Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleTην αφόρητη πίεση από ένα σχολείο με υπερβολική ύλη και αποστήθιση, τα φροντιστήρια, την επαγγελματική αβεβαιότητα, την ακρίβεια, τον εκφοβισμό, την απουσία σχολικών ψυχολόγων, υπογραμμίζουν οι έφηβοι ως τις κυριότερες προκλήσεις και προβλήματα των νέων της Κύπρου.
Την ίδια στιγμή οι καθηγητές υπογραμμίζουν ότι η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και ο τρόπος που αλλάζει την εργασία, προκαλεί αγωνία στους μαθητές για τις σπουδές και την πορεία που πρέπει να ακολουθήσουν. Εξάλλου, η οικονομική ασφάλεια και η επαγγελματική τους προοπτική, είναι καταγεγραμμένα και από τον Οργανισμό Νεολαίας Κύπρου (ΟΝΕΚ) ως τα κυριότερα σημεία που τους απασχολούν.
Πρόκειται για όσα μεταφέρει στον «Φ» για τους νέους η γενική γραμματέας της ΠΣΕΜ (σ.σ. εξελέγη στη σχολική χρονιά 2025 -2026) και μαθήτρια της β’ τάξης Λυκείου, Δέσποινα Κυπριανού. Ανάλογη εικόνα δίνουν και ο πρόεδρος της ΟΕΛΜΕΚ, Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου καθώς και ο νέος πρόεδρος του ΟΝΕΚ, Πάμπος Χριστοδούλου, ο οποίος παρουσιάζει δράσεις του οργανισμού που μπορούν να βοηθήσουν τους νέους σε κρίσιμα ζητήματα, όπως η δωρεάν Υπηρεσία Καθοδήγησης Καριέρας.
«Ένα από τα κυριότερα ζητήματα είναι το σχολείο, οι Παγκύπριες Εξετάσεις και η προσπάθεια των μαθητών να περάσουν στο πανεπιστήμιο. Έχουμε πάρα πολλή ύλη και οι περισσότεροι δυσκολεύονται και αγχώνονται για το μέλλον τους», υπογραμμίζει η Δέσποινα Κυπριανού.

Επιπλέον, επισημαίνει, η ύλη που έχουν, συνήθως στηρίζεται στην αποστήθιση. «Ακόμη και σε μαθήματα όπως τα Μαθηματικά, που χρειάζονται περισσότερο την επίλυση προβλημάτων και την κριτική σκέψη, εμείς μαθαίνουμε τύπους απ’ έξω».
Το σχολείο στην Κύπρο, επισημαίνει, έχει μείνει πίσω από την εποχή, δεν εξελίσσεται και είναι βαρετό. «Διδασκόμαστε από βιβλία του 1900. Διαβάζουμε κείμενα τα οποία είναι τα ίδια εδώ και 20 χρόνια. Έχει μείνει τόσο πίσω το εκπαιδευτικό μας σύστημα που δυσκολευόμαστε να ενδιαφερθούμε. Ειδικά με την τεχνολογία που έχει μπει στη ζωή μας και με τα social media, το σχολείο φαίνεται ακόμη πιο ανιαρό. Είμαστε στο Instagram και στο TikTok στο σπίτι και μετά ερχόμαστε στο σχολείο που έχει μείνει σε άλλο αιώνα», υπογραμμίζει και προσθέτει πως ζουν σε δύο διαφορετικές εποχές.
Τα παιδιά, εξηγεί η εκπρόσωπος της ΠΣΕΜ, χαίρονται να πηγαίνουν στο σχολείο κυρίως για τους φίλους τους, παρά για τη μάθηση. «Είναι πολύ πιο ευχάριστο το μάθημα, όταν γίνεται με πρότζεκτ και παρουσιάσεις, αντί να μας μιλά ένας καθηγητής για 40 λεπτά».
