Είναι μια από τις τραγικότερες οξύμωρες λεξιπλασίες της ανθρώπινης ιστορίας: η στιγμή που θριαμβεύεις να γίνεται η στιγμή που υφίστασαι πανωλεθρία. Ή, μάλλον ακριβέστερα, «πανωλεθρίαμβος» είναι τη στιγμή που θριαμβεύεις να τη μετατρέπεις σε πανωλεθρία. Γιατί υπάρχει δράστης. Ό,τι συνέβη δεν προέκυψε, δεν είναι «μοίρα», «γραφτό», «ριζικό». Εσύ το προκάλεσες. Λόγω «ύβρεως» με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου: ξεπέρασες το μέτρο, απέκτησες έπαρση αδικαιολόγητη για το μπόι σου, πίστεψες ότι «δικαιούσαι» τα πάντα, ότι περίπου σου χρωστούμε οι πολίτες, υπερεκτίμησες τον εαυτό σου κι αυτούς που σου προσφέρουν βολικά στηρίγματα. Έπεσες τη στιγμή που ξέχασες ποιος είσαι.
Αυτό ακριβώς συνέβη στην Αννίτα Δημητρίου. Με τον ΔΗΣΥ να αναδεικνύεται νικητής υπό την ηγεσία της, να παραμένει στο δημοσκοπικά δυσθεώρητο ποσοστό του 27% και να διατηρεί την κοινοβουλευτική του δύναμη, με την ίδια να εκλέγεται για δεύτερη φορά στην Προεδρία της Βουλής—στιγμή απόλυτου πολιτικού θριάμβου—αυτό που συνέβη μετά αποτελεί βαριά προσωπική της ήττα, πανωλεθρία που θα τη συνοδεύει στην πολιτική της διαδρομή. Γιατί μπορεί η ήττα να μην έχει εθελούσιους γονείς, όπως λέμε, αλλά το DNA της δεν ξεγράφει ό,τι οι πολιτικοί αποποιούνται.
Γιατί συνέβη ο πανωλεθρίαμβος της Αννίτας Δημητρίου; Μια, κατά τη γνώμη μου, μέτρια πολιτική παρουσία, δίχως ιδιαίτερη συγκρότηση, δίχως γερή αναλυτική σκέψη, δίχως ευρύ πεδίο γνώσεων, δίχως εμπειρίες απέκτησε ξαφνικά, συγκυριακά, μέσα από άστοχους αλλοτινούς υπολογισμούς, δύναμη που δεν καρπώθηκαν πολύ αξιότεροι. Η εύκολη αναρρίχηση, η ανώδυνη επιτυχία σκότωσε το μέτρο. Στον τόπο μας αυτό είναι σύνηθες. Λέξεις προορισμένες να μην πουν τίποτε, εικόνες φτιαγμένες να συγκινήσουν, να αφήσουν όλους ευχαριστημένους και να δοξάσουν όσους απλώς ανοιγοκλείνουν το στόμα τους δίχως να αγγίζουν την ουσία, να προβληματίζουν, να ξεβολεύουν, να δημιουργούν συνθήκες για τομές. Ταυτίζεσαι ευκολότερα με το άδειο. Χωράει τους πάντες. Κλασική περίπτωση: ο Φειδίας Παναγιώτου. Είναι η επιτυχία του ανώδυνου, ο θρίαμβος του ευκαιριακού, η νίκη του «είναι χαζό να έχω θέσεις», η επικράτηση μιας πολιτικής απαλλαγμένης από κόστος. Να λες και να κάνεις, να μη λες και να μην κάνεις, αλλά να κερδίζεις, να ανεβαίνες, να μαζεύεις καρέκλες.
Και ο λαός; Δεν βλέπει, δεν ακούει, δεν διαβάζει, δεν κρίνει; Δεν μπορεί; Μπορεί! Και πρέπει να το καταλάβουν όλοι, πρωτίστως ο ίδιος. Γι’ αυτό και ο πανωλεθρίαμβος. Επειδή ο λαός μπορεί. Να το πω όσο αιχμηρά το σκέφτομαι; Όση προστασία κι αν σου παρέχουν οι «φίλοι», οι πρόθυμοι, οι εθελοντές παρατρεχάμενοι, οι αυτοπροτεινόμενοι γλείφτες, μέσα από τον έλεγχο των ειδήσεων και το «φιλτράρισμα» των πληροφοριών που σου φτιάχνουν εικόνα, έρχεται η ώρα που φαίνεσαι, όπως είσαι. Όπως ήσουν από την αρχή.
