Ό,τι κι αν μεταφέρει στον χαρτοφύλακά του ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντα των Ελληνοκυπρίων. Αντιθέτως, όλα δείχνουν ότι θα είναι εις βάρος της Κύπρου και του ελληνισμού.
Τη διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνουν όλες οι προηγούμενες ενδιάμεσες συμφωνίες μέχρι τη διάσκεψη του Κραν Μοντανά. Κοινό χαρακτηριστικό όλων των σημαντικών σταθμών της διαπραγματευτικής διαδικασίας υπήρξε το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι, σε κάθε νέα ενδιάμεση συμφωνία, η ελληνοκυπριακή πλευρά προέβαινε σε μία ή περισσότερες πρόσθετες παραχωρήσεις.
Στην ουσία, όλες οι μέχρι σήμερα συμφωνίες συνιστούν μια σωρευτική διαδικασία παραχωρήσεων, οι οποίες απομακρύνονται ολοένα περισσότερο από τις βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου, τις αρχές και αξίες του ευρωπαϊκού κεκτημένου, αλλά και από το ίδιο το συνταγματικό πλαίσιο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κορύφωση αυτής της πορείας αποτελεί η πολυδιαφημισμένη και συστηματικά προβαλλόμενη, στο εσωτερικό της ελληνοκυπριακής κοινότητας, «λύση» της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας με Πολιτική Ισότητα (ΔΔΟ με ΠΙ). Η πρόταση αυτή προβάλλεται, κατά τρόπο αντιδιαλεκτικό, αντιδημοκρατικό και προπαγανδιστικό, ως η «μόνη λύση».
Στη λογική των υποστηρικτών της, κάθε επιφύλαξη απέναντί της εκλαμβάνεται περίπου ως προδοσία. Οι σκεπτικιστές και όσοι αντιλαμβάνονται το περιεχόμενό της ως ολέθριο χαρακτηρίζονται είτε μη πατριώτες είτε, στην επιεικέστερη περίπτωση, μη ρεαλιστές. Οι πρόνοιες της ΔΔΟ με ΠΙ, αντίκεινται στις θεμελιώδεις αρχές του παραδεδεγμένου δικαίου και προσβάλλουν βασικά ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα όχι μόνο της ελληνοκυπριακής πλειοψηφίας αλλά του κυπριακού λαού ως συνόλου: Ε/κ, Τ/κ, Αρμενίων, Μαρωνιτών και Λατίνων.
Στον διεθνή Τύπο διέρρευσαν πληροφορίες ότι, μεταξύ των εισηγήσεων του αποχωρούντος Αντόνιο Γκουτέρες, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα: υποτυπώδης κεντρική κυβέρνηση με ελάχιστες αρμοδιότητες, λήψη αποφάσεων μόνο με τουρκική συναίνεση, εκ περιτροπής προεδρία και μεταβατική περίοδος κατά την οποία το ψευδοκράτος θα αναβαθμιστεί μέσω απευθείας πτήσεων, εξωτερικών σχέσεων και απευθείας εμπορίου. Αν οι πληροφορίες αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τότε η προδιαγραφόμενη λύση δεν είναι απλώς διχοτομική· είναι τουρκοποιητική. Δεν θα οδηγήσει σε δύο κράτη, αλλά, σταδιακά, στην τουρκοποίηση ολόκληρης της Κύπρου. Ανθρώπινα δικαιώματα, πολιτικές ελευθερίες, περιουσιακά δικαιώματα και θεμελιώδεις δημοκρατικές αρχές θυσιάζονται στον βωμό μιας ψευδολύσης, η οποία στην πραγματικότητα συνιστά παράλυση του κράτους. Μια τέτοια διευθέτηση δεν θα είναι συμβατή με το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Η κατοχή δεν θα τερματιστεί· απλώς θα αποκτήσει διαφορετικό θεσμικό μανδύα. Εκείνο που δεν θα επιβιώσει θα είναι η Κυπριακή Δημοκρατία. Θα αλλάξουν οι θεσμοί, οι τίτλοι και τα σύμβολα του κράτους.