Επιπλέον, αναφέρει, «είναι σχεδόν αδύνατον πλέον να μην πηγαίνει κάποιος φροντιστήριο. Είναι τόση πολλή ύλη, που ούτε οι καθηγητές μας δεν προλαβαίνουν να την καλύψουν μέσα στην τάξη».
Αυτός είναι και ο λόγος που ο χρόνος των νέων, σήμερα, είναι τόσο περιορισμένος, λέει. «Επίσης, πολλά παιδιά πλέον, χρειάζεται να δουλεύουν το Σαββατοκύριακο ή κάποια απογεύματα, μιας και πρέπει να βοηθήσουν ή να στηρίξουν τις οικογένειές τους λόγω της ακρίβειας ή ακόμη και για να κρατήσουν χρήματα για τις σπουδές τους».
Πλέον, υπογραμμίζει, οι νέοι έχουν άγχος για το μέλλον τους, για τη δουλειά για το αν θα περάσουν στο πανεπιστήμιο. Έχουν άγχος για την καθημερινότητά τους. «Κάποιες φορές βλέπεις μαθητές να σταματούν να προσπαθούν ή να μην πηγαίνουν καλά, αυτό συμβαίνει από το άγχος και την κόπωση, βιώνουν burnout».
«Φανταστείτε έναν μαθητή, ο οποίος στο Γυμνάσιο, από 12 χρονών, ξεκινά να κάνει ιδιαίτερα στα κύρια μαθήματα, Μαθηματικά, Ελληνικά, Φυσική, Ιστορία, Χημεία. Κάνει, δηλαδή, ιδιαίτερα όλα τα απογεύματα. Κάποια στιγμή θα κουραστεί και θα πιστεύει ότι είναι μάταιο αυτό που κάνει. Αυτό το διάστημα είχαμε μαθητές από τη Σουηδία στο σχολείο μας, μέσω του Erasmus, και είχα την ευκαιρία να μιλήσω μαζί τους. Εκεί, για να αποφοιτήσουν, για παράδειγμα, αντί να γίνονται εξετάσεις, πρέπει να κάνουν μια έρευνα ως ένα project. Μας είπαν, επίσης, ότι έχουν διαδραστικούς πίνακες και tablets».
Αγκάθι του επαγγέλματος και η σκιά της τεχνητής νοημοσύνης
Αβεβαιότητα και ανασφάλεια γεννά στους νέους και η ζωή μετά το σχολείο. «Ένα μεγάλο ποσοστό μαθητών, ακόμη και στη Β’ ή και Γ’ τάξη του Λυκείου, δεν είναι σίγουρο τι θέλει να ακολουθήσει. Ξέρουν ποια μαθήματα τους αρέσουν, ξέρουν σε ποια μαθήματα είναι καλοί. Κάνουμε σεμινάρια με τους συμβούλους των σχολείων και έχουμε βιβλία για την επαγγελματική αγωγή. Όμως, οι μαθητές βλέπουν τι γίνεται στον κόσμο. Βλέπουν ότι υπάρχει δυσκολία να βρεις δουλειά η οποία να μπορεί να σε εξασφαλίσει οικονομικά και αποθαρρύνονται».
Υπάρχουν πολλοί μαθητές, είπε, «οι οποίοι έχουν όνειρα, έχουν στόχους -μεγάλους στόχους- τους οποίους έχουν τις ικανότητες να τους πετύχουν. Αλλά και πάλι τίθεται το οικονομικό ζήτημα. Μπορεί κάποιος μαθητής να είναι αρκετά καλός για να πάει σε ένα πανεπιστήμιο στην Αγγλία, όμως να μην αντέχει το κόστος».
Όσον αφορά την τεχνητή νοημοσύνη, στην καθημερινότητά τους όπως είπε, μπορεί να είναι μια βοήθεια, ωστόσο υπάρχει και ο προβληματισμός ότι αποδυναμώνεται η κριτική σκέψη των νέων. «Εκείνο που μας ανησυχεί είναι ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να “κλέβει” δουλειές, ιδίως σε τομείς της πληροφορικής και της τεχνολογίας».
