Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Η καλύτερη στήριξη των εργαζομένων που πέρα από την εργασία τους έχουν επιπρόσθετα και άτυπες ευθύνες φροντίδας, ήταν στο επίκεντρο συζήτησης που το ΚΕΒΕ (Κυπριακό Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο) διοργάνωσε στις 29 Σεπτεμβρίου 2026 στα κεντρικά του γραφεία στη Λευκωσία, με κοινή διαπίστωση όλων των παρευρισκόμενων από τον ιδιωτικό και τον κρατικό τομέα, ότι το άτυπο βάρος φροντίδας, το σηκώνουν δυσανάλογα οι γυναίκες. Όπως μας ανέφερε χαρακτηριστικά η συμμετέχουσα στη συζήτηση  Σοφία Γιωργάλλα γενική διευθύντρια της μη κερδοσκοπικής εταιρίας G. S. Europractices Ltd και πρόεδρος του σωματείου «Γυναίκες Χωρίς Σύνορα», «η άτυπη φροντίδα είναι μια καθημερινή θυσία που κλέβει από τις γυναίκες τον χρόνο, τα όνειρα και την οικονομική τους ανεξαρτησία».

Κύριος ομιλητής στην εκδήλωση ήταν ο ανώτερος λειτουργός στην Υπηρεσία Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας του υφυπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας  Φάνος Κουρουφέξης, που παρουσίασε το Σχέδιο Επιδότησης Φροντίδας (ΣΕΦ), το οποίο προνοεί την κρατική επιδότηση της διαμονής και 24ωρης φροντίδας σε εγκεκριμένες στέγες, για ηλικιωμένους και άτομα με αναπηρίες, με χαμηλά εισοδήματα. Η συζήτηση διοργανώθηκε στο πλαίσιο του συγχρηματοδοτούμενου από την Ευρωπαϊκή Ένωση έργου CareDivide, που έχει στόχο την αντιμετώπιση του χάσματος μεταξύ των φύλων στην άτυπη μακροχρόνια φροντίδα, όπως ανέφερε ο λειτουργός του Τμήματος Ευρωπαϊκών Υποθέσεων και Προγραμμάτων του  ΚΕΒΕ  Άρι Χαπεσιάν. Παρουσιάζοντας  το έργο, επεσήμανε ότι αυτό «επικεντρώνεται στην ανισορροπία των ευθύνων φροντίδας, ιδιαίτερα στον τρόπο με τον οποίο επηρεάζει τις γυναίκες». Η πρόσκληση του ΚΕΒΕ στην εκδήλωση, απευθυνόταν σε εργοδότες, επαγγελματίες, στελέχη ανθρώπινου δυναμικού (HR) και άλλους ενδιαφερόμενους που δραστηριοποιούνται στους τομείς της απασχόλησης, της ισότητας και της φροντίδας.

Το κρατικό Σχέδιο Επιδότησης Φροντίδας

Επιδίωξη του κρατικού Σχεδίου Επιδότησης Φροντίδας, είναι να βοηθήσει ώστε «κανένας ηλικιωμένος με ανάγκη φροντίδας, να μην μένει εκτός δομής επειδή δεν έχει την οικονομική δυνατότητα και καμία οικογένεια να μην καταρρέει για να το αποτρέψει», ανέφερε στην παρουσίαση του ο ανώτερος λειτουργός της Υπηρεσίας Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας Φάνος Κουρουφέξης. Είπε ότι «το Σχέδιο απευθύνεται στους δικαιούχους λήπτες Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος (ΕΕΕ) με ανάγκη 24ωρης φροντίδας, στους δικαιούχους επιδόματος χαμηλοσυνταξιούχου και στους συνταξιούχους με εισοδήματα κάτω από το όριο φτώχειας. Κοινή προϋπόθεση, οι καταθέσεις νοικοκυριού έως 10.000 ευρώ. Μέσα  στο 2026 – είπε – θα γίνει επέκταση με ρητή ένταξη προσώπων που πληρούν την περί ΕΕΕ νομοθεσία πλην των εισοδηματικών ορίων, όταν το εισόδημα δεν επαρκεί για την ανάγκη φροντίδας  και συνέχιση του επιδόματος προσωπικής άνεσης 52 ευρώ μηνιαίως, μέσω του ΣΕΦ».

