Το Γενικό Σύστημα Υγείας αποτελεί μία από τις σημαντικότερες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις στην Κυπριακή Δημοκρατία και μια μεγάλη κατάκτηση για την κοινωνία και τους ασθενείς, αφού διασφάλισε την ισότιμη πρόσβαση όλων των πολιτών σε υπηρεσίες υγείας ανεξαρτήτως οικονομικής δυνατότητας. Παρά τη σημαντική επιτυχία του και τα θετικά αποτελέσματα που έχει προσφέρει, εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές στρεβλώσεις και διαχρονικά προβλήματα που ταλαιπωρούν καθημερινά τους ασθενείς και δημιουργούν εμπόδια στην έγκαιρη πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας. Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα το σύστημα είναι οι μεγάλες λίστες αναμονής και οι καθυστερήσεις στην πρόσβαση σε ειδικούς ιατρούς, διαγνωστικές εξετάσεις, χειρουργικές επεμβάσεις και υπηρεσίες αποκατάστασης και εργοθεραπείας.

Χιλιάδες ασθενείς αναγκάζονται καθημερινά να τηλεφωνούν σε δεκάδες ιατρούς της ίδιας ειδικότητας αναζητώντας ένα διαθέσιμο ραντεβού, ακούγοντας συχνά ότι οι λίστες είναι κλειστές, ότι δεν γίνονται δεκτοί νέοι ασθενείς ή ότι το επόμενο διαθέσιμο ραντεβού υπάρχει μετά από πολλούς μήνες. Είναι αδιανόητο, στην εποχή της ψηφιακής τεχνολογίας, οι ασθενείς να αναγκάζονται να ταλαιπωρούνται με αυτόν τον τρόπο για να εξασφαλίσουν πρόσβαση σε έναν ειδικό ιατρό. Το πρόβλημα αυτό θα έπρεπε ήδη να είχε αντιμετωπιστεί μέσω ενός σύγχρονου και ενιαίου ψηφιακού συστήματος διαχείρισης ραντεβού, το οποίο να επιτρέπει στον ασθενή να βλέπει σε πραγματικό χρόνο όλα τα διαθέσιμα ραντεβού ανά ειδικότητα και ανά ιατρό, να ενημερώνεται για ακυρώσεις και διαθέσιμα κενά και να επιλέγει ελεύθερα τον ιατρό που επιθυμεί χωρίς ατελείωτα τηλεφωνήματα και ταλαιπωρία. Ένα τέτοιο σύστημα θα ενίσχυε τη διαφάνεια, θα περιόριζε πιθανές καταχρήσεις και θα έδινε τη δυνατότητα στον Οργανισμό Ασφάλισης Υγείας να γνωρίζει με ακρίβεια πού εντοπίζονται οι πραγματικές ελλείψεις και τα σοβαρότερα προβλήματα.

Οι αιτίες που οδηγούν στις μεγάλες λίστες αναμονής είναι πολλές και σύνθετες. Σε αρκετές ειδικότητες υπάρχει περιορισμένος αριθμός ειδικών ιατρών, νοσηλευτών και άλλων επαγγελματιών υγείας, γεγονός που οδηγεί σε υπερφόρτωση συγκεκριμένων ιατρών και δομών. Παράλληλα, πολλοί ασθενείς κατευθύνονται στους ίδιους γνωστούς ιατρούς ή στα μεγάλα νοσηλευτήρια, ενώ άλλες μονάδες υποαξιοποιούνται. Την ίδια στιγμή, δεν εφαρμόζεται πάντοτε αποτελεσματική διαλογή και προτεραιοποίηση των περιστατικών με βάση τη σοβαρότητα και τον κίνδυνο επιδείνωσης της υγείας του ασθενούς, με αποτέλεσμα ακόμη και επείγοντα περιστατικά να αναμένουν υπερβολικά μεγάλα χρονικά διαστήματα.

Σημαντικό πρόβλημα αποτελεί επίσης η υπερβολική χρήση παραπομπών προς ειδικούς ιατρούς ακόμη και για περιστατικά που θα μπορούσαν να παρακολουθούνται από τον προσωπικό ιατρό. Αυτό αυξάνει τεχνητά τη ζήτηση και περιορίζει τη διαθεσιμότητα για ασθενείς που πραγματικά χρειάζονται εξειδικευμένη φροντίδα. Χρειάζεται ουσιαστικός έλεγχος και καλύτερη αξιοποίηση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, έτσι ώστε οι προσωπικοί ιατροί να αποκτήσουν πιο ενεργό ρόλο στην παρακολούθηση χρόνιων ασθενών και στην αποφυγή άσκοπων παραπομπών.

