Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΠάνω από ένα κιλό συνθετικών ναρκωτικών, μια μάσκα και ένα ζευγάρι γάντια με το DNA του ήταν αρκετά για να τον συνδέσουν με την υπόθεση. Δέκα χρόνια μετά τον εντοπισμό των ναρκωτικών σε διαμέρισμα στη Λάρνακα, το Εφετείο έβαλε οριστική σφραγίδα στην καταδίκη του, απορρίπτοντας την έφεσή του και επικυρώνοντας την εξαετή ποινή φυλάκισης, αφού έκρινε ότι δεν υπήρξε σφάλμα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, ούτε στην επιμέτρηση της ποινής από το Κακουργιοδικείο Λάρνακας.
Σύμφωνα με την απόφαση, η υπόθεση αποκαλύφθηκε στις 5 Ιουλίου 2016, όταν ο ιδιοκτήτης διαμερίσματος, το οποίο είχε ενοικιάσει ο εφεσείων από τον Σεπτέμβριο του 2014, μετέβη στο ακίνητο για να αλλάξει την κλειδαριά λόγω απλήρωτων ενοικίων. Κατά την είσοδό του στο διαμέρισμα εντόπισε αλουμινένιους δίσκους με ξηρή φυτική ύλη και ηλεκτρονική ζυγαριά, γεγονός που τον οδήγησε να ειδοποιήσει την Αστυνομία.
Μέλη της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών (ΥΚΑΝ) έφτασαν στο σημείο και, αφού εξασφάλισαν τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, διενήργησαν έρευνα. Κατά τη διάρκεια της έρευνας εντοπίστηκαν, μεταξύ άλλων, 1 κιλό και 117,1 γραμμάρια φυτικής ύλης στην οποία είχαν προστεθεί συνθετικές ναρκωτικές ουσίες.
Καθοριστικό στοιχείο στην υπόθεση αποτέλεσαν τα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Ινστιτούτου Γενετικής και Νευρολογίας, γενετικό υλικό του κατηγορουμένου ταυτοποιήθηκε με υλικό που εντοπίστηκε στο εσωτερικό μάσκας και γαντιών, τα οποία παραλήφθηκαν από το διαμέρισμα. Επιπλέον, στα γάντια εντοπίστηκαν ίχνη φυτικής ύλης με ναρκωτικές ουσίες. Στο διαμέρισμα βρέθηκε, επίσης, κουτί με 2.000 μαύρα σακουλάκια, για το οποίο η απόδειξη παράδοσης της εταιρείας DHL ήταν εκδομένη στο όνομα του εφεσείοντος.
Το Κακουργιοδικείο Λάρνακας έκρινε ότι τα στοιχεία αυτά, σε συνδυασμό με τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε, αποδείκνυαν ότι ο άνδρας γνώριζε την ύπαρξη των ναρκωτικών και εξακολουθούσε να έχει στην κατοχή του το διαμέρισμα κατά τον χρόνο εντοπισμού τους. Απέρριψε, παράλληλα, τον ισχυρισμό του ότι δεν διέμενε πλέον στο ακίνητο και ότι είχε παραδώσει τα κλειδιά στον αδελφό του.
Ο εφεσείων συνελήφθη τελικά στις 4 Ιουνίου 2021, όταν μετέβη στο οδόφραγμα Δερύνειας με σκοπό να περάσει στις κατεχόμενες περιοχές. Κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι εκκρεμούσε εναντίον του ένταλμα σύλληψης για την υπόθεση. Όταν ενημερώθηκε σχετικά, απάντησε «I didn’t know», σύμφωνα με όσα καταγράφονται στην απόφαση.
Το Κακουργιοδικείο τον έκρινε ένοχο και στις τρεις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, επιβάλλοντάς του έξι χρόνια φυλάκισης για κατοχή ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα και έξι μήνες για την κατοχή της μικρότερης ποσότητας. Οι ποινές διατάχθηκε να συντρέχουν, ενώ ο χρόνος που είχε παραμείνει υπό προφυλάκιση συνυπολογίστηκε.
Με την έφεσή του, ο καταδικασθείς αμφισβήτησε τόσο την καταδίκη όσο και το ύψος της ποινής. Υποστήριξε ότι τα γεγονότα δεν δικαιολογούσαν την κρίση περί ενοχής του και ότι το Δικαστήριο δεν του επέτρεψε να παρουσιάσει πραγματογνώμονα πληροφορικής, ο οποίος θα εξέταζε φωτογραφίες που, κατά τον ίδιο, αποδείκνυαν ότι βρισκόταν στην Αγγλία κατά την επίδικη περίοδο. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι οι ποινές ήταν υπερβολικές, δεδομένου του λευκού ποινικού μητρώου του, των προσωπικών και οικογενειακών του περιστάσεων και του χρόνου που είχε παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων.
Το Εφετείο απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς, επισημαίνοντας ότι το Κακουργιοδικείο είχε αξιολογήσει λεπτομερώς τη μαρτυρία και είχε αιτιολογήσει επαρκώς την απόρριψη της εκδοχής του εφεσείοντος. Έκρινε, επίσης, ότι η μη έγκριση αναβολής για την εξεύρεση πραγματογνώμονα δεν τον στέρησε από το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, καθώς είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει και να υποστηρίξει τη θέση του περί απουσίας του στο εξωτερικό.
Σε ό,τι αφορά την ποινή, το Εφετείο διαπίστωσε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντος, τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις και το γεγονός ότι είναι πατέρας ανήλικου παιδιού. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι σε υποθέσεις ναρκωτικών τέτοιας φύσεως οι προσωπικές περιστάσεις έχουν περιορισμένη βαρύτητα, καθώς προέχει η προστασία του κοινωνικού συνόλου και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών.
Το Δικαστήριο σημείωσε, τέλος, ότι το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου που μεσολάβησε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης είχε παρέλθει πριν από τη σύλληψη του εφεσείοντος, γεγονός που δεν μπορούσε να παραγνωριστεί κατά την αξιολόγηση του σχετικού ισχυρισμού.
Καταλήγοντας, το Εφετείο έκρινε ότι οι επιβληθείσες ποινές δεν αποκλίνουν από το πλαίσιο που καθορίζει η νομολογία σε παρόμοιες υποθέσεις και ότι δεν υπήρξε οποιοδήποτε σφάλμα αρχής που να δικαιολογεί την παρέμβασή του. Ως εκ τούτου, απέρριψε ομόφωνα την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.