Ο κ. Κουρουφέξης εξήγησε ότι «η μέγιστη μηνιαία επιδότηση ανά δικαιούχο είναι 1.300 ευρώ και υπολογίζεται με βάση το κόστος διαμονής και φροντίδας στη στέγη, μείον εισόδημα νοικοκυριού (συντάξεις, επιδόματα), αφού προστατευθούν οι ανάγκες των λοιπών μελών: Μηνιαία επιδότηση έως 1.300 ευρώ και επιπλέον 52 ευρώ μηνιαίως για προσωπική άνεση του δικαιούχου. Η επιδότηση καταβάλλεται στη στέγη, ο δικαιούχος δεν προπληρώνει. Παράδειγμα: η κυρία Μαρία, χαμηλοσυνταξιούχος, χρειάζεται θέση σε στέγη με κόστος 1.200 ευρώ τον μήνα. Η σύνταξη και το επίδομα της, δεν επαρκούν. Το ΣΕΦ καλύπτει τη διαφορά μεταξύ του εισοδήματός της και του κόστους, ώστε η θέση να είναι προσιτή, χωρίς η οικογένειά της να αναλάβει το βάρος. Το Σχέδιο έχει διαθεσιμότητα σε ένα παγκύπριο δίκτυο περισσότερων από 80 συμβεβλημένων στεγών, με διεύρυνση δικαιούχων το 2026».
Σύμφωνα με τον Φάνο Κουρουφέξη, η εφαρμογή του ΣΕΦ «σημαίνει αποφόρτιση των οικογενειών, αφού η 24ωρη φροντίδα μεταφέρεται σε επαγγελματική δομή, όταν η κατ’ οίκον στήριξη δεν επαρκεί πλέον». Σε ό,τι αφορά τη διάσταση του φύλου, ανέφερε ότι  «το άτυπο βάρος φροντίδας, το σηκώνουν δυσανάλογα οι γυναίκες και η επιδότηση το αναγνωρίζει και το ελαφρύνει». Πρόσθεσε και τα ακόλουθα οφέλη του ΣΕΦ: «Μέλη της οικογένειας παραμένουν ή επανεντάσσονται στην αγορά εργασίας, με όφελος σε εισόδημα και ασφαλιστικά δικαιώματα, ενώ ο ρόλος της οικογένειας επιστρέφει στη σχέση και τη συναισθηματική στήριξη, όχι στην εξουθένωση. Η συμφιλίωση οικογενειακού και επαγγελματικού βίου των φροντιστών, είναι διακηρυγμένο όφελος του Σχεδίου από τον σχεδιασμό του και όχι εκ των υστέρων ανάγνωση, ενώ συνδέεται ευθέως με το αντικείμενο του CareDivide».

 Ο κ. Κουρουφέξης κατέληξε αναφέροντας ότι επόμενα βήματα του ΣΕΦ είναι «μια δέσμη βελτιώσεων 2026, η ψηφιοποίηση διαδικασιών με ηλεκτρονική διαχείριση αιτήσεων και πληρωμών και ο ευρύτερος σχεδιασμός μακροχρόνιας φροντίδας, με επεξεργασία νέου σχεδίου για την κατ’ οίκον φροντίδα, ώστε η ιδρυματική φροντίδα να είναι επιλογή και όχι μονόδρομος».

Ισορροπία επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής

Όπως ανέφερε ο  λειτουργός του ΚΕΒΕ  Άρι Χαπεσιάν, το CareDivide στο οποίο συμμετέχουν ως εταίροι η Κύπρος (μέσω του ΚΕΒΕ), Ελλάδα, Ιταλία, Ρουμανία και Ισπανία, «επιδιώκει να δώσει τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να υποστηρίξουν τους εργαζόμενους με ευθύνες φροντίδας και να βελτιώσει τη συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό». Πρόσθεσε ότι «στόχος του έργου είναι να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ των φύλων στην άτυπη φροντίδα, να δημιουργήσουμε ένα πιο περιεκτικό και υποστηρικτικό περιβάλλον εργασίας για τους εργαζόμενους και να προωθηθούν πολιτικές για την ισότητα των φύλων στον χώρο εργασίας. Επιδιώκεται επίσης ευθυγράμμιση με την οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής (2019) για τη βελτίωση των ευέλικτων ρυθμίσεων εργασίας και της άδειας φροντίδας». Ο κ. Χαπεσιάν τόνισε ότι το έργο παροτρύνει τις επιχειρήσεις και τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να υιοθετήσουν ευέλικτες ρυθμίσεις εργασίας και να υποστηρίξουν πρωτοβουλίες που σέβονται τα δικαιώματα των φροντιστών και την ισότητα των φύλων στην παροχή φροντίδας».

