στήριξη της τότε ΕΣΣΔ και μετέπειτα της Ρωσίας. Αυτό φυσικά έγινε όχι για λόγους ιδεολογικής ανιδιοτέλειας, αλλά επειδή μέσω της υπεράσπισης της ΚΔ, εξυπηρετούνταν και τα σοβιετικά-ρωσικά συμφέροντα. Η συζήτηση για δήθεν ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ πέραν του ανέφικτου λόγω τουρκικού βέτο, διατρανώνει (υποτίθεται) τη βούληση της ΚΔ και την αξιοπιστία μας στη Δυτική Συμμαχία, ξεχνώντας ότι η διχοτόμηση της Κύπρου εκπορεύθηκε από τη δεκαετία του 1950 στα πλαίσια του ΝΑΤΟ! Το μόνο που καταφέρνουμε όμως έτσι είναι να «τσιτώνουμε» ακόμα περισσότερο τη Ρωσία που δεν έχει λόγο να μην προσεταιριστεί την έξυπνα ελισσόμενη Τουρκία. Πέραν αυτών το ΝΑΤΟ στον αστερισμό του Τράμπ 2.0 βρίσκεται σε υπαρξιακή κρίση πανικού τη στιγμή που αναβιώνει ο γερμανικός μιλιταρισμός μέσω κολοσσιαίου επανεξοπλιστικού προγράμματος!
- Η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ. στην ηπειρωτική Ελλάδα και στην Κρήτη σε πρώτη φάση, αγνοώντας τη μπλόφα του ούτως ή άλλως παράνομου τουρκικού casus belli, θα αποτελέσει ένα αρκούντως σαφές μήνυμα ότι η Ελλάδα δεν αστειεύεται στην άσκηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Η πίεση θα μεταφερθεί τότε στη Τουρκία για να μην ρίξει κι άλλο λάδι στη φωτιά με την ψήφιση της εσωτερικής εθνικής νομοθεσίας για κατοχύρωση της «γαλάζιας πατρίδας», η οποία εάν παρ’ ελπίδα υπερψηφισθεί, θα προκαλέσει την αυτόματη επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ. και στην υπόλοιπη ελληνική επικράτεια. Ταυτόχρονα, η οριοθέτηση ΑΟΖ Ελλάδας – ΚΔ κατατάσσεται στο ίδιο πλαίσιο κατοχύρωσης των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
- Η αναβίωση του Δόγματος του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου (ΔΕΑΧ) σαν απάντηση στον τουρκικό επεκτατισμό από τον Έβρο μέχρι την Κύπρο, απαντά με πρακτικό τρόπο στην ενιαία επιθετική διάταξη της τουρκικής βουλιμίας που αντιμετωπίζει τον ελληνισμό σαν ενιαίο μέτωπο. Σ΄ αυτό το πλαίσιο, η μόνιμη και όχι περιστασιακή αεροναυτική ελληνική παρουσία στην Κύπρο μέχρις ότου αποχωρήσουν τα κατοχικά στρατεύματα, θα υπογραμμίσει την αποφασιστικότητα αντιμετώπισης της Τουρκίας επι του πεδίου.
- Στην πρόταξη της κατευναστικής λογικής των «ήρεμων νερών» έναντι παντός κόστους, θα πρέπει ν΄ αντιταχθεί η λογική της προετοιμασίας για θύελλες όταν διακυβεύονται εθνικά συμφέροντα. Όπως αποδείχτηκε το 1974, η ελληνική στρατιωτική εμπλοκή δεν είναι μόνο θέμα στρατιωτικών μέσων αφού τότε η Ελλάδα είχε και αεροπορικό και ναυτικό ποιοτικό πλεονέκτημα με τα ανυπέρβλητα τότε «φάντομ» και τα νεότευκτα τότε γερμανικά υποβρύχια αντίστοιχα. Το κύριο θέμα ήταν και είναι η πολιτική βούληση να εμπλακεί η Ελλάδα σε ελληνοτουρκικό πόλεμο για την προάσπιση του ελληνισμού ή αντίθετα να ακολουθήσει την συμμαχική επιταγή για «μη πόλεμο» μεταξύ νατοϊκών συμμάχων που επιλέχθηκε τελικά τόσο από τη Χούντα όσο και από τη Μεταπολίτευση του «η Κύπρος κείται μακράν». Η εγκατάλειψη της Κύπρου το 1974 έχει δημιουργήσει ένα βαθύ τραύμα στους ελληνοκύπριους που για να επουλωθεί χρειάζονται απτά έργα και όχι μεγαλόστομες πλην κούφιες διακηρύξεις, ιδιαίτερα όταν όλα δείχνουν ότι δεν έχουν ουσιαστικά αλλάξει πολλά πράγματα από το 1974 σχετικά με την πρόταξη των συμμαχικών έναντι των εθνικών συμφερόντων.
- Θα πρέπει τέλος, ν΄ ανοίξει επιτέλους το κεφάλαιο του καθεστώτος των «κυρίαρχων» εγγλέζικων στρατιωτικών βάσεων, όπως εξάλλου ο ίδιος ο πρόεδρος Χριστοδουλίδης εξήγγειλε μετά τη στοχοποίηση των εγγλέζικων βάσεων από ντροουν της Χεζμπολλά. Η Κύπρος έχυσε αίμα για ν΄ απαλλαγεί από την αγγλική αποικιοκρατία, και η ύπαρξη αποικιακών καταλοίπων δεν νοείται για ένα ανεξάρτητο – κυρίαρχο κράτος!
Για να κλείσουμε με ένα συμπέρασμα του Παναγιώτη Κονδύλη:
«Οι σύμμαχοι αξίζουν για σένα , όσο αξίζεις εσύ γι΄ αυτούς. Καμμιά συμμαχία και καμμιά προστασία δεν κατασφαλίζει όποιον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης. Τα «δίκαια» της Ελλάδας δεν εντυπωσιάζουν κανένα, όσο πίσω τους βρίσκεται ένας παρίας με διαρκώς απλωμένο χέρι, κάποιος που ζει από δάνεια, επιδοτήσεις, και προγράμματα στήριξης»