Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Πραγματικό κίνδυνο παγκόσμιας κρίσης δημόσιου χρέους διαπιστώνει η Berenberg, εντοπίζοντας τις μεγαλύτερες αδυναμίες στις ΗΠΑ και τη Γαλλία. Ωστόσο, θεωρεί πιθανότερο το 2027 να εκδηλωθούν περιορισμένες και διαχειρίσιμες περιφερειακές κρίσεις παρά μια γενικευμένη δημοσιονομική αναταραχή με καταστροφικές συνέπειες.

Σύμφωνα με τον οίκο, το τέλος δύο δεκαετιών εξαιρετικά φθηνού χρήματος υποχρεώνει τις κυβερνήσεις να προσαρμόσουν την πολιτική τους. Το ονομαστικό και το πραγματικό κόστος χρηματοδότησης έχουν επιστρέψει σε ιστορικά φυσιολογικά επίπεδα, αυξάνοντας την επιβάρυνση από την εξυπηρέτηση του χρέους.

Οι κυβερνήσεις καλούνται πλέον να εξασφαλίσουν δημοσιονομικό χώρο για υψηλότερες πληρωμές τόκων, αλλά και να περιορίσουν την πρακτική αντιμετώπισης νέων προβλημάτων ή της υποχώρησης της δημοτικότητάς τους με πρόσθετες δαπάνες και μειώσεις φόρων.

Διαφορετικά, προειδοποιεί η Berenberg, οι αγορές ομολόγων ενδέχεται να επιβάλουν απότομη δημοσιονομική προσαρμογή, αρνούμενες να χρηματοδοτήσουν τα αυξανόμενα ελλείμματα.

ΗΠΑ και Γαλλία αντιμετωπίζουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο

Με βάση τα συνήθη θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη, ΗΠΑ και Γαλλία εμφανίζουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο μεταξύ των μεγάλων ανεπτυγμένων οικονομιών, σύμφωνα με την ανάλυση. Ο οίκος αποδίδει μέρος του προβλήματος στην πολιτική δυσλειτουργία που διαπιστώνει και στις δύο χώρες.

Χωρίς σημαντική δημοσιονομική διόρθωση, η συσσώρευση χρέους και οι υψηλότερες αποδόσεις θα μπορούσαν να αυξήσουν τις ετήσιες δαπάνες τόκων τους σε σχεδόν 7% του ΑΕΠ έως το 2035. Η Berenberg εκτιμά, πάντως, ότι οι αγορές πιθανότατα θα αντιδράσουν πολύ πριν επιτευχθεί αυτό το επίπεδο.

Οι προβολές της βασίζονται στην υπόθεση ότι οι αποδόσεις των ομολόγων θα παραμείνουν στα σημερινά επίπεδα και οι κυβερνήσεις δεν θα λάβουν διορθωτικά μέτρα. Σε αυτό το σενάριο, χωρίς αυξήσεις φόρων ή περικοπές δαπανών, το πρωτογενές ισοζύγιο, που δεν περιλαμβάνει τους τόκους, παραμένει σταθερό. Το συνολικό έλλειμμα, όμως, διευρύνεται λόγω του αυξανόμενου κόστους εξυπηρέτησης του χρέους.

Για το Ηνωμένο Βασίλειο, ο οίκος αναγνωρίζει ότι έχει αρχίσει σημαντική δημοσιονομική εξυγίανση, μέσω του παγώματος των φορολογικών ορίων για τα φυσικά πρόσωπα και της αύξησης του φόρου μισθοδοσίας. Επισημαίνει, ωστόσο, ότι η προσπάθεια πρέπει να συνεχιστεί ώστε τα δημόσια οικονομικά να αποκτήσουν βιώσιμη πορεία.

Στην υπόλοιπη Ευρωζώνη, εκτός Γαλλίας, τα διαχειρίσιμα ελλείμματα εκτιμάται ότι περιορίζουν το μέγεθος της αναγκαίας προσαρμογής.

Γιατί δεν αναμένει παγκόσμια κρίση το 2027

Η Berenberg παραθέτει τρεις λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι μια μεγάλη παγκόσμια κρίση χρέους παραμένει απίθανη το 2027.

Ο πρώτος αφορά τη δυνατότητα των ΗΠΑ να διατηρούν για μεγαλύτερο διάστημα από άλλες χώρες πολιτικά αδιέξοδα και υψηλές δημοσιονομικές δαπάνες. Παρά την κριτική της στην πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ, η τράπεζα θεωρεί ότι οι ΗΠΑ παραμένουν το κυριότερο παγκόσμιο ασφαλές καταφύγιο σε περιόδους αβεβαιότητας.

Παράλληλα, οι προσδοκίες ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα ενισχύσει μακροπρόθεσμα την ανάπτυξη και θα αμβλύνει τα δημοσιονομικά προβλήματα εξακολουθούν να προσελκύουν κεφάλαια, παρότι ο οίκος τις χαρακτηρίζει υπερβολικές.

Η Berenberg δεν αποκλείει αμερικανική δημοσιονομική κρίση μέσα στην επόμενη πενταετία, με διεθνείς επιπτώσεις, αλλά δεν τη θεωρεί ακόμη επικείμενη.

Ο δεύτερος λόγος είναι η εκτίμηση ότι οι κεντρικές τράπεζες θα προχωρήσουν σε λιγότερες αυξήσεις επιτοκίων το 2027 από όσες προεξοφλούν σήμερα οι αγορές. Έχοντας αυστηροποιήσει τη νομισματική πολιτική το 2026 λόγω της ανόδου των τιμών ενέργειας, πιθανότατα θα διατηρήσουν σταθερά τα επιτόκια όταν το πετρέλαιο αρχίσει να υποχωρεί, κάτι που ο οίκος αναμένει εντός του 2027.

Ο τρίτος λόγος συνδέεται με την εμπειρία των κεντρικών τραπεζών και των χρηματοπιστωτικών εποπτικών αρχών από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2007–2009 και την κρίση χρέους της Ευρωζώνης του 2010–2012. Αν και δεν μπορούν να επιλύσουν τις υποκείμενες ανισορροπίες, διαθέτουν, κατά την Berenberg, τη δυνατότητα να περιορίσουν τη μετάδοση μιας κρίσης σε οικονομίες με λιγότερες αδυναμίες.

Ο ρόλος της ΕΚΤ σε μια ενδεχόμενη γαλλική κρίση

Εάν χρειαστεί, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πιθανότατα θα παρέμβει για να περιορίσει τη μετάδοση μιας γαλλικής δημοσιονομικής κρίσης, αποτρέποντας την απότομη αύξηση του κόστους δανεισμού άλλων μελών της Ευρωζώνης, όπως η Ιταλία.

Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει άνευ όρων στήριξη του Παρισιού. Σύμφωνα με την Berenberg, η ΕΚΤ δεν θα διασώσει τη Γαλλία προτού η χώρα υιοθετήσει βιώσιμες δημοσιονομικές πολιτικές.

Μια περιφερειακή αναταραχή, όπως μια γαλλική κρίση, αποτελεί υπαρκτό ενδεχόμενο, χωρίς ακόμη να συνιστά το πιθανότερο σενάριο. Ο οίκος εκτιμά ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να περιοριστεί, ώστε να μην εξελιχθεί σε παγκόσμια κρίση.

Capital.gr