Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΒρέθηκα μαζί με πολλούς το βράδυ της περασμένης Κυριακής στο Κυπριακό Μουσείο για να παρακολουθήσω την παράσταση της ΣΕΖΟΝ Γυναίκες βασισμένη επάνω στο βιβλίο «Stone Blind» της Νatalie Haynes. Το σκηνικό της παράστασης ήταν το Κυπριακό Μουσείο.
Περπάτησα ξανά και ξανά τις ψηλοτάβανες αίθουσες με τις παλιές βιτρίνες, άκουγα ηθοποιούς να διηγούνται τον μύθο της Μέδουσας και του Περσέα, έβλεπα τη μεγαλοπρέπεια της πέτρινης και της μαρμάρινης ιστορίας της Κύπρου. Σκέφτηκα πόσο λίγο γνωστή είναι η ιστορία αυτού του μαγικού κτιρίου που μας μεγάλωσε, οι θεσπέσιοι κήποι του, η αύρα που εκπέμπει, ένα κτίριο που κράτησε σιωπηλά και ταπεινά το πολύτιμο παρελθόν μας χωρίς εξάρσεις και ακροβατισμούς.
Η ίδρυση του Κυπριακού Μουσείου πάει πίσω στον Ιούνιο το 1882, αποτέλεσμα ενός υπομνήματος που υπέβαλαν στον Αρμοστή Sir Robert Biddulph Βρετανοί και μια κυπριακή ελίτ διανοουμένων.[1] Το υπόμνημα εγκρίθηκε και μαζί του γεννήθηκε η Επιτροπεία του Μουσείου για να το πραγματοποιήσει. Την ιδέα ίδρυσης ενός μουσείου στο νησί διεκδίκησε ο γνωστός αρχαιοκάπηλος Max Ohnefasch-Richter που ισχυρίστηκε ότι εκείνος την είχε και μάλιστα είχε ζητήσει τη συμπαράσταση της Βρετανίας.
Αυτό που πραγματικά υποκίνησε τη συγγραφή του υπομνήματος ήταν η επιστολή της 10ης Μαΐου 1882 από τον Horatio Herbert Kitchener, αξιωματικό του βρετανικού στρατού, στον εκδότη της εφημερίδας Cyprus Herald. Ο Kitchener βρισκόταν τότε στην Κύπρο για τη χαρτογράφηση του νησιού, έβλεπε τι γινόταν με την αρχαιοκαπηλία και πρότεινε μια σειρά από πρακτικές εισηγήσεις για την ίδρυση ενός μουσείου.
Η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα προβληματική, επειδή οι Βρετανοί διατήρησαν για περισσότερο από δύο δεκαετίες τον οθωμανικό νόμο του 1874. Σύμφωνα με αυτόν, τα ευρήματα μοιράζονταν μεταξύ κυβέρνησης, ιδιοκτήτη της γης και ανασκαφέα. Η δυνατότητα αγοράς γης και διενέργειας ανασκαφών διευκόλυνε έτσι τη συγκέντρωση κυπριακών αρχαιοτήτων στα χέρια ξένων. Το 1905 ψηφίστηκε νέος νόμος που όριζε ότι οι αρχαιότητες ήταν περιουσία τους κράτους και απαγόρευε τις παράνομες ανασκαφές.
Μετά τη δημοσίευση της επιστολής μια αντιπροσωπεία επισκέφθηκε τον Αρμοστή με υπόμνημα για την Ίδρυση ενός ‘Μουσείου για την Αρχαία Τέχνη’. Το υπέγραψαν ο Καδής της Κύπρου, ο Αρχιεπίσκοπος Σωφρόνιος και ο Μουφτής, ενώ ο Κίτσενερ διορίστηκε Έφορος του Μουσείου και επίτιμος Γραμματέας. Το 1889 η Επιτροπεία νοικίασε μια κατοικία στην Οδό Βικτωρίας στην αρμενική συνοικία της εντός των τειχών πόλης, με ενοίκιο 21 λίρες το χρόνο όπου στεγάστηκαν οι συλλογές. Το μουσείο άνοιξε τις πόρτες του στο κοινό μετά από εννέα χρόνια και μόνο κάθε Σάββατο απόγευμα.
