Το δικαίωμα του «Εκλέγειν» – «Εκλέγεσθαι» των πολιτών αποτελεί έναν εκ των βασικότερων πυλώνων που στηρίζουν το Δημοκρατικό Πολίτευμα. Η Δημοκρατία ως πολίτευμα υπαγορεύει πως όλοι οι πολίτες κατέχουν ισότιμα το δικαίωμα να διεκδικήσουν οποιοδήποτε αξίωμα, αλλά και να αποφασίσουν μέσω της ψήφου τους ποιος είναι ο καταλληλότερος πολίτης να το εξασκήσει από το διαθέσιμο προς ψήφιση κοινό. Η ανάλυση που θα ακολουθήσει, αφορά τις Βουλευτικές Εκλογές και αναδεικνύει μέσω εμπεριστατωμένης παράθεσης στοιχείων, την πραγματική διάσταση της ισότητας αυτού του θεμελιώδους δικαιώματος.
Η ελευθερία των πολιτών στο να θέτουν υποψηφιότητα στις Βουλευτικές Εκλογές, ανάγεται στο άρθρο 64 του Συντάγματος. Τα κριτήρια που τίθενται, είναι οι υποψήφιοι να είναι πολίτες της Δημοκρατίας και να έχουν κλείσει το 21ο έτος της ηλικίας τους, να έχουν σώας τας φρένας, να μην έχουν καταδικαστεί για οποιοδήποτε αδίκημα που ενέχει εντός του το στοιχείο της ηθικής αισχρότητας και να μην έχουν χάσει το δικαίωμα του «Εκλέγεσθαι» μετά από απόφαση αρμόδιου Δικαστηρίου. Η πρώτη εντύπωση από τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, δημιουργεί την αίσθηση πως το δικαίωμα αυτό είναι αναφαίρετο για όλους. Το ερώτημα βέβαια είναι εάν όντως η πραγματική διάσταση του δικαιώματος είναι αυτή που φαίνεται.
Η ενάσκηση του Δημοκρατικού Πολιτεύματος σήμερα, διαδραματίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου από τα εν ενεργεία Κόμματα. Η κοινωνία έχει διαχωριστεί σε διάφορες ομάδες, ανάλογα με τις ιδεολογίες που προτείνονται από την κάθε μια από αυτές. Με αυτό τον τρόπο, οι θέσεις των διαφόρων πολιτειακών αξιωμάτων καθώς και των βουλευτικών εδρών, ως επί το πλείστον, καταλαμβάνονται από μέλη τα οποία προτείνονται από τις συγκεκριμένες ομάδες. Είναι γι’ αυτό τον λόγο που επινοήθηκε και χρησιμοποιείται πλέον από τους σύγχρονους αναλυτές ο ορισμός «Δημοκρατία των Κομμάτων» ή «Κράτος των Κομμάτων». Ο διαχωρισμός λοιπόν του εκλογικού σώματος σε ομάδες, δεν αφήνει σχεδόν κανένα περιθώριο εκλεξιμότητας μέσω ανεξάρτητης υποψηφιότητας. Αυτό διαφαίνεται διαχρονικά μέσω της ιστορίας των εκλογικών αναμετρήσεων, αλλά βεβαίως και από τις πρόσφατες Βουλευτικές Εκλογές, όπου δεν είχε εκλεγεί κανείς ανεξάρτητος υποψήφιος στη θέση του Βουλευτή.
Η νομοθεσία που ρυθμίζει τα κύρια ζητήματα τα οποία αφορούν τις Βουλευτικές Εκλογές, είναι ο περί της Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων Νόμος του 1979. Το άρθρο 4, αναφέρεται στις Βουλευτικές έδρες που θα διατεθούν σε κάθε Επαρχία. Το κριτήριο κατανομής των εδρών είναι κατ’ αναλογία του πληθυσμού των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων στον εκλογικό κατάλογο. Αναλόγως του μεριδίου με το οποίο συμβάλλει η κάθε επαρχία στον γενικό πληθυσμό των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, λαμβάνει τον αριθμό των εδρών που της αναλογεί. Το άθροισμα των υποψηφίων σε όλες τις επαρχίες που δύναται ένα κόμμα να παραθέσει είναι 56. Όσες είναι δηλαδή συνολικά και οι έδρες που συναποτελούν το σώμα της Βουλής των Αντιπροσώπων.