Θύματα του εκφοβισμού οι μετανάστες
«Πολλές φορές οι μαθητές νιώθουν πιεσμένοι να μη δείξουν τον αληθινό τους εαυτό. Δεν μπορούν να νιώσουν άνετα να μιλήσουν για πράγματα που τους αρέσουν ή για πράγματα που πιστεύουν, επειδή θέλουν να ταιριάζουν με τους υπόλοιπους», αναφέρει η Δέσποινα Κυπριανού και προσθέτει ότι περιστατικά εκφοβισμού συμβαίνουν σε όλα τα σχολεία.
«Πολλές φορές γίνονται και σε βάρος μαθητών που είναι μετανάστες. Αυτό είναι το πιο συχνό που βλέπουμε. Όμως, μπορεί να συμβεί στον οποιονδήποτε και για διάφορους λόγους, ακόμη και τους πιο παράλογους», αναφέρει.
Η ανάγκη για περισσότερους σχολικούς ψυχολόγους
«Πιστεύω ότι ένα πράγμα που δεν έχουμε σε επαρκή αριθμό μέσα στα σχολεία είναι οι σχολικοί ψυχολόγοι. Υπάρχουν στα σχολεία, όμως νομίζω ότι αυτή τη στιγμή αναλογεί ένας ψυχολόγος ανά 1.000 μαθητές».
Υπάρχουν, υπογραμμίζει, πάρα πολλοί νέοι, οποίοι δυσκολεύονται με διάφορα θέματα, είτε με τους φίλους τους, είτε με το αγόρι/κορίτσι τους, είτε με τους γονείς τους. «Το να έχουν ένα άτομο που μπορούν να εμπιστευτούν και να του μιλήσουν είναι πολύ σημαντικό».
Πιστεύω, είπε καταληκτικά η μαθήτρια, ότι «πρέπει να καθίσουν να μας ακούσουν. Να νοιαστούν γι’ αυτά που έχουμε να πούμε. Δεν σημαίνει ότι επειδή είμαστε μαθητές, επειδή δεν είμαστε ενήλικες ακόμη, δεν ξέρουμε τι ζητούμε, τι διεκδικούμε και τι είναι καλό για εμάς».

ΟΝΕΚ: Η αγωνία του επαγγέλματος και η Υπηρεσία Καθοδήγησης Καριέρας
«Η σημερινή γενιά μεγαλώνει σε έναν κόσμο που αλλάζει με πρωτοφανή ταχύτητα. Οι τεχνολογικές εξελίξεις και οι κοινωνικές μεταβολές δημιουργούν νέες δυνατότητες, αλλά και αβεβαιότητες», αναφέρει στον «Φ» ο πρόεδρος του ΟΝΕΚ, Πάμπος Χριστοδούλου, υπογραμμίζοντας πως η ηλικία των 16 έως 21 ετών είναι από τις πιο καθοριστικές περιόδους στη ζωή ενός ανθρώπου.
Από τα σημαντικότερα ζητήματα που απασχολούν τους νέους στην Κύπρο είναι η οικονομική ασφάλεια και η επαγγελματική τους προοπτική. «Σύμφωνα με τα ευρήματα του 6ου Νεοβαρομέτρου του ΟΝΕΚ οι χαμηλοί μισθοί, η ακρίβεια και το στεγαστικό συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα προβλήματα που εντοπίζουν οι νέοι. Η επαγγελματική αποκατάσταση και η πρόσβαση σε προσιτή στέγη δεν είναι απλώς οικονομικά ζητήματα. Καθορίζουν το κατά πόσο οι νέοι μπορούν να αυτονομηθούν, να δημιουργήσουν και να παραμείνουν στην Κύπρο με προοπτική».