Ένα ακόμη σοβαρό ζήτημα είναι η πρακτική ορισμένων ειδικών ιατρών να δηλώνουν ότι δεν δέχονται νέους ασθενείς επειδή οι λίστες τους είναι γεμάτες. Οι ειδικοί ιατροί στο ΓεΣΥ δεν λειτουργούν με προσωπικούς καταλόγους όπως οι προσωπικοί ιατροί και οι ασθενείς πρέπει να έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε όλους τους συμβεβλημένους ειδικούς ιατρούς. Αν υπάρχουν μεγάλες αναμονές, αυτό πρέπει να αντιμετωπίζεται οργανωτικά και όχι με αποκλεισμό νέων ασθενών.

Θετική πρακτική αποτελεί το επείγον παραπεμπτικό, μέσω του οποίου ο προσωπικός ιατρός χαρακτηρίζει ένα περιστατικό ως επείγον ώστε ο ασθενής να εξεταστεί εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος. Ωστόσο, υπάρχουν σοβαρές καταγγελίες ότι σε αρκετές περιπτώσεις το μέτρο αυτό δεν εφαρμόζεται ουσιαστικά. Οι καλές πολιτικές δεν αρκεί να υπάρχουν μόνο στα χαρτιά· χρειάζεται έλεγχος εφαρμογής, παρακολούθηση και λογοδοσία.

Την ίδια στιγμή, η δημιουργία ολοκληρωμένων μητρώων χρόνιων παθήσεων αποτελεί αναγκαιότητα. Τα μητρώα αυτά δεν πρέπει να περιορίζονται μόνο στην καταγραφή του αριθμού των ασθενών, αλλά να περιλαμβάνουν στοιχεία για τη θεραπευτική αγωγή, την αποτελεσματικότητα των θεραπειών, τις παρενέργειες, την πορεία της νόσου και τα κλινικά αποτελέσματα. Μέσα από αυτά τα δεδομένα θα υπάρχει καλύτερος σχεδιασμός υπηρεσιών, καλύτερη αξιοποίηση των πόρων και ουσιαστικός περιορισμός καταχρήσεων. Παράλληλα, ασθενείς με χρόνια νοσήματα που βρίσκονται σε σταθερή κατάσταση ή ύφεση θα μπορούσαν να παρακολουθούνται σε μεγάλο βαθμό από προσωπικούς ιατρούς, αποσυμφορώντας τις εξειδικευμένες κλινικές.

Ο Οργανισμός Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας έχει επίσης καθοριστικό ρόλο στη διαχείριση του προβλήματος. Τα δημόσια νοσηλευτήρια χρειάζονται ενίσχυση με ανθρώπινο δυναμικό, διεύρυνση των απογευματινών ιατρείων, αύξηση της παραγωγικότητας και καλύτερη αξιοποίηση των χειρουργικών αιθουσών. Είναι αδιανόητο δημόσια νοσοκομεία να περιορίζουν τη λειτουργία τους μόνο στις πρωινές ώρες όταν οι ανάγκες των ασθενών αυξάνονται συνεχώς και οι λίστες αναμονής διογκώνονται.

Απαιτείται επίσης η θέσπιση ανώτατων αποδεκτών χρόνων αναμονής ανά κατηγορία περιστατικού, καθώς και η δημόσια δημοσιοποίηση των στοιχείων αναμονής ανά ειδικότητα και νοσηλευτήριο. Η διαφάνεια και η λογοδοσία είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για τη βελτίωση του συστήματος και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών.

Αν το πρόβλημα των λιστών αναμονής δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα και αποτελεσματικά, οι συνέπειες θα είναι σοβαρές τόσο για τους ασθενείς όσο και για το ίδιο το σύστημα υγείας. Οι καθυστερημένες διαγνώσεις, η επιδείνωση των ασθενειών, οι αυξημένες ανισότητες και η οικονομική επιβάρυνση των πολιτών θα οδηγήσουν αναπόφευκτα σε απώλεια εμπιστοσύνης προς το ΓεΣΥ και σε αυξημένο μακροπρόθεσμο κόστος για το κράτος και το σύστημα.

Οι λίστες αναμονής δεν αποτελούν απλώς ένα οργανωτικό πρόβλημα. Είναι ζήτημα ποιότητας φροντίδας, ισότητας πρόσβασης, ασφάλειας ασθενών και βιωσιμότητας του ίδιου του Γενικού Συστήματος Υγείας. Η αντιμετώπισή τους απαιτεί πολιτική βούληση, σωστή διαχείριση, επενδύσεις σε ανθρώπινο δυναμικό και υποδομές, ουσιαστικό ψηφιακό εκσυγχρονισμό και ισχυρή πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας. Το ΓεΣΥ αποτελεί μία μεγάλη κοινωνική κατάκτηση και για να διατηρήσει την αξιοπιστία και τη φιλοσοφία του πρέπει να διορθώσει άμεσα τις αδυναμίες που ταλαιπωρούν καθημερινά τους ασθενείς και απειλούν τη βιωσιμότητά του στο μέλλον.