Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Με αφορμή την Άλκηστι του Ευριπίδη, από το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Δ. Καραντζά

Ας κάνουμε το νοητικό πείραμα να μεταφέρουμε την παράσταση από το Κούριο στις 7 Αυγούστου στο θέατρο του Διονύσου το 438 π.Χ. Ακούτε τη μουρμούρα και τα μπινελίκια των θεατών;

Όχι επειδή έχουν σοκαριστεί ηθικά ή αισθητικά (το ανέβασμα του Καραντζά είναι ηθικά συμβατικό, ενώ αισθητικά, μετά το πρώτο ξάφνιασμα, προφανές), αλλά επειδή πλήττουν.Δέχομαι, εννοείται, ότι τέτοιες κρίσεις είναι υποκειμενικές και δεν συνιστούν επιχείρημα, πόσο μάλλον απόδειξη.

Γνωρίζω όμως ότι ο Ευριπίδης, όπως ο Σαίξπηρ και ο Τσάρλι Τσάπλιν, έκαναν το απαιτητικό διαταξικό κοινό τους να κρατάει την αναπνοή του από αγωνία, όχι από χασμουρητά.

Σε μια εξίσου φανταστική συνάντηση Ευριπίδη και Καραντζά, αναρωτιέμαι αν ο σκηνοθέτης θα είχε απορίες, αν θα ρωτούσε κάτι επί της ουσίας του κειμένου. Ή αν, ηθικά υπεροπτικός, ερωτευμένος με τις ιδεολογικές ερμηνείες του, θα έπαιρνε μονότερμα τον συγγραφέα.

Δεν έχω κανένα κόλλημα με κάποιον υποθετικά «σωστό» τρόπο ανεβάσματος των αρχαίων κειμένων, βασισμένο σε πραγματικές ή επινοημένες παραδόσεις. Οι δυο πιο αγαπημένες στη ζωή μου παραστάσεις τραγωδιών, η Αντιγόνη από τον Λ. Βογιατζή στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων (η πρώτη εκδοχή, όχι η μεταγενέστερη της Επιδαύρου), και η Μήδεια του Μ. Μαρμαρινού στο Studio Ιλίσια, ήταν ακραία και ιδιοφυώς πειραματικές.

Αλλά εκεί, οι όποιες σκηνοθετικές ερμηνείες ήταν τόσο οργανικά ενσωματωμένες στη συνολική αισθητική της παράστασης (με τον πρώτο λόγο να δίνεται στην υποκριτική μέσα από μήνες ατελείωτων προβών) που εξαφανίζονταν μέσα της.  Όλα υπηρετούσαν την άμεση θεατρική εμπειρία. Αυτή αποτελούσε το ιδανικό, τον υπέρτατο σκοπό.

Αντιθέτως, κι αυτό δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη παραγωγή, ο «νέος διδακτισμός» έρχεται να κουκουλώσει τα κενά στη σοβαρή μελέτη του κειμένου και τις ευκολίες στη διδασκαλία του.

Η Άλκηστις είναι δύστροπο κείμενο, μια ανωμαλία σε σχέση με μια «σωστή» τραγωδία. Ο Ευριπίδης αλλάζει τον μύθο και τους κανόνες, παρότι εννοείται είχε πλήρη γνώση. Με ανίερη σύνθεση τραγικών, κωμικών και παραμυθένιων στοιχείων, βρίσκεται εγγύτερα στο Θέατρο του Παραλόγου, παρά στον Σοφοκλή.

Ένα βασικό πρόβλημα της σκηνοθεσίας του Καραντζά ήταν ότι επιχείρησε να ξεχωρίσει τα στοιχεία, να συστήσει μια υγειονομική ζώνη, επιτρέποντας στο κωμικό στοιχείο να προβάλει μόνο σεμνά,  σχεδόν υπαινικτικά, με μεγάλη έγνοια αποφυγής οποιασδήποτε «χοντράδας» που θα «χαλούσε» την εικόνα. Αυτή η επιλογή δεν ήταν απλώς τόνου, αλλά πρωτεύουσας σημασίας για τους σκοπούς του σκηνοθέτη:

Πώς θα μπορούσαν να υποστηριχθούν οι πολιτικά ορθές ερμηνείες, πώς θα στηριζόταν το ηθικό κατηγορητήριο ενάντια στη θεσμική βία και τη δολοφονική πατριαρχία, αν έμπαινε στην εξίσωση η καφρίλα του Ηρακλή, το γκροτέσκο της αυτοθυσίας για έναν άντρα/βασιλιά που είναι κατάφωρα γελοίος, λίγος και υποκριτής; Αν αναδεικνυόταν περισσότερο η τυχάρπαστη παρεμβατικότητα των θεών που παίζουν με τη μοίρα των ανθρώπων όπως «με τις μύγες τα παιδιά», που έλεγε κι ο Γκλόστερ στον Βασιλιά Ληρ;          

Τι θα εκλάβουμε κυριολεκτικά στην υπόθεση και τι σαν μεταφορά; Θα πρέπει τα πρόσωπα να έχουν πειστική ψυχολογική συγκρότηση, ή να είναι πλάσματα απόκοσμα που απλώς έπεσαν στο σανίδι για να μας πουν την ιστορία τους και να εξαϋλωθούν ξανά;

Πώς γίνεται να ολοκληρώσεις στο σήμερα την ημιτελή αποδόμηση ενός μύθου που στην εποχή του αποτελούσε μέρος μιας ζώσας πίστης; Δεν έχω ιδέα.

Είναι ευθύνη του σκηνοθέτη και των συντελεστών να βρουν λύσεις στα πολλαπλά δραματουργικά και σκηνικά προβλήματα της Άλκηστης. Να φτιάξουν ένα θέαμα που και νόημα να βγάζει και συναρπαστικό να είναι.

Για αυτό υποτίθεται ότι χιλιάδες χρόνια μετά που γράφτηκαν, συνεχίζουμε και πηγαίνουμε να δούμε, ξανά και ξανά, αυτά τα έργα. Εκτός αν το κάνουμε κι εμείς απλώς από συνήθεια, όπως ένας πολιτισμικός Χριστιανός πηγαίνει τρεις φορές τον χρόνο στην εκκλησία.

Αν ένας σκηνοθέτης δεν νιώθει όντως, σαν ανάγκη, ότι έχει κάτι αξιόλογο να πει, δεν χρειάζεται σώνει και καλά να ανεβάζει αρχαίο δράμα. Εντάξει, τα φεστιβάλ πρέπει να έχουν υλικό, και το έθνος να διατρανώνει τη σύνδεσή του με την ελληνική αρχαιότητα, αλλά, συγγνώμη, αυτοί είναι εξωκαλλιτεχνικοί λόγοι.

Μια λειτουργική σκηνική ιδέα πρέπει να μετασχηματίζεται σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Όχι «βρήκαμε παπά, ας θάψουμε πέντε-έξι». Έξοχη η διεστραμμένη λύρα με τους μεταβιομηχανικούς ήχους, όπως και το κουτρουβάλιασμα στο επικλινές επίπεδο προς τη χοάνη, αλλά από ένα σημείο και μετά ο κώδικας έχει αναγνωριστεί και δεν προσφέρει κάτι στο θέαμα ή την κατανόηση, καθώς δεν συνδέεται δημιουργικά με τα νέα δεδομένα που προκύπτουν από την υπόθεση.

Αντιθέτως, κάπου στο μισάωρο, ο θεατής έχει την αίσθηση πως έπιασε ό,τι είχε να πιάσει και από εκεί και πέρα δεν τον περιμένουν εκπλήξεις. Δυστυχώς, επιβεβαιώνεται. Ο αβανταδόρικος ερχομός του Ηρακλή και ο αμφίπλευρα δηλητηριώδης διάλογος του Άδμητου με τον πατέρα του ανεβάζουν λίγο τη θερμοκρασία σε υποφερτά επίπεδα, αλλά το τελευταίο μισάωρο σέρνεται σαν κοινωνική επίσκεψη που παρατράβηξε.           

Η αποτυχία αυτή γίνεται εμβληματική στην περίπτωση της Θεοδώρας Τζήμου στον ρόλο του Θανάτου. Ξεκινά εντυπωσιακά, εικαστικά και δραματικά (μιας και έχει όντως λόγια στο κείμενο) και μετά ο σκηνοθέτης την αφήνει φάτσα κάρτα στο κοινό δυο ώρες δίχως οδηγίες και ουσιαστική παρέμβαση στη δράση. Ανέμενα (και ταυτόχρονα το φοβόμουν) ότι ο Καραντζάς θα έβαζε τον Ηρακλή να έχει μετωπική συνάντηση με το θάνατο για να κλέψει την Άλκηστη.

Αλλά κι εκεί ο σκηνοθέτης προτίμησε την ασφαλή (και σωστή υπό τις περιστάσεις) λύση της αφήγησης, με την καλή ηθοποιό στο προσκήνιο σιωπηλή και αναπόφευκτα αμήχανη.

Θα μπορούσα να παραβλέψω τον εκνευριστικό ηθικισμό στη σκηνοθετική προσέγγιση. Ακόμα και τα χειλόφωνα που μετέφεραν το φύσημα του αέρα και μασούσαν τα σίγμα των ηθοποιών (διαβάζω ότι στην Επίδαυρο βασανίστηκαν με τεχνικής φύσεως ατυχήματα τόσο οι ηθοποιοί όσο και οι θεατές).

Αρκεί να είχε γίνει σκληρή δουλειά πάνω σε κάθε πρόταση του κειμένου (κι αν έγινε, να φαινόταν). Η υποκριτική όμως ήταν τηλεοπτικής κοπής, όλα λέγονταν το ίδιο. Κενή και υπερβολική απαγγελία ανάμεσα στο παράπονο, την καταγγελία και το μελόδραμα.

Ένας οργισμένος ακκισμός, μια απαίτηση επανόρθωσης με αόριστο παραλήπτη. Μακάρι να επρόκειτο για στιλιζάρισμα, αλλά ήταν απλώς ένα κοινότοπο ύφος που επαίρεται ότι κουβαλά επικίνδυνα νοήματα. Είναι άγραφος νόμος: αν η συγκίνηση δεν περνά στην πλατεία, φταίει η παράσταση, όχι το κοινό. Αυτό πάντα προσέρχεται με ηθελημένη αθωότητα.

Αυτή είναι η μισή μαγεία. Την άλλη μισή πρέπει να τη βάλουν τα εν δυνάμει τρομακτικά και όμορφα όντα στη σκηνή. Η αφέλεια όμως, που δεν είναι ούτε αθώα ούτε μαγική, σκοτώνει το θέατρο.

Ελεύθερα, 23.08.2026