Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Τα γλυπτά του Χαράλαμπου Χριστοδούλου συγκέντρωσαν το ενδιαφέρον του κοινού στην τελευταία του έκθεση, η οποία πραγματοποιήθηκε την περασμένη Κυριακή στην κατοικία του γλύπτη στη Λευκωσία. 

Η εκδήλωση επιβεβαίωσε το διαχρονικό ενδιαφέρον που περιβάλλει το έργο του στην κυπριακή πρωτεύουσα. Την έκθεση πλαισίωσαν η παρουσίαση βιβλίου αφιερωμένου στο γλυπτικό του έργο και η προβολή σύντομου ντοκιμαντέρ σε σκηνοθεσία της Δανάης Στυλιανού, προσφέροντας στους επισκέπτες μια ακόμη ματιά στη ζωή και τη δημιουργική πορεία του καλλιτέχνη.

Ο Χαράλαμπος Χριστοδούλου γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1937 στην  Άχνα, που βρίσκεται σήμερα υπό τουρκική κατοχή. Η επαγγελματική του πορεία ξεκίνησε μακριά από το εργαστήριο ενός γλύπτη. Σπούδασε στο Διδασκαλικό Κολέγιο Μόρφου, όπου ξεχώρισε και στον αθλητισμό, ενώ στη συνέχεια συνέχισε τις σπουδές του μέσω του εξωτερικού προγράμματος του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, αποκτώντας πτυχίο στις Μαθηματικές Επιστήμες, την Αρχαία Ιστορία και το Συνταγματικό Δίκαιο. Το 1967 διορίστηκε καθηγητής μαθηματικών στην Α΄ Τεχνική Σχολή Λευκωσίας, όπου υπηρέτησε μέχρι τη συνταξιοδότησή του, το 1997.

Η γλυπτική, ωστόσο, είχε ήδη αρχίσει να διεκδικεί τη θέση της στη ζωή του.

Το 1983 ξεκίνησε να ασχολείται συστηματικά με τη γλυπτική, αρχικά συλλέγοντας ρίζες δέντρων, πέτρες και αντικείμενα με ασυνήθιστα σχήματα, στα οποία διέκρινε δυνατότητες πέρα από την αρχική τους μορφή. Η καθοριστική στιγμή ήρθε μέσα από ένα κομμάτι κόκκινου ίασπη, ωοειδούς σχήματος. Καθώς επεξεργαζόταν την επιφάνειά του, ακολουθώντας τις φυσικές καμπύλες της πέτρας αντί να τις παραβιάζει, άρχισε να αναδύεται ένα πρόσωπο.

Ήταν μια απλή αφετηρία, που όμως προδιάγραφε μια βασική αρχή της μετέπειτα δουλειάς του: η μορφή δεν επιβάλλεται πάντοτε στην ύλη· μερικές φορές αποκαλύπτεται μέσα από αυτήν.

Ο Χριστοδούλου κατέκτησε μόνος του τα τεχνικά μυστικά της γλυπτικής, μέσα από αμέτρητες δοκιμές, επιμονή και υπομονή. Εργάστηκε με μάρμαρο, πέτρα Τόχνης, ασβεστόλιθο από τη Λύμπια, γρανίτη, ποταμίσια πέτρα, κυπαρίσσι, καρυδιά και τερακότα. Κάθε υλικό είχε τη δική του υφή, τις δικές του αντοχές και ιδιαιτερότητες. Η πρόκληση ήταν να τις κατανοήσει και να τις αξιοποιήσει, αφήνοντας συχνά τη φύση του ίδιου του υλικού να καθοδηγήσει την τελική μορφή του έργου.

Κεντρικό θέμα της γλυπτικής του παραμένει η ανθρώπινη μορφή. Ορισμένα έργα του παραπέμπουν στην απλότητα και τη στιβαρότητα της αρχαίας κυπριακής τέχνης, χωρίς να αποτελούν μιμητικές αναφορές στο παρελθόν. Αντίθετα, οι μορφές αποκτούν μια σύγχρονη λιτότητα, με καμπύλες και όγκους που συχνά αγγίζουν τα όρια της αφαίρεσης. Το σώμα δεν μοιάζει απλώς να έχει αποδοθεί στην πέτρα· μοιάζει να γεννιέται από αυτήν, σαν να αποτελούσε εξαρχής μέρος της.

Στο έργο του διακρίνεται, επίσης, ένας διάλογος με την καλλιτεχνική παράδοση της Κύπρου. Ανάμεσα στις δημιουργίες του συγκαταλέγεται έργο εμπνευσμένο από το θέμα της μητέρας και του παιδιού, που συνδέεται με τη ζωγραφική του Αδαμάντιου Διαμαντή. Πρόκειται για μια αναφορά που δεν λειτουργεί ως νοσταλγική επιστροφή, αλλά ως συνομιλία ανάμεσα στην πολιτιστική κληρονομιά και την προσωπική ματιά του δημιουργού.

Η πορεία του στον χώρο της γλυπτικής υπήρξε σταθερή. Η πρώτη του έκθεση πραγματοποιήθηκε το 1991 στο Εργαστήρι της Πύλης Αμμοχώστου. Ακολούθησαν παρουσιάσεις στο Πανεπιστήμιο Κύπρου το 2006, στον εκθεσιακό χώρο του Υπουργείου Πολιτισμού το 2011, στο Chelsea Town Hall του Λονδίνου το 2016 και στην γκαλερί Gloria στη Λευκωσία το 2019.

Η προσωπική του ιστορία περιλαμβάνει, παράλληλα, μια συνάντηση ανάμεσα σε διαφορετικούς πολιτισμούς. Το 1959, κατά τη διάρκεια μιας σύντομης επίσκεψής του στη Ρουμανία, γνώρισε τη Χριστίνα Τοντέα, τότε φοιτήτρια Αγγλικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου. Η σχέση τους αναπτύχθηκε μέσα από διαδοχικές καλοκαιρινές επισκέψεις, σύντομες σε διάρκεια αλλά καθοριστικές για τη μετέπειτα κοινή τους ζωή. Παντρεύτηκαν το 1962, αφού εξασφαλίστηκαν οι απαραίτητες επίσημες εγκρίσεις, και η Χριστίνα έφτασε στην Κύπρο τον επόμενο χρόνο.

Υπάρχει κάτι βαθιά συμβολικό σε αυτή την ιστορία απόστασης, υπομονής και σταδιακής ανακάλυψης — στοιχεία που μοιάζουν να διατρέχουν και τη γλυπτική του Χριστοδούλου. Τα έργα του ζητούν από τον θεατή να σταθεί απέναντί τους χωρίς βιασύνη, να κοιτάξει πέρα από την επιφάνεια και να αναζητήσει όσα κρύβονται μέσα στην ύλη. Όπως ακριβώς ένα πρόσωπο αναδύθηκε κάποτε από ένα κομμάτι κόκκινου ίασπη, έτσι και τα γλυπτά του προσκαλούν τον θεατή να ανακαλύψει τη μορφή που περιμένει να αποκαλυφθεί.

Στη μακρά αυτή διαδρομή, η δημιουργική του πράξη παραμένει πιστή σε μια ουσιαστική συνάντηση ανάμεσα στο υλικό και τη φαντασία, όπου το έργο του γλύπτη δεν είναι μόνο να σμιλεύει, αλλά και να αφουγκράζεται την ίδια την ύλη.