Η πιο ελπιδοφόρα οδός των πολιτών για διεκδίκηση βουλευτικής έδρας, είναι να κατέλθουν ως υποψήφιοι μέσω των συνδυασμών που προτείνονται από τα Κόμματα. Το καίριο σημείο το οποίο φανερώνει πως πλήττεται σε μεγάλο βαθμό το Συνταγματικό δικαίωμα του «Εκλέγεσθαι» είναι πως τα Κόμματα πρέπει να θελήσουν τα ίδια να σε εντάξουν στο ψηφοδέλτιό τους. Έτσι, η βούληση για υποψηφιότητα θα πρέπει να φιλτραριστεί διαμέσου της βούλησης του κόμματος στο οποίο αποτείνεται κανείς για να θέσει υποψηφιότητα και αυτό βέβαια είναι ουσιώδες ζήτημα. Οπότε, παρατηρείται πως η Συνταγματική ελευθερία του δικαιώματος περιορίζεται, εφόσον αυτή εξαρτάται από τη βούληση άλλων παραγόντων.
Ένα επιπρόσθετο στοιχείο που «τραυματίζει» το δικαίωμα του «Εκλέγεσθαι», είναι πως τα κριτήρια πολλές φορές που χρησιμοποιούν τα Κόμματα για να εντάξουν κάποιον στο ψηφοδέλτιό τους, δεν έχουν να κάνουν μόνο με τα προσόντα και το ήθος του ενδιαφερομένου. Έχει παρατηρηθεί πως πολλές φορές επιλέγονται υποψήφιοι με κύριο κριτήριο τη δημοφιλία που έχουν, χωρίς να διερευνάται εάν αυτή αποτείνεται στον χαρακτήρα και τα προσόντα που πρέπει να έχει κανείς για να εξασκήσει στον βέλτιστο βαθμό το Βουλευτικό Αξίωμα. Αυτό βέβαια είναι πολύ λυπηρό, γιατί φανερώνει πως δίνεται περισσότερη βαρύτητα στο να αυξηθούν οι πιθανότητες για εξασφάλιση περισσότερων εδρών, παρά να διασφαλιστεί η ποιότητα της προσφοράς των υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο.
Ένα καλό παράδειγμα που θα μας βοηθήσει να δούμε πρακτικά τα πιο πάνω ζητήματα, είναι να παρατηρήσουμε πώς κατανεμήθηκαν οι έδρες στην εκλογική περιφέρεια της Λευκωσίας στις πρόσφατες Βουλευτικές Εκλογές. Από τα στοιχεία που προκύπτουν από τους εκλογικούς καταλόγους, ο αριθμός των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων για την επαρχία Λευκωσίας, ανέρχεται σε 198.553 πολίτες. Το μερίδιο των εδρών που παραχωρήθηκε στη Λευκωσία ανέρχεται στις 19. Σύμφωνα με το άθροισμα των ψήφων που έλαβαν τα δύο μεγάλα κόμματα, έχουν καταλάβει τις 11 από τις 19 έδρες στη Λευκωσία. Εάν αναλογιστεί κανείς πως το κάθε ένα Κόμμα για την επαρχία Λευκωσίας, είχε το δικαίωμα να συμπεριλάβει στον συνδυασμό του 19 υποψήφιους, θα αντιληφθεί πως 38 μόνο πολίτες διεκδίκησαν 11 Βουλευτικές έδρες. Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι πως από τους 114.951 εγγεγραμμένους ψηφοφόρους που αναλογούν στις 11 από τις 19 έδρες, είχε το δικαίωμα να τις διεκδικήσει ένας πολύ μικρός αριθμός ατόμων και αυτό είναι οξύμωρο σε σχέση με τη βαρύτητα της θέσης και τον πληθυσμό.