Γιατί ο λαϊκισμός δεν είναι μια στιγμή—κακή, ατυχής, μοιραία. Είναι βίωμα, επαναλαμβανόμενο μοτίβο συμπεριφοράς. Έχει τις διακυμάνσεις του—άλλοτε πιο έντονο κι άλλοτε λιγότερο, άλλοτε πιο εμφανές κι άλλοτε μουλωχτό—αλλά είναι πάγια πράξη, διαρκής. Το ότι καταδέχτηκες, για να κάτσεις σε μια καρέκλα και να βαράς ένα σφυράκι σ’ ένα έδρανο, να κάνεις ένα αστείο «βιντεάκι», να κουνάς συγκαταβατικά το κεφάλι σε αντισυνταγματική κοροϊδία και να πλειοδοτείς σε επιπόλαιες υποσχέσεις, περιγράφει τέλεια τη διαρκή πράξη. Μίλησες για ακόμα μεγαλύτερους αριθμούς από αυτούς του συνομιλητή και έσχατου ψηφοφόρου σου. Στη βάση ποιας μελέτης; Κι αν αυτός ο χοντροκομμένος λαϊκισμός θεωρείς ότι είναι «προγραμματικές θέσεις» είναι ακόμα χειρότερα τα πράγματα. Γιατί οι γενικότητες εξ ορισμού δεν προορίζονται να πείσουν, αλλά να εξαπατήσουν. Όπως κι όταν μετατρέπεις, για παράδειγμα, τα Φυλακισμένα Μνήματα σε «πλατό» μελοδραματικών τηλεοπτικών και φωτογραφικών παραστάσεων. Γι’ αυτό λέω: δεν έτυχε, το έκανες. Όχι τώρα. Από πάντα.
Τώρα φάνηκε, ό,τι κι αν έκαναν οι «φίλοι» σου, για να το κρύψουν ή να το δικαιολογήσουν. Οι αξιοπρεπείς και σοβαροί ένιωσαν προσβεβλημένοι. Οι αυλικοί, οι γύρω-γύρω, οι βολικοί δεν κατάλαβαν το μέγεθος του πολιτικού σφάλματος. Και βγήκαν στα κανάλια να πουλήσουν «σοφία» στον κόσμο, να του εξηγήσουν τι είδε και τι άκουσε. Είναι αυτοί που δεν διαφωνούν ποτέ, που δεν έχουν γνώμη, ή, κι αν έχουν, δεν τη λένε. Διεγείρουν όμως τη φιλοδοξία του περιούσιου… διαχειριστή, ελπίζοντας, εάν ποτέ πετύχει τη μεγάλη καρέκλα, να έχουν ένα στασίδι κι αυτοί δίπλα του. Του διαχειριστή, όχι του ηγέτη. Άλλωστε, ο πανωλεθρίαμβος είναι η στιγμή που ο διαχειριστής αντιλαμβάνεται ότι δεν απέκτησε, παρά την όποια καρέκλα, κύρος ηγέτη.
Οι Κυπραίοι «ξεχάνουν» εύκολα, πείθονται εύκολα, «μεριδοποιούνται» εύκολα, παθιάζονται εύκολα, χειροκροτούν εύκολα. Αυτά δεν λένε οι αυλικοί; Ότι οι Κυπραίοι είμαστε εύκολα διαχειρίσιμοι; Ξανασκέψου το! Τη λαϊκίστικη ακάλυπτη επιταγή, κανένας (Κυπραίος) δεν θα τη δεχτεί, φιλώντας το χέρι σου με ευγνωμοσύνη. Το αντίθετο! Γιατί ό,τι και να πιστεύεις ή να πιστεύουν οι αυλικοί για τους Κυπραίους, εγώ σου λέω ότι είμαστε λαός με αξιοπρέπεια.
Πανωλεθρίαμβος. Κλαυσίγελως.
*Πανεπιστημιακός