Παρακολουθούσα το τελευταίο διάστημα βίντεο από ομιλίες συνέδρων διαφορετικών πολιτικών παρατάξεων, οι οποίοι, με εμφανή τον συνδυασμό συναισθηματικού και ρητορικού παροξυσμού, προσπαθούσαν να πείσουν το ακροατήριό τους με λόγια που, στην ουσία, δεν πρότειναν τίποτα.
Όμορφα συνδεδεμένες λέξεις, διατυπωμένες να αγγίξουν συναισθηματικά το ακροατήριο, πίσω από τις οποίες όμως συχνά δεν υπήρχε μια ουσιαστική πολιτική πρόταση, αλλά μια πολιτική επιδίωξη διαμορφωμένη μέσα από τακτικισμούς και επικοινωνιακές επιλογές.
Ακόμη και αν η πρόθεση ήταν ειλικρινής και το ενδιαφέρον πραγματικό, η ουσία της πολιτικής πρότασης χανόταν μέσα στην υπερβολική προσπάθεια συναισθηματικής επιρροής.
Την ίδια στιγμή, τα τελευταία χρόνια γινόμαστε μάρτυρες μιας συντονισμένης προσπάθειας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από πολιτικούς ή «πολιτικούς», αλλά και από συγκεκριμένες σελίδες και ψεύτικους λογαριασμούς, που στοχεύουν αποκλειστικά στη δημιουργία εντυπώσεων. Μια προσπάθεια να τραβήξουν την προσοχή μέσα από την τοξικότητα ή να κατασκευάσουν την εικόνα μιας δήθεν κυρίαρχης κοινής γνώμης. Με άλλα λόγια, στυγνή δημαγωγία.
Ποιο είναι όμως το αποτέλεσμα για τον ίδιο τον πολίτη;
Καμία ουσιαστική παραγωγή πολιτικής. Καμία λύση σε πραγματικά προβλήματα.
Αν στόχος ήταν πραγματικά ο έλεγχος του κυβερνητικού έργου, της Βουλής ή της πολιτικής γενικότερα, τότε κάθε δημόσια τοποθέτηση θα συνοδευόταν από τεκμηριωμένες προτάσεις, στοιχεία και εναλλακτικές λύσεις με το σωστό ύφος. Αντί αυτού, επιλέγεται ο εύκολος δρόμος και φυσικά η εύκολη και τοξική προσέγγιση που αποφέρει σήμερα περισσότερες προβολές, μεγαλύτερη απήχηση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και οικονομικό όφελος.
Πολλοί θεωρούν ότι με αυτόν τον τρόπο παράγεται πολιτική. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται κυρίως για μια προσπάθεια διαχείρισης της ψυχολογίας της μάζας με σκοπό την επικράτηση στη μάχη των εντυπώσεων. Τίποτα περισσότερο.
Παρατηρούμε επίσης την παρουσίαση προτάσεων ιδιαίτερα κρίσιμων για την κοινωνία και την οικονομία χωρίς ολοκληρωμένο σχέδιο, χωρίς τεκμηρίωση και χωρίς επιστημονικό υπόβαθρο. Ακόμα και εδώ επιλέγεται η εύκολη προσέγγιση, γιατί η δύσκολη απαιτεί γνώση, μεθοδικότητα, συνεργασία και χρόνο.
Παράλληλα και μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό, τα προβλήματα που καλείται να διαχειριστεί ένα σύγχρονο κράτος δεν μοιάζουν με εκείνα του παρελθόντος. Οι προκλήσεις δεν εμφανίζονται πλέον μία-μία ούτε εξελίσσονται γραμμικά. Είναι ταυτόχρονες, αλληλένδετες και μεταβάλλονται διαρκώς. Τα ίδια τα προβλήματα και οι εξελίξεις μεταβάλλονται διαρκώς δημιουργώντας νέα δεδομένα.
Για παράδειγμα η εκθετική ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης επηρεάζει ολόκληρους κλάδους μέσα σε λίγους μήνες. Η κλιματική κρίση δημιουργεί προβλήματα απρόσμενα και νέες απαιτήσεις για ενέργεια σε σύντομο χρονικό διάστημα, ενώ η ίδια η ενέργεια ως μεταβαλλόμενο στοιχείο παρουσιάζει νέες προκλήσεις που απαιτούν συνέργειες σε Ευρωπαϊκό επίπεδο για την αντιμετώπιση της. Η Κύπρος πλέον δεν είναι ένα μικρό νησί που απέχει από όλα αυτά. Κάθε αλλαγή έχει επιρροή στην ποιότητα ζωής του πολίτη και των οικονομικών του δυνατοτήτων.