Η πλάνη στην οποία μπορεί να υποπέσει κανείς, είναι πως εφόσον ο εκλογικός νόμος δίνει το δικαίωμα στην ανεξάρτητη υποψηφιότητα, με αυτό τον τρόπο επιλύεται το πρόβλημα του μειωμένου δικαιώματος συμμετοχής. Ωστόσο, όπως εν τέλει θα διαφανεί, η συμβολή του στην πράξη είναι φαινομενική. Σύμφωνα με το άρθρο 32(3) του νόμου, το σύνολο των έγκυρων ψήφων σε μια εκλογική περιφέρεια, πρέπει να διαιρείται με το σύνολο των εδρών που διατέθηκαν σε εκείνη την περιφέρεια, για να καθοριστεί το «εκλογικό μέτρον» των ψήφων ανά έδρα. Έτσι, σύμφωνα με το συνολικό ποσοστό ψήφων που θα λάβει ένα κόμμα ή συνασπισμός κομμάτων/ανεξάρτητων υποψηφίων, θα πάρει κατά το «εκλογικό μέτρον» τις ανάλογες έδρες. Όσον αφορά τους ανεξάρτητους υποψηφίους, το ίδιο άρθρο αναφέρει πως για να εξασφαλίσουν έδρα θα πρέπει να ξεπεράσουν το «εκλογικό μέτρον» που είχε καθοριστεί.
Η συγκεκριμένη πρόνοια του νόμου δημιουργεί σε πολλές περιπτώσεις ανισότητα μεταξύ υποψηφίων που κατέρχονται μέσω συνδυασμών ή συνασπισμών και των τελείως ανεξάρτητων υποψήφιων. Αυτή εντοπίζεται στο άρθρο 32(4), το οποίο αναφέρει πως οι έδρες που αφορούν συνδυασμούς/συνασπισμούς, θα κατανέμονται στους υποψήφιους ανάλογα με τους σταυρούς προτίμησης που είχαν λάβει κατά προτεραιότητα. Έτσι στην πράξη πολλές φορές οι υποψήφιοι μέσω Κομμάτων μπορεί να λάβουν το αξίωμα του Βουλευτή, έχοντας λάβει λιγότερες ψήφους από το καθορισμένο «εκλογικό μέτρον». Αυτό, γιατί οι συνολικές έδρες που λαμβάνει ένα κόμμα ή συνασπισμός, εξαρτώνται από το συνολικό ποσοστό των υποψηφίων του, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το κατά πόσο ένας υποψήφιος είχε λάβει ή όχι το «εκλογικό μέτρο» των ψήφων.
Το δικαίωμα του «Εκλέγειν» αναφέρεται στην ελευθερία των πολιτών να επιλέγουν οποιοδήποτε ψηφοφόρο θεωρούν κατάλληλο να ασκήσει βουλευτικά καθήκοντα. Όπως και κατά την ανάλυση του δικαιώματος του «Εκλέγεσθαι», έτσι και τώρα, κύριο μέλημα θα είναι να διερευνηθεί το κατά πόσο το δικαίωμα του «Εκλέγειν» είναι αυτό που φαίνεται από το γράμμα του Συνταγματικού Νόμου ή εάν έχει αλλοιωθεί κατά τη διαρρύθμιση του τρόπου εκτέλεσής του. Αρχικά, είναι σημαντικό να αναφερθεί πως το δικαίωμα αυτό προκύπτει από το άρθρο 63 του Συντάγματος και προσδιορίζεται περαιτέρω μέσω των άρθρων 5,6 και 7 του περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων Νόμου, καθώς και των άρθρων 92,93 του περί Αρχείων Πληθυσμού Νόμου του 2002. Οπότε, θα πρέπει να διαβαστούν μαζί και τα 3 νομοθετήματα για να καθορίσουμε τις προϋποθέσεις ενάσκησης του δικαιώματος. Οι προϋποθέσεις που προκύπτουν είναι πως το δικαίωμα αυτό, κατέχεται από κάθε πολίτη που έχει συμπληρώσει το 17ο έτος της ηλικίας του, είναι πολίτης της Κυπριακή Δημοκρατίας, είναι εγγεγραμμένος στους εκλογικούς καταλόγους συγκεκριμένης περιφέρειας και ασκεί το δικαίωμα του μόνο σε αυτή την περιφέρεια, καθώς επίσης δεν έχει στερηθεί το δικαίωμα του «Εκλέγειν» για συναφή παραπτώματα από αρμόδιο Δικαστήριο.
Το άρθρο 22 του Περί της Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων Νόμου, αναφέρεται στους προσφερόμενους τρόπους ψηφοφορίας που έχουν οι πολίτες, κατά την ενάσκηση του δικαιώματός τους στις Βουλευτικές Εκλογές. Οι υποψήφιοι πρέπει να εκτίθενται στο κοινό προς ψήφιση, είτε ως ανεξάρτητοι είτε σε συνδυασμό υποψηφίων που καταθέτει ένα Κόμμα. Ωστόσο, το εν λόγω άρθρο παρέχει επίσης τη δυνατότητα δημιουργίας συνασπισμού κομμάτων ή συνασπισμού ανεξάρτητων υποψηφίων. Οπότε, δύο ή περισσότερα Κόμματα και/ή ανεξάρτητοι υποψήφιοι, δύνανται να συνεργαστούν καταρτίζοντας κοινό ψηφοδέλτιο υποψηφίων και κοινή ονομασία. Βέβαια, κανένας υποψήφιος δεν επιτρέπεται να εκτίθεται σε περισσότερο από ένα συνδυασμό ή συνασπισμό. Επιπρόσθετα, το άρθρο 29(6) το ίδιου νόμου είναι καθοριστικής σημασίας. Κάθε ψηφοφόρος έχει το δικαίωμα να διαθέσει τις ψήφους που του παρέχονται μόνο σε ένα συνδυασμό ή συνασπισμό κομμάτων ή ανεξάρτητο υποψήφιο ή συνασπισμό ανεξάρτητων υποψηφίων. Δεν παρέχεται η δυνατότητα να διαθέσει τις ψήφους του σε συνδυασμό των πιο πάνω επιλογών, αλλά θα πρέπει να περιοριστεί μόνο σε μια.
Αυτό που είναι εμφανές και πρέπει να τεθεί πρωταρχικά στην ανάλυση, είναι πως το δικαίωμα του «Εκλέγειν» περιορίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό. Ο λόγος είναι γιατί οι ψηφοφόροι στερούνται της δυνατότητας να κατανέμουν τις ψήφους τους στο σύνολο του διαθέσιμου προς ψήφιση κοινού ανά Επαρχία. Εάν ο εκλογικός νόμος παρείχε τη δυνατότητα στους πολίτες να επιλέξουν από οποιοδήποτε συνδυασμό/συνασπισμό κομμάτων ή/και ανεξάρτητο/συνασπισμό ανεξάρτητων υποψήφιων τις διαθέσιμες ψήφους τους, η ελευθερία του δικαιώματος θα ήταν πραγματική. Το προηγούμενο παράδειγμα που παρατέθηκε για την Επαρχία Λευκωσίας κατά την ανάλυση του δικαιώματος του «Εκλέγεσθαι», θα βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση και αυτού του ζητήματος. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, για την Επαρχία Λευκωσίας στις πρόσφατες Βουλευτικές Εκλογές, είχαν διατεθεί 19 έδρες. Εάν ο κάθε ψηφοφόρος είχε τη δυνατότητα να διαθέσει τις ψήφους του ελεύθερα, το σύνολο των 19 εδρών θα κατανεμόταν διαμέσου του συνόλου των 261 υποψηφίων που δήλωσαν ενδιαφέρον για την Επαρχία Λευκωσίας. Αυτό θα απέφευγε την εκλογή των Βουλευτών από ένα πολύ μικρό αριθμό υποψηφίων, όπως συνέβη με τη λήψη των 11 εδρών από τα δύο μεγάλα Κόμματα. Η συγκεκριμένη διαπίστωση είναι εξαιρετικής σημασίας, γιατί καταδεικνύει πως ο περιορισμός στο δικαίωμα του «Εκλέγειν» επηρεάζει άμεσα και το δικαίωμα του «Εκλέγεσθαι». Φαίνεται πως σε μεγάλο βαθμό τα δύο δικαιώματα είναι αλληλένδετα και πως ο τρόπος ενάσκησης του καθενός, τα επηρεάζει θετικά ή αρνητικά.
