Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΣτα 180,9 εκατομμύρια ευρώ υπολογίζεται το ετήσιο κοινωνικοοικονομικό κόστος του καρκίνου του μαστού στην Κύπρο, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη, η οποία αποτυπώνει όχι μόνο τις δαπάνες για την αντιμετώπιση της νόσου, αλλά και τις επιπτώσεις της στην εργασία και την καθημερινότητα των ασθενών.
Η μελέτη, με τίτλο «Economic burden of breast cancer in Cyprus from a societal perspective», αποτελεί την πρώτη δημοσιευμένη έρευνα στην Κύπρο που εξετάζει το οικονομικό φορτίο του καρκίνου του μαστού από κοινωνική σκοπιά, συγκρίνοντας παράλληλα το κόστος της πρώιμης και της μεταστατικής νόσου.
Τα ευρήματά της παρουσιάστηκαν στις 20 Οκτωβρίου στη Λευκωσία, σε εκδήλωση που διοργάνωσε η Novartis Κύπρου, υπό την αιγίδα του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου και της Ομοσπονδίας Συνδέσμων Ασθενών Κύπρου.
Την παρουσίαση έκανε η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, δρ Γιόλα Μάρκου, παθολόγος ογκολόγος στο Ογκολογικό Κέντρο Τράπεζας Κύπρου.
Σχεδόν διπλάσιο κόστος στη μεταστατική νόσο
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα αφορά τη μεγάλη διαφορά στο κόστος ανάλογα με το στάδιο στο οποίο βρίσκεται ο καρκίνος.
Σύμφωνα με τη μελέτη, το μέσο ετήσιο κόστος ανά ασθενή με πρώιμο καρκίνο του μαστού εκτιμάται σε 13.264 ευρώ, ενώ στη μεταστατική νόσο αυξάνεται στα 26.360 ευρώ.
Η διαφορά αναδεικνύει τη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης και της αποτελεσματικής αντιμετώπισης της νόσου, καθώς η εξέλιξή της συνοδεύεται από σημαντικά μεγαλύτερες ανάγκες φροντίδας.
Ακόμη μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις καταγράφονται ανάλογα με τον μοριακό υπότυπο του καρκίνου. Στον HER2 θετικό καρκίνο του μαστού, το κόστος ανά ασθενή στο μεταστατικό στάδιο είναι περίπου 3,5 φορές υψηλότερο σε σχέση με την πρώιμη νόσο.
Παράλληλα, το μέσο συνολικό κόστος ανά ασθενή, ανεξαρτήτως σταδίου, εκτιμήθηκε σε 14.697 ευρώ για τον HR+/HER2- καρκίνο, σε 18.849 ευρώ για τον HER2 θετικό και σε 36.674 ευρώ για τον τριπλά αρνητικό καρκίνο του μαστού.
Πού κατανέμονται τα 180,9 εκατ. ευρώ
Η μεγαλύτερη κατηγορία δαπανών, ποσοστό 68,5%, αφορά τη διαχείριση της νόσου, στην οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, νοσηλείες, χειρουργικές επεμβάσεις, ακτινοθεραπεία, γενετικός έλεγχος και αντιμετώπιση συμπτωμάτων.
Οι φαρμακευτικές δαπάνες αντιστοιχούν στο 11,7% του συνολικού κόστους, ενώ η χρήση άλλων πόρων υγείας, όπως εργαστηριακές και απεικονιστικές εξετάσεις παρακολούθησης, στο 9,2%.
Σημαντικό είναι και το έμμεσο κόστος που προκαλεί η νόσος. Η απώλεια παραγωγικότητας αντιπροσωπεύει το 10,6% του συνολικού ποσού, δηλαδή περίπου 19,2 εκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Πρόκειται για μια οικονομική επίπτωση που συνδέεται με τις απουσίες από την εργασία και αποτυπώνει μέρος των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι ασθενείς πέραν της ιατρικής θεραπείας.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι το πραγματικό κοινωνικό βάρος της νόσου ενδέχεται να είναι μεγαλύτερο από αυτό που αποτυπώνεται στους υπολογισμούς.
Και αυτό διότι δεν κατέστη δυνατό να ποσοτικοποιηθούν συγκεκριμένες κατηγορίες κόστους, όπως η κατ’ οίκον φροντίδα και η άτυπη φροντίδα που προσφέρουν συγγενείς και άλλα πρόσωπα.
Εκτός των υπολογισμών έμειναν επίσης επιπτώσεις όπως ο πόνος και η κατάθλιψη, για τις οποίες δεν υπήρχαν διαθέσιμα δεδομένα.
Ως αποτέλεσμα, η μελέτη αναγνωρίζει ότι το έμμεσο κόστος μπορεί να έχει υποεκτιμηθεί.
Ανάγκη για περισσότερα κυπριακά δεδομένα
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Expert Review of Pharmacoeconomics & Outcomes Research και βασίστηκε σε συνδυασμό διαθέσιμων εθνικών και δημοσιευμένων δεδομένων, στοιχείων κόστους, κλινικών οδηγιών, εκτιμήσεων ειδικών και ερωτηματολογίων ασθενών.
Μετά την παρουσίαση πραγματοποιήθηκε συζήτηση με τη συμμετοχή εκπροσώπων της ιατρικής κοινότητας, των ασθενών και του συστήματος υγείας.
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα είναι η ανάγκη να πραγματοποιούνται μεγαλύτερες και τακτικά επικαιροποιημένες μελέτες στην Κύπρο, ώστε οι αποφάσεις για την πρόληψη, τη διάγνωση και τη θεραπεία να στηρίζονται σε αξιόπιστα τοπικά δεδομένα.
Η μελέτη χρηματοδοτήθηκε από τη Novartis Pharma Services Inc. Κύπρου. Σύμφωνα με τη δημοσίευση, ο χρηματοδότης δεν είχε ρόλο στον σχεδιασμό, στη συλλογή και ανάλυση των δεδομένων ή στην απόφαση δημοσίευσης, ενώ εργαζόμενοί του συμμετείχαν ως συγγραφείς με βάση τα προβλεπόμενα κριτήρια επιστημονικής συνεισφοράς.