Το κράτος πλέον χρειάζεται διαφορετικά αντανακλαστικά και η σημερινή πραγματικότητα απαιτεί μια ουσιαστική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζουμε, εφαρμόζουμε και αξιολογούμε τις δημόσιες πολιτικές.
Δεν χρειαζόμαστε πλέον τον στατικό σχεδιασμό του χθες, όπου μία δημόσια πολιτική, χρειάζεται χρόνια για να εφαρμοστεί και στη συνέχεια παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητη, ανεξάρτητα από το αν επιτυγχάνει τον σκοπό της.
Χρειαζόμαστε Ευέλικτη Διακυβέρνηση (Agile Governance), ένα διαφορετικό τρόπο λειτουργίας του κράτους που θα μπορεί να ανταποκρίνεται στις αλλαγές βάση των αποτελεσμάτων.
Η Ευέλικτη Διακυβέρνηση σημαίνει ότι κάθε σημαντική πολιτική απόφαση συνοδεύεται από ξεκάθαρους στόχους, μετρήσιμους δείκτες επιτυχίας και συνεχή αξιολόγηση των πραγματικών αποτελεσμάτων της. Σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις δεν θεωρούν μια πολιτική επιτυχημένη επειδή ψηφίστηκε, αλλά επειδή αποδεικνύεται στην πράξη ότι λύνει το πρόβλημα για το οποίο σχεδιάστηκε. Και όταν τα δεδομένα δείχνουν ότι δεν αποδίδει τα αναμενόμενα, προσαρμόζεται εγκαίρως αντί να παραμένει αμετάβλητη για λόγους πολιτικού κόστους.
Αυτή η φιλοσοφία εφαρμόζεται ήδη, σε διαφορετικό βαθμό, από χώρες όπως η Εσθονία, όπου οι ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες επανασχεδιάζονται συνεχώς με βάση τα δεδομένα χρήσης των πολιτών, η Σιγκαπούρη, η οποία αξιοποιεί δεδομένα και αναλύσεις για την προσαρμογή δημόσιων πολιτικών, και η Φινλανδία, η οποία έχει υιοθετήσει την προσέγγιση της πειραματικής εφαρμογής δημόσιων πολιτικών, δοκιμάζοντας σημαντικές κοινωνικές παρεμβάσεις σε ελεγχόμενη κλίμακα πριν αποφασίσει για ευρύτερες αλλαγές.
Το κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των προσεγγίσεων είναι ότι η επιτυχία μιας πολιτικής δεν μετριέται από την ποιότητα της εξαγγελίας της, αλλά από την πραγματική της επίδραση στην κοινωνία.
Αυτό προϋποθέτει και μια διαφορετική πολιτική κουλτούρα. Μια κουλτούρα όπου η λογοδοσία δεν περιορίζεται μόνο στο αν τηρήθηκαν οι προεκλογικές δεσμεύσεις, αλλά επεκτείνεται στο αν οι αποφάσεις πέτυχαν τον σκοπό για τον οποίο λήφθηκαν. Οι δημόσιες πολιτικές αντιμετωπίζονται ως ζωντανές παρεμβάσεις που αξιολογούνται, βελτιώνονται και, όταν χρειάζεται, αναθεωρούνται.
Η εύκολη, τοξική προσέγγιση της πολιτικής μπορεί να συνεχίσει να εξασφαλίζει προβολές και πρόσκαιρα οφέλη στους θιασώτες της, αλλά αφήνει τη χώρα απροστάτευτη απέναντι στις προκλήσεις του μέλλοντος.
Το πραγματικό διακύβευμα σήμερα δεν είναι ποιος θα κερδίσει τη μάχη των εντυπώσεων αλλά αν θα αποκτήσουμε την ωριμότητα να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο διοικείται το κράτος και παράγουμε δημόσια πολιτική. Γιατί τα προβλήματα του 21ου αιώνα δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με τα εργαλεία, τις διαδικασίες και τη νοοτροπία του 20ού.
Αν θέλουμε ένα κράτος ανθεκτικό, αποτελεσματικό και πραγματικά χρήσιμο για τον πολίτη, τότε η μεγαλύτερη μεταρρύθμιση που έχουμε μπροστά μας είναι να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται, αξιολογούνται και εξελίσσονται οι ίδιες οι αποφάσεις του κράτους.