Σε αυτή τη μετάβαση, η σωστή καθοδήγηση μπορεί να κάνει τη διαφορά, υπογραμμίζει. «Μέσα από την Υπηρεσία Καθοδήγησης Καριέρας του ΟΝΕΚ, μπορούν να λάβουν δωρεάν συμβουλευτική, ώστε να επιλέξουν την εκπαιδευτική και επαγγελματική τους πορεία».
Ιδιαίτερη σημασία, λέει, αποκτούν και τα ζητήματα ψυχικής υγείας. Οι συνεχείς απαιτήσεις της σύγχρονης ζωής, η αβεβαιότητα για το μέλλον και ο έντονος ανταγωνισμός δημιουργούν άγχος και ανασφάλεια. Έρευνα του ΟΝΕΚ κατέδειξε ότι το άγχος για το μέλλον, η πίεση και η επαγγελματική ανασφάλεια συγκαταλέγονται στα κυριότερα συναισθηματικά ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι νέοι της χώρας μας.
«Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν, αναμφίβολα, αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας ενός νέου ανθρώπου. Προσφέρουν γνώση, έκφραση και συμμετοχή, αλλά εγκυμονούν κινδύνους, όπως η παραπληροφόρηση, ο διαδικτυακός εκφοβισμός και η σύγκριση με μη ρεαλιστικά πρότυπα».
Σε παγκύπρια έρευνα του ΟΝΕΚ, το 74% των νέων δήλωσε ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν την κύρια πηγή ενημέρωσής του, ενώ το 88% ανέφερε ότι έχει συναντήσει ψευδείς ειδήσεις. «Η απάντηση δεν είναι η δαιμονοποίηση της τεχνολογίας, αλλά η καλλιέργεια της ψηφιακής παιδείας και της κριτικής σκέψης», αναφέρει.
Εξίσου σημαντική, λέει ο κ. Χριστοδούλου, είναι η δημιουργική απασχόληση των νέων. Ο αθλητισμός, ο πολιτισμός, ο εθελοντισμός και η μη τυπική μάθηση βοηθούν τους νέους να αναπτύξουν δεξιότητες και να αναλάβουν πρωτοβουλίες. Χρηματοδοτικά προγράμματα, όπως αυτά του ΟΝΕΚ, δίνουν τη δυνατότητα σε νέους να υλοποιήσουν τις ιδέες τους και να συμβάλουν στις κοινότητές τους.
Ως σύμβουλος του κράτους, ο ΟΝΕΚ έχει την ευθύνη να μεταφέρει τη φωνή των νέων στα κέντρα λήψης αποφάσεων. «Γιατί καμία πολιτική που τους αφορά δεν μπορεί να είναι ολοκληρωμένη χωρίς τη δική τους συμμετοχή». Η νέα γενιά της Κύπρου διαθέτει, ομολογουμένως, σημαντικά πλεονεκτήματα. Είναι εξοικειωμένη με την τεχνολογία, ανοιχτή στην καινοτομία και έτοιμη να συμβάλει στην κοινωνία. Στον ΟΝΕΚ, πιστεύουμε ότι οι νέοι δεν είναι απλώς οι πολίτες του αύριο, αλλά οι ενεργοί πολίτες του σήμερα, καταλήγει.

ΟΕΛΜΕΚ: Επιλέγουν σπουδές για μια αγορά που δεν ξέρουν πώς θα αλλάξει
Αντιμέτωποι με την τεχνολογική επανάσταση, την τεχνητή νοημοσύνη, την οικονομική ανασφάλεια, τις κοινωνικές ανισότητες, την κλιματική κρίση και τις γεωπολιτικές συγκρούσεις, είναι σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΟΕΛΜΕΚ, Κωνσταντίνο Κωνσταντίνου, οι νέοι της Κύπρου, οι οποίοι καλούνται να πάρουν αποφάσεις για το μέλλον τους, χωρίς να γνωρίζουν με βεβαιότητα πώς θα διαμορφωθεί ο κόσμος.
