9) Nation of Language (21/6, SNF): πολλά μπορούμε να καταλογίσουμε στη δεκαετία του ’80, ποτέ όμως δεν ήταν βαρετή όπως αυτοί οι τεχνικά άρτιοι μιμητές μη ουσιωδών γνωρισμάτων της. Όταν η μόνη κουβέντα που προκαλούν περιορίζεται στο ποιους θυμίζουν, κάθε παραπάνω τραγούδι παίζει με την υπομονή μας. Μια ακόμα απόδειξη ότι τα μουσικοκριτικά site τύπου Pitchfork κατασκευάζουν εναλλακτικούς αστέρες σχεδόν εκ του μηδενός.
8) Baxter Dury (24/6, Πλατεία Νερού): η περίπτωση που η σκηνική εικόνα καταστρέφει τις προσδοκίες που είχαν χτιστεί από την ακρόαση. Ενώ τα τραγούδια του υιού Dury χαρακτηρίζονται σταθερά από μια εκλεπτυσμένη ένταση ανάμεσα στα ρυθμικά και τα μελωδικά μέρη που βρίσκαμε μόνο στις καλύτερες στιγμές του πατέρα του, η ζωντανή εκδοχή τους έδειξε προχειρότητα και διεκπεραιωτική διάθεση. Όσο για την κινησιολογία του performer, υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αυτοπαρωδία και την κοροϊδία του κοινού. Κρίμα γιατί η μπάντα του έκανε ότι καλύτερο μπορούσε για να υποστηρίξει τα έτσι κι αλλιώς έξοχα τραγούδια του.
7) Flaming Lips (25/6, Πλατεία Νερού): Χιούστον, έχουμε πρόβλημα… Πώς είναι δυνατόν ένα από τα πιο τολμηρά ψυχεδελικά ποπ συγκροτήματα των τελευταίων δεκαετιών, με αχανή κατάλογο σε μέγεθος και ομορφιά, με ακραίους πειραματισμούς που διεύρυναν τις ιδέες μας για τη σύγχρονη μουσική αλλά και τη σκηνική της αναπαράσταση (αξέχαστη συναισθηματικά η εμφάνισή τους το 2003 στο Gagarin), να προσφέρει σήμερα ένα ανώδυνο, φοβικό, χαζοχαρούμενο new age θέαμα; Μπράβο στον Wayne Coyne αν είναι, όπως φαίνεται, ένας εξηνταπεντάχρονος ευτυχισμένος πατέρας δυο μικρών αγοριών, αλλά αν η δουλειά του σήμερα είναι να στήνει παιδότοπους με φουσκωτά (αποκομμένα από τη φιλοσοφική αμφισημία που ενυπήρχε στην αρχική σύλληψη της παραστασιακής φαντασμαγορίας των Lips), εμείς δεν είμαστε υποχρεωμένοι σώνει και καλά να χάσουμε το ενήλικο μυαλό μας για να απασχοληθούμε φρόνιμα από τον ανιματέρ στο πάρτι. Μόνη ευπρόσδεκτη «παραφωνία» η διασκευή στο War Pigs των Black Sabbath. Η ελπίδα για έναν επόμενο αριστουργηματικό νέο δίσκο των Lips πεθαίνει τελευταία.
6) Deadletter (21/6, SNF): νέα σχετικά αγγλική ροκ μπάντα, σαν Fontaines D.C. χωρίς τον λαϊκισμό (για αυτό δεν βλέπω να έχουν πολύ μέλλον εμπορικά), που επείγεται να παίξει και να δείξει την αξία της. Χωρίς ρετρό αναθυμιάσεις αλλά ούτε αγωνίες να φανούν μοντέρνοι. Είδαμε ένα δεμένο πολυμελές σχήμα με επεμβατικά πνευστά που διερρήγνυαν το ηλεκτρικό συνεχές, με έναν frontman που ήξερε να ισορροπεί ανάμεσα στη θεατρικότητα και τη σοβαρότητα της ερμηνείας (όχι σαν τον καραγκιόζη των Idles). Αν αντέξουν την πίεση, έχουν δουλειά να κάνουν, κυρίως στη σύνθεση. Πάντως ήδη το Purity είναι από τα τραγούδια της χρονιάς.