Ο Άρι Χαπεσιάν παρουσιάζει το έργο CareDivide

Το κρυφό οικονομικό κόστος

«Η ανεπαρκής επένδυση στη φροντίδα, δημιουργεί κόστος σε όλη την κοινωνία» επεσήμανε ο Άρι Χαπεσιάν και πρόσθεσε: «Αυτό το κόστος είναι για τους φροντιστές απώλεια εργασιακών ευκαιριών, χαμηλότερα εισοδήματα και επιπτώσεις στην υγεία. Για τους εργοδότες είναι απώλεια έμπειρου προσωπικού, αυξημένα κόστη αντικατάστασης, μειωμένη διατήρηση εργαζομένων. Για το κράτος είναι λιγότερα φορολογικά έσοδα και μεγαλύτερη ανάγκη κοινωνικής στήριξης. Η επιλογή – πρόσθεσε – δεν είναι επένδυση ή κόστος, αλλά επένδυση στη φροντίδα ή συνέχιση του κρυφού κόστους. Η ενίσχυση της μακροχρόνιας φροντίδας, μπορεί να διατηρήσει τη συμμετοχή των εργαζομένων στην αγορά εργασίας και να προστατεύσει εισόδημα και συντάξεις. Το όφελος για τους εργοδότες είναι ότι μπορεί να μειώσει αποχωρήσεις προσωπικού και να ενισχύσει τη διατήρηση ταλέντου, ενώ το όφελος για την κοινωνία είναι ότι μπορεί να αυξήσει φορολογικά έσοδα και εισφορές και να μειώσει μελλοντικές κοινωνικές δαπάνες. Η πολιτική φροντίδας είναι ταυτόχρονα πολιτική ισότητας, απασχόλησης και οικονομικής ανάπτυξης».

Η φροντίστρια να υπάρχει και…για τον εαυτό της

«Παρόλο που τα πράγματα έχουν αλλάξει και οι άντρες συμμετέχουν περισσότερο στη φροντίδα σε σχέση με το παρελθόν, θεωρώ ότι το μεγαλύτερο βάρος εξακολουθεί να πέφτει στις γυναίκες» δήλωσε στην εφημερίδα μας η  Νατάσα Ιακωβίδου ανώτερη διευθύντρια Ανθρώπινου Δυναμικού και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Κυπριακού Συνδέσμου Ανθρώπινου Δυναμικού που επίσης συμμετείχε στη συζήτηση στο ΚΕΒΕ.

 Συνέχισε επισημαίνοντας μεταξύ άλλων τα εξής: «Για μια γυναίκα, αυτό μπορεί να σημαίνει μια ιδιαίτερα απαιτητική καθημερινότητα. Εργασία, οικογένεια, σπίτι και προσωπικές υποχρεώσεις συνυπάρχουν με την ευθύνη της φροντίδας ενός άλλου ανθρώπου. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μεγαλύτερη πίεση, άγχος και συνεχής προσπάθεια να ανταποκριθείς ταυτόχρονα σε πολλούς διαφορετικούς ρόλους. Προσωπικά πιστεύω ότι μια γυναίκα που θέλει να προχωρήσει επαγγελματικά, θα βρει τον τρόπο να το κάνει, όμως η ευθύνη της φροντίδας μπορεί να κάνει την πορεία της πολύ πιο δύσκολη και πολύ πιο κουραστική. Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι δίκαιο. Από την πλευρά του εργοδότη, ένα πολύ σημαντικό εργαλείο είναι η ευελιξία, εφόσον σήμερα υπάρχει η δυνατότητα για τηλεργασία, υβριδικά μοντέλα εργασίας και ευέλικτο ωράριο, που μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά έναν εργαζόμενο που είναι άτυπος φροντιστής.