Επίσης το δικαίωμα που προσδίδει η νομοθεσία για τη δημιουργία συνασπισμών, φαίνεται να μην μπορεί να επιλύσει το πρόβλημα. Ο λόγος είναι γιατί η ελευθερία της επιλογής είναι και πάλι περιορισμένη σε ένα και μόνο συνασπισμό που θα έχει καταρτιστεί. Βέβαια, με αυτό μεγαλώνει ο αριθμός των επιλογών, χωρίς όμως να σημαίνει πως έχουν αρθεί σε σημαντικό βαθμό οι περιορισμοί στην ενάσκηση του δικαιώματος. Παρόλα αυτά, είναι σημαντικό να ειπωθεί πως η εν λόγω πρόνοια του νόμου παραμένει σχεδόν ανενεργή. Τα Κόμματα σε ελάχιστες περιπτώσεις στην ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας δημιούργησαν μεταξύ τους συνασπισμούς. Αυτό φαίνεται να είχε γίνει στο παρελθόν από πολύ μικρά Κόμματα ή κινήματα με σκοπό να ξεπεράσουν τα εκλογικά όρια και να πετύχουν είσοδό τους στη Βουλή.
Το τελευταίο αλλά σημαντικό ζήτημα που απομένει για να ολοκληρωθεί η ανάλυση, αφορά το δικαίωμα των πολιτών στην ψηφοφορία ανεξάρτητων υποψηφίων. Ο τρόπος που ο νόμος επιτρέπει να εξασκείται το δικαίωμα του «Εκλέγειν», σχεδόν το εκμηδενίζει. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν επιτρέπεται στους ψηφοφόρους να επιλέξουν πέραν του ενός ανεξάρτητου υποψηφίου. Σε κάθε περίπτωση που κάποιος επιθυμεί να ψηφίσει κάποιον ανεξάρτητο, οι υπόλοιπες ψήφοι που δικαιούται να χρησιμοποιήσει, αναγκαστικά θα πρέπει να παραμείνουν αδιάθετες. Αυτή η διαδικασία αποτρέπει σε μεγάλο βαθμό τους ψηφοφόρους, γιατί συνήθως οι πολίτες προτιμούν να χρησιμοποιούν περισσότερες από μια ψήφους, όταν εξασκούν το εκλογικό τους δικαίωμα.
Συμπερασματικά, από την ανωτέρω ανάλυση έχει διαφανεί πως το δικαίωμα του «Εκλέγειν» και «Εκλέγεσθαι» των πολιτών είναι περιορισμένο σε μεγάλο βαθμό. Ο τρόπος που ο νόμος το ρυθμίζει, φαίνεται να μην ευθυγραμμίζεται σε ικανοποιητικό βαθμό με το «πνεύμα» του Συντάγματος. Εκτός από αυτό, έχει παρατηρηθεί πως ούτε η πρακτική η οποία ακολουθείται από τα Κόμματα, βοηθά στην καλύτερη απόδοση. Ο σκοπός της ανάλυσης είναι να αναδειχθούν τα σημεία τα οποία βραχυκυκλώνουν σε μεγάλο βαθμό την πρόσβαση των πολιτών στο εν λόγω δικαίωμα. Ένα εύλογο ερώτημα που θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς, είναι γιατί δεν έγιναν μέχρι σήμερα επί της ουσίας διορθωτικές κινήσεις. Οι αρμόδιοι για να το πράξουν είναι οι εκάστοτε 56 Βουλευτές που αποτελούν το σώμα της Βουλής των Αντιπροσώπων. Τα τελευταία χρόνια εκφράζεται έντονα η άποψη μεταξύ των σχολιαστών, πως ο λόγος που δεν έγιναν τροποποιήσεις είναι γιατί θα αλλοιωθεί ο τρόπος συναλλαγής της πολιτικής εξουσίας. Επί παραδείγματι, εάν επιτραπεί η ελευθερία του «Εκλέγειν» σε όλες τις επιλογές που ο νόμος ορίζει, θα υπάρξει συσκότιση σχετικά με τα ποσοστά και τη δύναμη του κάθε κόμματος. Αυτό ενδέχεται να αποτελέσει πρόβλημα, γιατί με αυτά τα ποσοστά εξαργυρώνεται συνήθως ο διαμοιρασμός της Εκτελεστικής και Νομοθετικής εξουσίας. Παρόλα αυτά, θα ήταν άδικο να προκαταλάβουμε εκ των προτέρων αρνητικά τη νεοσυσταθείσα Βουλή και για τον λόγο αυτό και με καλή τη πίστη, η προσδοκία της αλλαγής παραμένει ζωντανή.
Νομικός