«Η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα για τους νέους που ετοιμάζονται να εισέλθουν στην ανώτερη εκπαίδευση ή στην αγορά εργασίας. Ένας 17χρονος ή 18χρονος καλείται σήμερα να επιλέξει σπουδές και επαγγελματική κατεύθυνση για μια αγορά εργασίας που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πώς θα μετασχηματιστεί στο άμεσο μέλλον.
Αυτό δημιουργεί επιπρόσθετο άγχος στους νέους και παράλληλα απαιτεί ακόμα πιο έντονα την ανάγκη μετάβασης του εκπαιδευτικού μας συστήματος από την απομνημόνευση πληροφοριών στην ανάπτυξη δεξιοτήτων όπως η κριτική σκέψη, η συνεργασία, η δημιουργικότητα, η προσαρμοστικότητα και η ικανότητα διαρκούς μάθησης», υπογραμμίζει.
«Μια άλλη σοβαρή πρόκληση αφορά την ψυχική και συναισθηματική κατάσταση των νέων. Η συνεχής σύγκριση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η πίεση για επιτυχία σε σειρά εξετάσεων και η ανάγκη κοινωνικής αποδοχής, διαμορφώνουν ένα ιδιαίτερα στρεσογόνο περιβάλλον», αναφέρει και προσθέτει ότι αυτό οδηγεί σε ψυχοσωματικά προβλήματα και παράγει παραβατικές συμπεριφορές.
«Χρειάζεται, λοιπόν, πρόληψη, έγκαιρη παρέμβαση, ουσιαστική ψυχοκοινωνική στήριξη και στενή συνεργασία σχολείου και οικογένειας. Ένα σχολείο που ενδιαφέρεται μόνο για το τι γνωρίζει ο μαθητής, αλλά όχι για το πώς αισθάνεται, δεν μπορεί να εκπληρώνει ολοκληρωμένα την παιδαγωγική του αποστολή».
Παράλληλα, επισημαίνει, η διαρκής ψηφιακή σύνδεση πέρα από τα αισθήματα ανεπάρκειας ή ανασφάλειας, στερεί από τους νέους την πραγματική ανθρώπινη σχέση, και την αίσθηση του ανήκειν.
«Πρέπει να επικεντρωθούμε στη δημιουργία χώρων πραγματικής επικοινωνίας. Να υπάρχει ο χώρος και ο χρόνος να εκφράζονται χωρίς τον φόβο της συνεχούς αξιολόγησης και κριτικής, μακριά από τον ψηφιακό κόσμο».
Οι νέοι, λέει επίσης, παρακολουθούν την αύξηση του κόστους ζωής, τις δυσκολίες εξασφάλισης κατοικίας και τις προκλήσεις της επαγγελματικής αποκατάστασης. Για αρκετούς, η οικονομική ανεξαρτησία φαντάζει ολοένα και πιο δύσκολη. Η δυνατότητα να σπουδάσουν, να εργαστούν, να δημιουργήσουν οικογένεια ή να αποκτήσουν τη δική τους στέγη συνδέεται με οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που συχνά βρίσκονται πέρα από τον έλεγχό τους.
Έχουν ανάγκη να ακουστούν
«Οι νέοι συχνά αισθάνονται ότι οι αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή και το μέλλον τους λαμβάνονται χωρίς τη δική τους ουσιαστική συμμετοχή. Στην εκπαίδευση, στην κοινωνία και στη δημόσια ζωή, η συμμετοχή τους δεν πρέπει να περιορίζεται σε συμβολικές διαδικασίες. Αν θέλουμε νέους με υπευθυνότητα και κοινωνική συνείδηση, πρέπει πρώτα να τους αντιμετωπίζουμε ως ενεργούς πολίτες, με δυνατότητα ουσιαστικής συνεισφοράς», καταλήγει ο κ. Κωνσταντίνου.