Όσον αφορά τη νομοθεσία και τις πολιτικές που υπάρχουν σήμερα, έχουν γίνει κινήσεις προς τη σωστή κατεύθυνση, παρόλο που υπάρχει περιθώριο για περαιτέρω βελτίωση και εξέλιξη. Για παράδειγμα, η νομοθεσία προβλέπει συγκεκριμένα δικαιώματα για τους εργαζόμενους φροντιστές, όπως άδεια φροντίδας και απουσία για λόγους ανωτέρας βίας. Θεωρώ ότι θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο περισσότερων ημερών και, όπου είναι εφικτό, άδειας με αποδοχές, ώστε η φροντίδα ενός ανθρώπου που βρίσκεται σε ανάγκη, να μην οδηγεί ταυτόχρονα τον εργαζόμενο σε οικονομική επιβάρυνση. Για μένα όμως το θέμα δεν είναι μόνο τι μπορεί να κάνει η Πολιτεία ή ο εργοδότης. Αφορά την κοινωνία, την οικογένεια και τον τρόπο που μοιραζόμαστε την ευθύνη της φροντίδας. Σε έναν άνθρωπο που αυτή τη στιγμή εργάζεται, έχει οικογενειακές υποχρεώσεις και ταυτόχρονα έχει γίνει άτυπος φροντιστής κάποιου δικού του, θα του έλεγα πρώτα να αναρωτηθεί «Τι χρειάζομαι πραγματικά; Τι θα με βοηθούσε;». Η στήριξη μπορεί να έρθει από την Πολιτεία, τον εργοδότη, την οικογένεια, από φίλους ή από το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Το σημαντικό είναι να μη θεωρήσει ότι πρέπει να τα κάνει όλα μόνος του. Ο άτυπος φροντιστής είναι ο άνθρωπος που αφιερώνει χρόνο, ενέργεια και ψυχικά αποθέματα για να φροντίζει κάποιον άλλο. Χρειάζεται όμως να θυμόμαστε ότι και ο ίδιος ο φροντιστής χρειάζεται στήριξη και χώρο, για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και για τον εαυτό του».

Ζήτημα κοινωνικής πολιτικής

«Η συζήτηση στο ΚΕΒΕ για το έργο CareDivide ήταν ιδιαίτερα ουσιαστική, καθώς ανέδειξε μια πραγματικότητα που συχνά παραμένει «αόρατη», ότι πολλοί εργαζόμενοι καλούνται να συνδυάσουν την επαγγελματική τους ζωή με σημαντικές ευθύνες άτυπης φροντίδας», ανέφερε στον «Φ» η δρ Άντζελα Κωνσταντίνου βοηθός διευθύντρια Ανθρώπινου Δυναμικού του ομίλου εταιρειών Bioland, μέλους του ομίλου Eptagon. «Εκπροσωπώντας την εταιρεία μου – πρόσθεσε – θεωρώ ότι οι εργοδότες μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό υποστηρικτικό ρόλο, μέσα από κατανόηση και, όπου είναι εφικτό, ευέλικτες ρυθμίσεις εργασίας. Ωστόσο η μακροχρόνια φροντίδα αποτελεί πρωτίστως ζήτημα κοινωνικής πολιτικής. Οι επιχειρήσεις μπορούν να αποτελούν μέρος της λύσης, δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν τις δομές και τις υπηρεσίες που οφείλει να διασφαλίζει η Πολιτεία. Προς αυτή την κατεύθυνση, θεωρώ ιδιαίτερα θετική την εφαρμογή από το υφυπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας, του Σχεδίου Επιδότησης Φροντίδας, το οποίο αποτελεί ένα ουσιαστικό βήμα αποφόρτισης των οικογενειών. Χρειάζεται να συνεχίσουμε προς αυτή την κατεύθυνση, με περαιτέρω ανάπτυξη προσβάσιμων και βιώσιμων υπηρεσιών φροντίδας από την Πολιτεία, παράλληλα με μια υποστηρικτική εργασιακή κουλτούρα από πλευράς εργοδοτών. Η ευελιξία στην εργασία μπορεί να κάνει πραγματική διαφορά, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να καλύψει τα κενά ενός συστήματος φροντίδας».