Το 1901 όταν πέθανε η Βασίλισσα Βικτωρία η αποικιοκρατική κυβέρνηση αποφάσισε ότι έπρεπε να κτιστεί στη Λευκωσία ένα μουσείο αφιερωμένο στη μνήμη της «ένα άξιο σπίτι για να στεγάσει τα κειμήλια του αρχαίου πολιτισμού του νησιού». Το νέο μουσείο θα κτιζόταν με ιδιωτικές χορηγίες και με αρχιτεκτονικό διαγωνισμό που θα προέβλεπε και για τη μελλοντική του επέκταση, ενώ η Επιτροπή του Μουσείου ζητήσε από την Ελλάδα τα σχέδια Εθνικών μουσείων για να τα μελετήσει.
Στον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό που προκηρύχτηκε συμμετείχαν οι Εdgar Feneck (προϊστάμενος στο Τμήμα Δημοσίων Έργων), ο Κύπριος αρχιτέκτονας Θεόδωρος Φωτιάδης και ο Έλληνας «νομομηχανικός» Νικόλαος Μπαλάνος ο οποίος ήδη ασχολείται στη συντήρηση μνημείων της Ακρόπολης.
Το σχέδιο του Φένεκ απορρίφθηκε λόγω υψηλού κόστους, αυτό του Φωτιάδη επίσης γιατί δεν προέβλεπε για επέκταση, ενώ αυτό του Μπαλάνου διέθετε μια αρχαϊκή απλότητα, σε συνδυασμό με την απαραίτητη μεγαλοπρέπεια των αιθουσών, ο αριθμός των οποίων θα μπορούσε εύκολα να αυξηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο.
Η εικόνα που εξέπεμπε ήταν επιβλητική, ένα νεοκλασικό κτίριο με πρόσοψη ένα πιστό αντίγραφο του ναού της Αθηνάς Νίκης με κίονες και αέτωμα, μια πρόσοψη που παρέπεμπε στην αρχαία Ελλάδα και στα βαθιά αισθήματα των Κυπρίων. Την επίβλεψη των έργων είχε ο Βρετανός αρχιτέκτονας George Jeffery.
Το κτίσιμο ξεκίνησε το 1908, ολοκληρώθηκε σταδιακά και παραδόθηκε το 1926. Στο διάβα των χρόνων προστέθηκαν αίθουσες, στεγάστηκε η κεντρική αυλή και όπως αυξάνονταν τα ευρήματα της κυπριακής αρχαιολογίας μεγάλωνε μαζί τους και το μουσείο.
Απέναντι από το μουσείο δημιουργήθηκε ο Δημόσιος Κήπος της Λευκωσίας, έργο που συνδέθηκε με τις μεταθανάτιες εκδηλώσεις για τη βασίλισσα Βικτωρία. Ο κήπος αποτελούσε τη νέα αντίληψη της αποικιοκρατίας για το νέο αστικό τοπίο έξω από τα τείχη. Μουσείο και κήπος αποτελούσαν μια ενότητα. Το μουσείο οργάνωνε τον χρόνο και τη μνήμη μέσα από τα αρχαιολογικά αντικείμενα ενώ ο κήπος τον δημόσιο χώρο και τη νέα μορφή της πρωτεύουσας.
Κάποια στιγμή οι άρχοντες πρέπει να βρουν τρόπο να συνδέσουν αυτό το ενιαίο τρίγωνο πολιτισμού που είναι ο Κήπος, το Παλιό Μουσείο και το Νέο Μουσείο μαζί με το γραμμικό πάρκο με τον πληθυσμό της πρωτεύουσας. Χρειαζόμαστε πεζόδρομους, πάρκα, κήπους, δέντρα, σκιές, για ν’ αποκτήσουμε έναν χώρο αφιερωμένο όχι μόνο στη μνήμη της βασίλισσας Βικτωρίας, αλλά και όλων που κράτησαν, φρόντισαν και αγάπησαν το Παλιό Μουσείο όλα αυτά τα χρόνια και δεν είναι σήμερα μαζί μας.
- [1] Pilides, D. (2009) George Jeffery: His Diaries and the Ancient Monuments of Cyprus, vols. 1 &2, Nicosia: Department of Antiquities
- Alexandra Bounia & Theopisti Stylianou -Lambert, (2011) “National Museums in Cyprus.
Ελεύθερα, 18.10.2026