Οι Εκκλησιές μας στα Κατεχόμενα Ανάμεσα στα Ευρωπαϊκά Κονδύλια και τη Φθορά του Χρόνου
Υπάρχουν στιγμές που η ιστορία ενός τόπου δεν γράφεται στις σελίδες των βιβλίων, αλλά αποτυπώνεται πάνω στις πληγωμένες, βουβές πέτρες των μνημείων του. Στην κατεχόμενη Κύπρο, εκεί όπου ο χρόνος μοιάζει να έχει παγώσει το καλοκαίρι του 1974, εκατοντάδες εκκλησιές, μοναστήρια και αρχαιολογικοί χώροι δίνουν καθημερινά μια μοναχική μάχη επιβίωσης ενάντια στη λήθη, τη λεηλασία και τη φυσική διάβρωση. Τα τελευταία χρόνια, γίνεται μια συστηματική προσπάθεια διάσωσης αυτής της κληρονομιάς. Το ερώτημα όμως παραμένει αμείλικτο: Αξιοποιούνται όντως σωστά αυτά τα ευρωπαϊκά κονδύλια;

Κι αν ναι, γιατί όταν επισκέπτεσαι αυτά τα μέρη αντικρίζεις εικόνες εγκατάλειψης, με τις εκκλησιές μας να παραμένουν τόσο παραμελημένες και φθαρμένες; Είναι αρκετές οι συντηρήσεις για να κρατήσουν ζωντανή την ψυχή των μνημείων, ή απλώς παρατείνουν το μοιραίο, μετατρέποντάς τα σε καλοδιατηρημένα χαλάσματα του παρελθόντος, αν η πολυπόθητη λύση αργήσει ακόμη μισό αιώνα;

Ο θεσμικός φορέας που έχει αναλάβει το τιτάνιο έργο να διασφαλίσει ότι αυτά τα μέρη θα διασωθούν είναι η Δικοινοτική Τεχνική Επιτροπή για την Πολιτιστική Κληρονομιά, η οποία ιδρύθηκε το 2008 υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών. Η Επιτροπή λειτουργεί με τη βασική αρχή ότι η πολιτιστική κληρονομιά δεν έχει πολιτικό χρώμα, αλλά ανήκει σε όλη την ανθρωπότητα. Το έργο της χρηματοδοτείται κυρίως από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία αποτελεί τον μεγαλύτερο αιμοδότη αυτής της προσπάθειας, έχοντας διαθέσει δεκάδες εκατομμύρια ευρώ μέσω του Προγράμματος Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (UNDP). Εδώ ακριβώς κρύβεται ένα μεγάλο πολιτικό και νομικό παράδοξο που οι Βρυξέλλες συχνά προσπερνούν: με την ένταξη ολόκληρης της Κύπρου στην ΕΕ το 2004, τα μνημεία αυτά αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ίδιας της ευρωπαϊκής επικράτειας. Η χρηματοδότηση για τη διάσωσή τους δεν είναι μια πράξη «φιλανθρωπίας» ή βοήθειας προς μια τρίτη χώρα· είναι η νομική και ηθική υποχρέωση της Ευρώπης να προστατεύσει τη δική της, αυτόResident πολιτιστική ταυτότητα.

Πράγματι, τα κονδύλια αυτά φτάνουν στον προορισμό τους και χάρη σε αυτά έχουν σωθεί την τελευταία στιγμή από την ολοκληρωτική κατάρρευση μνημεία-σύμβολα, όπως ο Άγιος Ευξέντιος στην Κώμη Κεπήρ, που από στάβλος αποκαταστάθηκε πλήρως. Όμως, η αλήθεια κρύβεται στις λεπτομέρειες και στην τεράστια δυσαναλογία ανάμεσα στις ανάγκες και στους διαθέσιμους πόρους. Τα ευρωπαϊκά κονδύλια αξιοποιούνται, αλλά η γραφειοκρατία, οι πολιτικές αγκυλώσεις των κατεχομένων και το γεγονός ότι οι εγκρίσεις δίνονται με το σταγονόμετρο, αφήνουν τα περισσότερα μνημεία εκτεθειμένα για χρόνια. Επιπλέον, οι παρεμβάσεις της Επιτροπής, λόγω περιορισμένου προϋπολογισμού, συχνά περιορίζονται σε «πρώτες βοήθειες» ,δηλαδή σε στερεώσεις τοίχων και στεγών για να μην πέσουν, και όχι σε πλήρεις αποκαταστάσεις. Έτσι, το μνημείο σταθεροποιείται προσωρινά, αλλά αν αφεθεί χωρίς καθημερινή φροντίδα, η φύση και η υγρασία το ξανακυλούν στη φθορά.

