Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Για την Κυπριακή Δημοκρατία, το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν είναι μια μακρινή ελληνοτουρκική διαφορά. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο περιβάλλον αμφισβητήσεων, μέσα στο οποίο η Τουρκία επιδιώκει να ενισχύσει τον ρόλο της στην Ανατολική Μεσόγειο και να αμφισβητήσει τις επιλογές των γειτονικών κρατών. Η Κύπρος έχει ιδιαίτερο λόγο να ανησυχεί. Ως νησιωτικό κράτος, στηρίζει τη θέση της στο διεθνές δίκαιο και στην αρχή ότι τα νησιά έχουν θαλάσσια δικαιώματα. Η αμφισβήτηση της επήρειας ελληνικών νησιών στην οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών δημιουργεί ένα προηγούμενο πολιτικής και νομικής πίεσης, το οποίο δεν μπορεί να αγνοηθεί από τη Λευκωσία.

Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει επανειλημμένα απορρίψει το μνημόνιο, υποστηρίζοντας ότι παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών και δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος τους. Η θέση αυτή συνδέεται άμεσα με τη γενικότερη υπεράσπιση της κυπριακής ΑΟΖ, των ενεργειακών σχεδιασμών της Δημοκρατίας και της αρχής ότι οι διαφορές πρέπει να επιλύονται με βάση το διεθνές δίκαιο. Η Κύπρος, ωστόσο, δεν πρέπει να περιοριστεί σε δηλώσεις καταδίκης. Χρειάζεται να ενισχύσει τη διπλωματική της παρουσία, να συντονίζεται στενά με την Αθήνα, το Κάιρο και άλλους εταίρους της, και να αξιοποιεί θεσμικά κάθε διαθέσιμο ευρωπαϊκό και διεθνές μέσο. Η αλληλεγγύη μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου δεν μπορεί να είναι μόνο συναισθηματική ή ιστορική. Οφείλει να μεταφράζεται σε κοινή στρατηγική, ανταλλαγή νομικών και διπλωματικών επιχειρημάτων, συντονισμό ενεργειακών επιλογών και συστηματική ενημέρωση των διεθνών οργανισμών.

Η Ελλάδα και η ανάγκη μιας σταθερής στρατηγικής

Η Αθήνα αντιμετώπισε το μνημόνιο με διπλωματικές διαμαρτυρίες, επαφές με τη λιβυκή πλευρά και κινητοποίηση των Ευρωπαίων εταίρων της. Παράλληλα, η συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου το 2020 αποτέλεσε μια σημαντική κίνηση για την προώθηση της ελληνικής θέσης στην Ανατολική Μεσόγειο. Η συμφωνία Ελλάδας–Αιγύπτου έδειξε ότι η οριοθέτηση μπορεί να επιδιώκεται μέσω διαπραγματεύσεων και αμοιβαία συμφωνημένων ρυθμίσεων, αντί μέσω μονομερών ενεργειών. Δεν εξάλειψε όλες τις διαφορές της περιοχής, αλλά ενίσχυσε τη διπλωματική επιχειρηματολογία της Αθήνας και επιβεβαίωσε τη σημασία των συνεργασιών με χώρες που έχουν άμεσο ενδιαφέρον για τη σταθερότητα της Μεσογείου.

Παράλληλα, η ελληνική πολιτική δεν πρέπει να εξαντλείται στην έκδοση ανακοινώσεων ή στην προσδοκία ότι οι διεθνείς εταίροι θα αναλάβουν αυτομάτως να επιλύσουν το πρόβλημα. Η διπλωματική πίεση πρέπει να είναι διαρκής, τεκμηριωμένη και πολυεπίπεδη. Χρειάζεται αξιοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενίσχυση των σχέσεων με την Αίγυπτο και με άλλες χώρες της περιοχής, καθώς και σταθερή παρουσία στους διεθνείς οργανισμούς. Ταυτόχρονα, η Αθήνα οφείλει να διατηρεί ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας με την Άγκυρα. Ο διάλογος δεν αποτελεί υποχώρηση, εφόσον διεξάγεται με σαφείς όρους και χωρίς παραίτηση από δικαιώματα. Η ειρηνική επίλυση των διαφορών, στη βάση του διεθνούς δικαίου, είναι προς το συμφέρον όλων των κρατών της περιοχής. Αυτό που δεν πρέπει να γίνει αποδεκτό είναι η μετατροπή μιας μονομερούς διεκδίκησης σε δήθεν αναγνωρισμένο καθεστώς, απλώς και μόνο επειδή επαναλαμβάνεται επί χρόνια.

Η νέα εξέλιξη του Οκτωβρίου 2026 και η λιβυκή διάσταση

Η υπόθεση απέκτησε νέα διάσταση στις 20 Οκτωβρίου 2026, όταν η Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης ενέκρινε το μνημόνιο του 2019, το οποίο είχε υπογραφεί αρχικά από την τότε κυβέρνηση της Τρίπολης. Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, καθώς η ανατολική λιβυκή πλευρά είχε προηγουμένως αντιταχθεί στη συμφωνία. Η ελληνική κυβέρνηση απέρριψε την απόφαση, επιμένοντας ότι το μνημόνιο παραμένει νομικά άκυρο και ότι παραβιάζει δικαιώματα κρατών της περιοχής. Η Κυπριακή Δημοκρατία καταδίκασε επίσης την εξέλιξη, επαναλαμβάνοντας ότι η συμφωνία δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος τρίτων κρατών. Αντίστοιχα, η Ευρωπαϊκή Ένωση επανέλαβε τη θέση της ότι το μνημόνιο δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας και προσβάλλει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών.

Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει ένα ουσιαστικό πρόβλημα, τη σύνδεση της θαλάσσιας οριοθέτησης με τις εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες της Λιβύης. Η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σύνθετες πολιτικές διαιρέσεις, ενώ οι σχέσεις των λιβυκών παρατάξεων με εξωτερικές δυνάμεις αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου ανταγωνισμού για επιρροή. Η έγκριση από τη Βουλή των Αντιπροσώπων δεν επιλύει αυτομάτως τις νομικές αμφισβητήσεις ούτε καθιστά τη συμφωνία δεσμευτική για την Ελλάδα ή την Κύπρο. Ωστόσο, μπορεί να ενισχύσει την πολιτική προβολή της τουρκικής θέσης και να δυσκολέψει τις διπλωματικές προσπάθειες για μια συνολική συνεννόηση στην περιοχή. Εδώ χρειάζεται προσοχή, η πολιτική νομιμοποίηση μιας συμφωνίας στο εσωτερικό μιας χώρας και η διεθνής νομική ισχύς της είναι δύο διαφορετικά ζητήματα. Η Ελλάδα και η Κύπρος πρέπει να επιμείνουν σε αυτή τη διάκριση, παρουσιάζοντας με συνέπεια τις νομικές τους θέσεις και αποφεύγοντας να αντιμετωπίσουν την εξέλιξη μόνο ως ένα ακόμη επεισόδιο διπλωματικής έντασης.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα όρια της αλληλεγγύης

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει διατυπώσει σαφή θέση για το μνημόνιο. Από το 2019 έχει εκφράσει αλληλεγγύη προς την Ελλάδα και την Κύπρο και έχει επισημάνει την ανάγκη σεβασμού του διεθνούς δικαίου της θάλασσας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων των κρατών-μελών. Η ευρωπαϊκή θέση είναι σημαντική, αλλά η αξία της κρίνεται και από τη συνέπειά της. Η Ένωση οφείλει να υπερασπίζεται τις αρχές της χωρίς επιλεκτικές ερμηνείες, ιδιαίτερα όταν διακυβεύονται τα δικαιώματα κρατών-μελών της. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε διαφορά στην Ανατολική Μεσόγειο πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αντιπαράθεση μεταξύ Ευρώπης και Τουρκίας. Η Τουρκία παραμένει σημαντικός γείτονας και περιφερειακός παράγοντας, με τον οποίο η συνεργασία μπορεί να είναι χρήσιμη σε ζητήματα ασφάλειας, μετανάστευσης, εμπορίου και ενέργειας. Όμως η συνεργασία δεν μπορεί να στηρίζεται στην αποδοχή τετελεσμένων που θίγουν τα δικαιώματα άλλων κρατών. Η πραγματική ευρωπαϊκή συμβολή θα ήταν η ενίσχυση των διπλωματικών προσπαθειών για μια δίκαιη και ειρηνική οριοθέτηση, με βάση το διεθνές δίκαιο, χωρίς να επιβραβεύονται μονομερείς ενέργειες.

Το δίλημμα: διάλογος ή τετελεσμένα;

Το τουρκολιβυκό μνημόνιο αποκαλύπτει μια βαθύτερη πραγματικότητα της διεθνούς πολιτικής, το δίκαιο δεν εφαρμόζεται σε πολιτικό κενό. Η γεωγραφία, η στρατιωτική ισχύς, οι συμμαχίες, η ενέργεια και η εσωτερική πολιτική των κρατών επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται και αμφισβητούνται οι διεθνείς συμφωνίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ισχύς υπερισχύει αναπόφευκτα του δικαίου. Σημαίνει ότι το δίκαιο χρειάζεται συστηματική διπλωματική υποστήριξη, τεκμηρίωση και πολιτική βούληση για να λειτουργήσει αποτελεσματικά. Η Ελλάδα και η Κύπρος πρέπει να αποφύγουν δύο εξίσου προβληματικές προσεγγίσεις. Η πρώτη είναι η υποτίμηση της σημασίας του μνημονίου, με την πεποίθηση ότι η νομική αμφισβήτησή του αρκεί από μόνη της για να εξουδετερώσει τις συνέπειές του. Η δεύτερη είναι η αντιμετώπισή του ως μιας αναπόφευκτης πραγματικότητας, στην οποία δεν υπάρχει περιθώριο αποτελεσματικής αντίδρασης. Η σωστή στρατηγική βρίσκεται ανάμεσα σε αυτές τις δύο επιλογές: σταθερή προσήλωση στο διεθνές δίκαιο, διπλωματική ενεργοποίηση, ενίσχυση των περιφερειακών συνεργασιών και διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας. Το τουρκολιβυκό μνημόνιο είναι κάτι περισσότερο από μια διαφωνία για τον χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου. Είναι δοκιμασία για το κατά πόσο τα κράτη μπορούν να επιλύουν τις διαφορές τους με κανόνες και όχι με τη δημιουργία πολιτικών τετελεσμένων.

Δρ. Πέτρος Κημήτρης

School of Education

Saint Louis University, USA