«Χαρά σε όποιον ακούει την κραυγή της εποχής του, γιατί κάθε εποχή έχει και τη δική της κραυγή και συνεργάζεται μαζί της. Αυτός μονάχα σώζεται». Δεν γνωρίζω αν ο Καζαντζάκης θα συμφωνούσε με όλες τις πολιτικές μας επιλογές. Θα συμφωνούσε όμως στο ότι κάθε εποχή θέτει διαφορετικά ερωτήματα. Και οι κοινωνίες που επιμένουν να απαντούν στα σημερινά προβλήματα με το νου του χθες, αργά ή γρήγορα μένουν πίσω.
Στο Κυπριακό, συχνά μοιάζουμε να συζητούμε σαν να βρισκόμαστε ακόμη στο 1959. Το 1974 δεν μπορεί να ξεχαστεί. Η εισβολή, η κατοχή, οι αγνοούμενοι, οι πρόσφυγες, το πραξικόπημα που άνοιξε την πόρτα στην τραγωδία, αποτελούν κομμάτι της συλλογικής μας ταυτότητας. Η Ιστορία δεν διαγράφεται.
Όμως οι πρωταγωνιστές εκείνης της εποχής έχουν, σχεδόν όλοι, φύγει από τη ζωή. Η ευθύνη πέρασε στις επόμενες γενιές. Σε ανθρώπους που μεγάλωσαν σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο, με διαφορετικές προκλήσεις και διαφορετικές δυνατότητες.Το ερώτημα είναι αν θα συνεχίσουμε, ελληνοκύπριοι και τουρκοκύπριοι, να σκεφτόμαστε με τα μυαλά που δημιούργησαν το πρόβλημα ή αν θα αποκτήσουμε τα μυαλά που χρειάζονται για να το λύσουμε.
Την ιστορία τη μαθαίνουμε και για να μπορέσουμε να φανταστούμε διαφορετικά πεπρωμένα. Εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας. Όχι να λέει στους πολίτες αυτό που θέλουν να ακούσουν, αλλά αυτό που χρειάζεται να γνωρίζουν. Να μη μετρά κάθε πρόταση με βάση τις δημοσκοπήσεις. Να μη μεταμφιέζει την αδράνεια και την αποφυγή του πολιτικού κόστους σε σύνεση. Το να πηγαίνεις στα σίγουρα μπορεί να είναι η ασφαλέστερη διαδρομή για μια πολιτική καριέρα. Σπάνια όμως είναι η ασφαλέστερη διαδρομή για μια χώρα.
Η ηγεσία δεν υπάρχει για να διαχειρίζεται μόνο το παρόν. Υπάρχει για να ανοίγει δρόμους προς το μέλλον. Η τόλμη χωρίς σχέδιο είναι ανευθυνότητα. Η πραγματική τόλμη προϋποθέτει προετοιμασία, γνώση, επιμονή και σεβασμό στη νοημοσύνη της κοινωνίας. Αναζητά επίμονα τα σημεία όπου μπορούν να συναντηθούν άνθρωποι με διαφορετικές αφετηρίες. Χτίζει εμπιστοσύνη αντί να επενδύει στον φόβο.
Γιατί το Κυπριακό δεν θα λυθεί όταν εξαφανιστεί κάθε κίνδυνος. Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ. Θα λυθεί, αν πειστούμε ότι οι πιθανότητες μιας καλύτερης κοινής προοπτικής είναι μεγαλύτερες από τις «βεβαιότητες» της σημερινής στασιμότητας.
Η επιδίωξη της τέλειας λύσης συχνά οδηγεί στην παράλυση. Στη ζωή, όπως και στην πολιτική, οι μεγάλες αποφάσεις σπάνια λαμβάνονται μέσα σε συνθήκες βεβαιότητας. Είναι αποφάσεις πιθανοτήτων. Αξιολογείς δεδομένα, ζυγίζεις κινδύνους, δημιουργείς δικλίδες προστασίας και επιλέγεις τη διαδρομή που προσφέρει τις περισσότερες πιθανότητες να αφήσεις στα παιδιά σου μια καλύτερη πατρίδα από αυτή που παρέλαβες.
Αυτό δεν είναι αφέλεια. Είναι αισιοδοξία. Όχι η αισιοδοξία που πιστεύει ότι όλα θα πάνε καλά από μόνα τους. Η αισιοδοξία που πιστεύει ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε αν μάθουμε από τα λάθη μας, αλλάξουμε προσέγγιση και εργαστούμε διαφορετικά. Ο Αριστοτέλης έγραφε ότι «η ελπίδα είναι το όνειρο του ξυπνητού ανθρώπου». Και αυτή η πράξη δεν αφορά μόνο τους πολιτικούς. Αφορά και εμάς.
Γιατί οι κοινωνίες δεν αποκτούν καλύτερες ηγεσίες τυχαία. Τις επιλέγουν. Είναι ευθύνη των πολιτών να στηρίζουν ανθρώπους με όραμα, γνώση και θάρρος. Ανθρώπους που δεν επενδύουν στη διαίρεση, αλλά στην προοπτική. Που αντιλαμβάνονται ότι η πρόοδος αυτού του τόπου μπορεί να υπάρξει μόνο μέσα από τη συνεργασία, τον αλληλοσεβασμό και την εμπιστοσύνη. Αυτή είναι ίσως η πραγματική κραυγή της εποχής μας.
Να πάψουμε να αναμετριόμαστε με το παρελθόν και να αρχίσουμε να αναμετριόμαστε με το μέλλον. Γιατί αν υπάρχει ελπίδα για μια επανενωμένη, ομόσπονδη Κύπρο, δεν θα υπάρξει επειδή θα γίνουμε καλύτεροι από τους άλλους. Θα υπάρξει επειδή θα καταφέρουμε να γίνουμε καλύτεροι από τον χθεσινό εαυτό μας. Και αν αυτή η στιγμή είναι πράγματι μπροστά μας, τότε δεν έχουμε την πολυτέλεια να την αφήσουμε να περάσει. Γιατί οι εποχές δεν περιμένουν όσους διστάζουν να ακούσουν την κραυγή τους.
*Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών Πανεπιστημίου Κύπρου – Οι απόψεις είναι προσωπικές