Στιγμιότυπο από τη συζήτηση στο ΚΕΒΕ για εργαζόμενους με ευθύνες φροντίδας

Ιδιαίτερη αναφορά στην «αόρατη και άτυπη» φροντίδα που αναλαμβάνουν γυναίκες 45-60 χρόνων, έκανε η γενική διευθύντρια της μη κερδοσκοπικής εταιρίας G. S. Europractices Ltd και πρόεδρος του σωματείου «Γυναίκες Χωρίς Σύνορα» Σοφία Γιωργάλλα. Όπως είπε, «αυτή ηκατηγορία  γυναικών βρίσκονται εγκλωβισμένες ανάμεσα σε δύο έντονες και ταυτόχρονες υποχρεώσεις: Από τη μία πλευρά, πολλές έχουν την ευθύνη των ηλικιωμένων, ανήμπορων ή άρρωστων γονέων τους, οι οποίοι ζουν περισσότερο (λόγω της αύξησης του προσδόκιμου ζωής), αλλά συχνά με χρόνια προβλήματα υγείας. Από την άλλη πλευρά, έχουν την ευθύνη των παιδιών τους, τα οποία λόγω της οικονομικής παρατεταμένης κρίσης, της ακρίβειας και των σπουδών, παραμένουν εξαρτημένα από τους γονείς για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σε σχέση με το παρελθόν. Αυτή η διπλή πίεση προκαλεί στις γυναίκες σωματική και ψυχολογική εξουθένωση (burnout) και οδηγεί σε χρόνια κόπωση, κατάθλιψη και άγχος. Έχει επίσης ως αποτέλεσμα την κοινωνική απομόνωση, αφού οι προσωπικές σχέσεις, η κοινωνική ζωή και οι προσωπικές φιλοδοξίες εκμηδενίζονται, αλλά και τον επαγγελματικό ακρωτηριασμό: Η αδυναμία ανταπόκρισης στις απαιτήσεις της εργασίας, αναγκάζει πολλές γυναίκες  αυτής της γενιάς, να αρνηθούν προαγωγές, να μεταβούν σε μερική απασχόληση ή να οδηγηθούν σε πρόωρη αφυπηρέτηση, υποθηκεύοντας το δικό τους οικονομικό και συνταξιοδοτικό μέλλον». Η κυρία Γιωργάλλα κατέληξε με αναφορά σε εισηγήσεις πολιτικής, όπως «πιστώσεις φροντίδας (care credits) στο συνταξιοδοτικό, επέκταση κοινοτικών δομών για θεσμική κατοχύρωση της ευελιξίας χωρίς διακρίσεις και προγράμματα ψυχολογικής αποφόρτωσης μέσω mentoring και networking γυναικών που αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα».

Επένδυση στο μέλλον της κοινωνίας

«Το επόμενο βήμα μετά τη συζήτηση για το  CareDivide στο ΚΕΒΕ είναι να γίνουν συγκεκριμένες προτάσεις, να ληφθούν ουσιαστικά μέτρα και να αναληφθούν δράσεις» μας είπε η δικηγόρος Χρυσοθέμη Βαλανίδου ιδρύτρια και διευθύντρια της εταιρείας παροχής επιχειρηματικών υπηρεσιών  Startwise Ltd. Πρόσθεσε μεταξύ άλλων ότι «η συζήτηση αυτή οδηγεί αναπόφευκτα στο ερώτημα κατά πόσο το σημερινό πλαίσιο επιδομάτων, παροχών και κοινωνικής στήριξης ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της σύγχρονης οικογένειας; Τα επιδόματα είναι σημαντικά, αλλά δεν μπορούν να αποτελούν τη μοναδική απάντηση. Γι’ αυτό χρειάζεται ουσιαστικός διάλογος μεταξύ της Πολιτείας, των εργοδοτών, των κοινωνικών και επαγγελματικών φορέων, αλλά και των ίδιων των ανθρώπων που βιώνουν αυτές τις προκλήσεις καθημερινά. Αυτή είναι και μία από τις συζητήσεις που επιδιώξαμε να ανοίξουμε μέσα από την πρωτοβουλία Mothers in Business: να ακουστεί η πραγματική εμπειρία της μητέρας που εργάζεται, επιχειρεί, δημιουργεί και ταυτόχρονα φροντίζει. Γιατί η στήριξη μιας μητέρας, δεν αφορά μόνο τη στιγμή που αποκτά ένα παιδί. Αφορά τη δυνατότητά της να επιστρέψει στην εργασία, να συνεχίσει να εξελίσσεται, να επιχειρεί, να είναι οικονομικά ανεξάρτητη και να συμμετέχει ισότιμα στην οικονομική και κοινωνική ζωή. Αν θέλουμε πραγματικά να στηρίξουμε την οικογένεια και να δημιουργήσουμε ένα περιβάλλον στο οποίο οι νέοι άνθρωποι που επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά να μπορούν να το κάνουν με μεγαλύτερη ασφάλεια, χρειάζεται ένα πλαίσιο που να λειτουργεί στην πράξη και αναγνωρίζει ότι η φροντίδα έχει αξία, η μητρότητα και η γονεϊκότητα χρειάζονται ουσιαστική στήριξη και η ενίσχυση της οικογένειας αποτελεί επένδυση στο μέλλον της κοινωνίας μας».