Την ίδια ώρα, γινόμαστε μάρτυρες μιας προκλητικής εργαλειοποίησης. Πολλά από αυτά τα ιερά μνημεία αντιμετωπίζονται από το κατοχικό καθεστώς αποκλειστικά ως «τουριστικά αξιοθέατα» ή «υπαίθρια μουσεία», με το ψευδοκράτος να εισπράττει ακόμα και αντίτιμο εισόδου από τους ξένους επισκέπτες, την ίδια στιγμή που θέτει ανυπέρβλητα γραφειοκρατικά προσκόμματα και απαγορεύσεις στις άδειες για την τέλεση λειτουργιών. Η θρησκευτική ελευθερία και η οργανική σχέση των πιστών με τους χώρους λατρείας τους θυσιάζονται στον βωμό της οικονομικής εκμετάλλευσης, αφήνοντας τους ναούς μας απογυμνωμένους από την αληθινή τους υπόσταση.

Η Κύπρος είναι γεμάτη από τέτοια δείγματα ανεκτίμητης αρχιτεκτονικής που κουβαλούν μια σπαρακτική εικόνα εγκατάλειψης. Η Παναγία Κανακαρία στη Λυθράγκωμη αποτελεί το πιο τρανταχτό παράδειγμα. Ένα μνημείο-πληγή, σύμβολο της άγριας σύλησης μετά την απόσπαση των σπάνιων ψηφιδωτών του 6ου αιώνα, που παρά τις δομικές στερεώσεις, παραμένει ένα άδειο, κρύο κοχύλι χωρίς την κοινότητα που το γέννησε. Πιο πέρα, ο Άγιος Φίλωνας στο Ριζοκάρπασο, σκαρφαλωμένος στα αρχαία παράλια της Καρπασίας, αντέχει στην αλμύρα και τους ανέμους, όμως η απομόνωσή του στην εσχατιά του νησιού τον καθιστά ευάλωτο. Στον ίδιο δήμο, η Παναγία Αφέντρικα, ένα μοναδικό σύμπλεγμα τριών βυζαντινών εκκλησιών, στέκει παραμελημένη, με τις άγριες πέτρες να γίνονται ένα με τη βλάστηση που τις καταπίνει.

Η ίδια μοναξιά τυλίγει και τον Άγιο Θέρισσο στην ακροθαλασσιά, ένα εκκλησάκι με το δικό του αγίασμα που μοιάζει ξεχασμένο από τα μεγάλα προγράμματα προτεραιότητας, καθώς και την Παναγία Κυρά στα Λειβάδια της επαρχίας Αμμοχώστου, η οποία αφέθηκε για δεκαετίες στη μοίρα της, χάνοντας τα πολύτιμα ψηφιδωτά της. Ακόμα και στην Αυλώνα, ο Άγιος Γεώργιος, εγκλωβισμένος κοντά στις γραμμές αντιπαράταξης και τη νεκρή ζώνη, θυμίζει πώς τα συρματοπλέγματα και η πολιτική διαίρεση μπορούν να πνίξουν την ιστορική συνέχεια ενός χώρου λατρείας.

Το μήνυμα προς πάσα κατεύθυνση πρέπει να είναι ξεκάθαρο και να αγγίξει τους υπεύθυνους σε Λευκωσία, Βρυξέλλες και Ηνωμένα Έθνη. Η συντήρηση μιας στέγης με ευρωπαϊκά λεφτά είναι μια πολύτιμη ένεση ζωής, αλλά δεν αποτελεί διάσωση. Αν οι αρμόδιοι θεωρούν ότι με μερικές εργολαβίες σταθεροποίησης ξεμπέρδεψαν με το χρέος τους απέναντι στην ιστορία, τότε εθελοτυφλούν. Τα μνημεία αυτά δεν είναι νεκρά μουσειακά εκθέματα σε αποστειρωμένο περιβάλλον· είναι ζωντανοί οργανισμοί που συνδέονται με μια συγκεκριμένη πνευματική και ανθρώπινη γεωγραφία. Χρειάζονται τους ανθρώπους τους, τις λειτουργίες τους, τα κεριά που ανάβουν, τα βήματα των πιστών.

Αν σε άλλα 50 χρόνια η Κύπρος παραμένει μοιρασμένη, καμία ευρωπαϊκή επιχορήγηση δεν θα μπορέσει να σταματήσει την πιο βαθιά διάβρωση: αυτή της ταυτότητας. Τα κτίρια αυτά, χωρίς την οργανική τους κοινότητα, θα μετατραπούν σε ψυχρά, ακατοίκητα ερείπια μιας εποχής που χάθηκε, αποκομμένα από το παρόν. Ας αναλάβει ο καθένας το βάρος της ευθύνης που του αναλογεί. Η πολιτιστική κληρονομιά της κατεχόμενης Κύπρου πεθαίνει αργά, όχι επειδή πέφτουν οι σοβάδες, αλλά επειδή συνηθίζουμε την απουσία της και συμβιβαζόμαστε με την εικόνα της φθοράς της. Κάθε πέτρα που υποχωρεί στην Καρπασία, στη Μεσαορία ή στην Αυλώνα δεν είναι απλώς ένα τεχνικό πρόβλημα προς επίλυση σε ένα έγγραφο του UNDP· είναι ένα κομμάτι της δικής μας ψυχής που σβήνει για πάντα. Ο χρόνος δεν είναι σύμμαχος, είναι ο πιο αμείλικτος κριτής μας και μας προειδοποιεί ότι η μνήμη του τόπου μας διαβρώνεται πιο γρήγορα από την ίδια την πέτρα.