Η ίδια η συμπεριφορά του Γενικού Γραμματέα ενισχύει ακόμη περισσότερο τις ανησυχίες αυτές. Όταν ο κορυφαίος αξιωματούχος του ΟΗΕ δημιουργεί, με τις πράξεις του, εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία του, είναι φυσικό να τίθεται υπό αμφισβήτηση και η αξιοπιστία της διαμεσολαβητικής του αποστολής. Αν υπήρχε έστω και στοιχειώδης κρατική και διπλωματική αξιοπρέπεια εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας, τότε, μετά το απαράδεκτο ατόπημα του κ. Γκουτέρες να αποδεχθεί τιμητικές διακρίσεις και χρηματικό βραβείο από τον ισλαμοφασίστα δικτάτορα της Τουρκίας, θα όφειλε τουλάχιστον να εκφράσει επισήμως τη δυσαρέσκειά της, αν όχι να άρει την εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπό του. Με ποια αμεροληψία μπορεί ένας τόσο εκτεθειμένος Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ να προσφέρει τις «καλές του υπηρεσίες»;
Το προσχέδιο, βάσει του οποίου φαίνεται ότι θα κινηθεί η νέα πρωτοβουλία, δείχνει να έχει ήδη προσυμφωνηθεί, μεταξύ όλων όσων επιθυμούν να αναθέσουν στην Τουρκία αναβαθμισμένο γεωστρατηγικό ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ, αντιλαμβανόμενη ότι η Κύπρος —και ενδεχομένως η Ελλάδα— θα αντιδρούσαν σε μια ευθεία γεωπολιτική αναβάθμιση της Τουρκίας, φαίνεται να προωθεί ένα σχέδιο διευθέτησης το οποίο, υπό τον μανδύα της επίλυσης του Κυπριακού, θα μετατρέψει την Κυπριακή Δημοκρατία σε προτεκτοράτο της Τουρκίας μέσω του ΝΑΤΟ. Με επίκληση του ρωσικού κινδύνου και της ανάγκης διασφάλισης της σταθερότητας στη Μέση Ανατολή, διαμορφώνεται μια νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας, μέσα στην οποία το Κυπριακό κινδυνεύει, για μία ακόμη φορά, να «επιλυθεί» με όρους που εξυπηρετούν πρωτίστως τα τουρκικά συμφέροντα.
Όποιος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία ως τη μοναδική εφικτή λύση, αδυνατώντας να διακρίνει τις ευρύτερες γεωπολιτικές στοχεύσεις που τη συνοδεύουν, δύσκολα θα αντιληφθεί και τις μακροπρόθεσμες συνέπειες μιας τέτοιας διευθέτησης. Δεν πρόκειται για λύση του Κυπριακού· πρόκειται για τη σταδιακή κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και την υπαγωγή της σε ένα νέο καθεστώς γεωπολιτικής εξάρτησης, με τελικό ωφελημένο την Τουρκία. Το Κυπριακό δεν είναι πρόβλημα που επιδέχεται πολιτική ταχυδακτυλουργία ούτε διευθετείται με την επιβολή λύσεων που νομιμοποιούν τα αποτελέσματα της εισβολής και της κατοχής. Η μόνη βιώσιμη και πραγματικά δημοκρατική λύση είναι εκείνη που εναρμονίζεται πλήρως με τον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, το διεθνές δίκαιο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το ευρωπαϊκό κεκτημένο και τις θεμελιώδεις ελευθερίες που απολαμβάνει κάθε κυρίαρχο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οτιδήποτε υπολείπεται αυτών δεν συνιστά λύση. Συνιστά θεσμοποίηση της αδικίας, μονιμοποίηση της εξάρτησης και σταδιακή κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας.