Έπειτα από πολυετή δικαστική διαμάχη, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έβαλε οριστικό τέλος στη διεκδίκηση πρώην μέλους της Αστυνομίας αποζημίωσης δεκάδων χιλιάδων ευρώ για υπερωρίες που, όπως υποστήριζε, εκτελούσε ως μέλος της συνοδείας αρχηγού πολιτικού κόμματος, κρίνοντας ότι δικαιούται μόνο το κατ’ αποκοπή επίδομα που προβλέπει η νομοθεσία. Η υπερωριακή εργασία που παρείχε αφορούσε την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2000 έως τις 30 Ιουνίου 2001, όταν υπηρετούσε στην Ειδική Υπηρεσία Προστασίας Προσωπικοτήτων (Ε.Υ.Π.Π.).

Με ομόφωνη απόφαση, το Δικαστήριο επικύρωσε την κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου ότι ο εφεσείων δεν δικαιούται καταβολή αποζημίωσης με βάση τις πραγματικές ώρες υπερωριακής εργασίας που επικαλείται, αλλά μόνο το κατ’ αποκοπή επίδομα που προβλέπεται από τους σχετικούς κανονισμούς για μέλη της Αστυνομίας, τα οποία εκτελούν σταθερά υπερωριακά καθήκοντα.

Η υπόθεση είχε μακρά δικαστική διαδρομή. Το αρχικό αίτημα του αστυνομικού προς τον Αρχηγό Αστυνομίας είχε απορριφθεί, με την αιτιολογία ότι δεν είχαν τηρηθεί οι προβλεπόμενες διαδικασίες για την υποβολή δελτίων υπερωριών. Το Διοικητικό Δικαστήριο είχε ακυρώσει δύο φορές τις σχετικές αποφάσεις λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας και ελλιπούς έρευνας, με αποτέλεσμα να ακολουθήσουν επανεξετάσεις της υπόθεσης.

Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ο Γενικός Ελεγκτής διατύπωσε τη θέση ότι, σύμφωνα με τον Κανονισμό 17(3)(β) της Κ.Δ.Π. 51/89, τα μέλη της Ε.Υ.Π.Π. που εκτελούσαν σταθερά υπερωρίες δεν δικαιούνταν πληρωμή ανά ώρα, αλλά κατ’ αποκοπή επίδομα. Την ίδια θέση υιοθέτησε και ο Γενικός Εισαγγελέας.

Κατόπιν νέας επανεξέτασης, η Αστυνομία αποφάσισε να καταβάλει στον εφεσείοντα ποσό €2.152,80, το οποίο αντιστοιχούσε στο κατ’ αποκοπή επίδομα υπερωριών για την επίδικη περίοδο. Ο ίδιος αποδέχθηκε το ποσό με επιφύλαξη και συνέχισε τη δικαστική διεκδίκηση μεγαλύτερης αποζημίωσης, υποστηρίζοντας ότι εργαζόταν συστηματικά πέραν του κανονικού ωραρίου και ότι δικαιούταν πολύ υψηλότερο ποσό.

Με την έφεσή του προέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι παραβιάστηκε το δεδικασμένο των προηγούμενων ακυρωτικών αποφάσεων, καθώς και οι αρχές της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης. Επικαλέστηκε επίσης έκθεση του Λογιστηρίου της Αστυνομίας, η οποία, όπως υποστήριξε, υπολόγιζε την αξία των υπερωριών του σε περίπου €53.000, ενώ κατά την ακρόαση της έφεσης περιόρισε την απαίτησή του σε περίπου 9.000 κυπριακές λίρες.

Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε τους περισσότερους λόγους έφεσης ως απαράδεκτους, κρίνοντας ότι δεν είχαν προβληθεί με την απαιτούμενη σαφήνεια στην αρχική προσφυγή, όπως επιβάλλουν οι δικονομικοί κανόνες.

Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό περί παραβίασης του δεδικασμένου, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι προηγούμενες ακυρωτικές αποφάσεις δεν είχαν αναγνωρίσει στον εφεσείοντα δικαίωμα λήψης του ποσού που διεκδικούσε, αλλά είχαν περιοριστεί στη διαπίστωση ότι οι απορριπτικές αποφάσεις της διοίκησης δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένες.

Παράλληλα, συμφώνησε με την πρωτόδικη κρίση ότι η περίπτωση του εφεσείοντα εμπίπτει στον Κανονισμό 17(3)(β), ο οποίος προβλέπει την καταβολή κατ’ αποκοπή επιδόματος σε μέλη της Αστυνομίας που εκτελούν σταθερά υπερωριακά καθήκοντα και όχι αποζημίωση με βάση τις ώρες εργασίας. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι οι αρχές της χρηστής διοίκησης δεν μπορούν να υπερισχύσουν της υποχρέωσης της διοίκησης να εφαρμόζει τη νομοθεσία.

Ως εκ τούτου, η έφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της, ενώ το Δικαστήριο επιδίκασε δικαστικά έξοδα ύψους €3.500 υπέρ της Κυπριακής Δημοκρατίας και σε βάρος του εφεσείοντα.