5) Lykki Li (22/6, Ηρώδειο): πήγα με επιφύλαξη γιατί μετά τους γλυκά επιθετικούς τρεις πρώτους δίσκους της, η Σουηδή μου φαινόταν αναποφάσιστη για το ποια κατεύθυνση θα ήθελε και θα μπορούσε να ακολουθήσει. Καθώς όμως το φετινό της έργο είναι συμπαθητικό, είπα να της δώσω μια ευκαιρία. Ενώ το αναγνωριστικό πρώτο μισάωρο ήταν αρκετά στεγνό και παγωμένο, με την επιβλητικότητα του Ηρωδείου να αναδεικνύει εντονότερα τις αδυναμίες και τα όρια τόσο της φωνής της όσο και γενικότερα της τραγουδοποιίας της, στη συνέχεια, όταν ξεκίνησε να βγαίνει από το τετράγωνο βάθρο της και να αντλεί γόητρο από το πιο δυνατό υλικό της, κέρδισε και εμένα αλλά και το πολυπληθές κοινό που είχε έρθει να δει ένα one hit wonder και τελικά συνάντησε μια ολοκληρωμένη καλλιτέχνιδα με έλεγχο των μέσων της και αίσθηση του μέτρου. Ακόμα και ο χώρος τελικά λειτούργησε υπέρ της, με το λυτρωτικό φινάλε στο οποίο χάθηκε ανάμεσα στους θεατές, χορεύοντας μαζί τους.
4) Jehnny Beth (25/6, Πλατεία Νερού): Η Γαλλοαγγλίδα πρώην ηγέτιδα των Savages (που καταλαβαίνω ότι τη δέσμευαν δημιουργικά αλλά δεν παύω να στενοχωριέμαι που διαλύθηκαν πριν κατακτήσουν τον κόσμο — στόχος που ήταν εφικτός όπως μας είχαν δείξει στο συνταρακτικό live τους στην Πειραιώς το 2015) σάρωσε τις αντιστάσεις όποιου είχε σταθεί κάτω από το λιοπύρι για να τη δει (ή, το πιθανότερο, να πιάσει θέση για τους Gorillaz). Παρά την αδικαιολόγητα χαμηλή ένταση της φωνής της στη μίξη (αν ο ηχολήπτης άκουγε τηλεπαθητικά τα άγρια μπινελίκια μου, δεν συγκινήθηκε), η Jehnny διατράνωσε με σαφήνεια ότι είναι από τις πιο ελεύθερες και ιδιοσυγκρασιακές περσόνες του avant ροκ σήμερα, και ταυτόχρονα από τις πιο εντυπωσιακές και πειστικές. Σε 45 λεπτά έδωσε ταχύρρυθμα μαθήματα βρωμιάς και φινέτσας, με ένα αντρικό τρίο από πίσω της που ακολουθούσε πιστά και αποτελεσματικά τα κελεύσματά της. Ίσως μακροπρόθεσμα αυτό το τρομερά γενναιόδωρο ξόδεμα ανάμεσα σε χαοτικά live, πειραματικούς δίσκους, συνεχείς ετερόκλητες συνεργασίες και καριέρα ηθοποιού, να αφήσει αντικειμενικά ένα θολό στίγμα. Δεν ξέρω πώς είναι για την ίδια, αλλά για όσους την έχουν δει ζωντανά, η αμεσότητα της εμπειρίας είναι καθαρτική.
Και εδώ να θέσω μια κυπριακού ενδιαφέροντος απορία: από τη στιγμή που το κασέ π.χ. της Beth είναι πολύ χαμηλό, γιατί θα ήταν αδιανόητο να τη φέρει κάποιος στην Κύπρο, σε ένα καλοκαιρινό φεστιβάλ, αντί για δυο-τρία ελληνικά σχήματα που έρχονται συχνά; Φανταστείτε τα νέα παιδιά που θέλουν να παίξουν ροκ μουσική, ειδικά τα κορίτσια, πόση ενδυνάμωση και έμπνευση θα έπαιρναν… Φαίνεται όμως ότι στην Κύπρο έχουμε λόγω ανασφάλειας και επαρχιωτισμού μια αλλεργία σε οτιδήποτε μπορεί να απαιτήσει δικαίως μια υπέρβαση από το μυαλό και την καρδιά μας, να νιώσουμε δέος και θαυμασμό.
Ελεύθερα, 5.7.2026