Ένα πρώτο και ηχηρό σήμα απέναντι στις αιτιάσεις της Άγκυρας για την πρόσκτηση των μαχητικών αεροσκαφών F-35 έστειλε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, στον απόηχο των δηλώσεων του Αμερικανού Προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, στην πρόσφατη Σύνοδο του ΝΑΤΟ.
Απαντώντας σε επιστολή του Δημοκρατικού βουλευτή Γουέσλι Μπελ, η οποία εστάλη κατόπιν σχετικού αιτήματός του προς τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ για τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, τις κυρώσεις CAATSA, το πρόγραμμα των F-35 και τις σχέσεις της Τουρκίας με τη Χαμάς, το Γραφείο Νομοθετικών Υποθέσεων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ τονίζει πως η αμερικανική πολιτική για το ενδεχόμενο μεταφοράς μαχητικών αεροσκαφών F-35 στην Τουρκία παραμένει αμετάβλητη. Και αυτό, γιατί η Άγκυρα δεν έχει εκπληρώσει μέχρι σήμερα τις προϋποθέσεις που προβλέπει η αμερικανική νομοθεσία, όπως επισημαίνει το Στέιτ Ντιπάρτμεντ σε επίσημη απάντησή του προς το Κογκρέσο.
Σημειωτέον ότι το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών επισημαίνει ότι η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών εξακολουθεί να διέπεται από το άρθρο 231 του νόμου CAATSA (Νόμος για την Αντιμετώπιση των Αντιπάλων της Αμερικής Μέσω Κυρώσεων) και το άρθρο 1245 του Νόμου περί Εξουσιοδότησης Εθνικής Άμυνας για το οικονομικό έτος 2020.
Επίκεντρο της επιχειρηματολογίας του Στέιτ Ντιπάρτμεντ αποτελεί η κατοχή εκ μέρους της Τουρκίας του αντιαεροπορικού συστήματος S-400, το οποίο εγείρει φόβους στην αμερικανική πλευρά πως θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεταφορά τεχνογνωσίας σε τρίτες χώρες, αν βρισκόταν στο ίδιο αμυντικό οικοσύστημα με τα F-35. Πολύ περισσότερο, όταν τα F-35 αποτελούν στρατηγικού χαρακτήρα όπλο, το οποίο διαθέτει το μόνο το Ισραήλ σε μεγάλους αριθμούς στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο, ενώ αναμένονται τα 2 πρώτα ζεύγη το 2029, στην Ελλάδα.
Το βλέμμα στο Κογκρέσο
Το γεγονός, ωστόσο, ότι το Στέιτ Ντιπάρτμεντ δε διαπιστώνει καμία μεταβολή στο τρέχον -απαγορευτικό για την Άγκυρα- καθεστώς απόκτησης των F-35 εντείνει τις διεργασίες στους κόλπους του Κογκρέσου, αλλά και εντός του στρατοπέδου των Ρεπουμπλικανών, ιδίως όταν μεσολαβούν τρεις μήνες μόνο, για τις Ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ. Αν και ο Πρόεδρος Τραμπ έχει εκφράσει δημόσια την εγγύτητα που αισθάνεται με τον Τούρκο Πρόεδρο, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο ίδιος δεν παρουσίασε κάποιο χρονοδιάγραμμα αναφορικά με την πρόσκτηση αμερικανικών F-35 από την Άγκυρα, πέραν των θετικών προθέσεων που διατύπωσε.
Την ίδια στιγμή, εκστρατεία ενημέρωσης του αμερικανικού Κογκρέσου κατά της ενδεχόμενης μεταφοράς μαχητικών αεροσκαφών F-35 και άλλης προηγμένης στρατιωτικής τεχνολογίας στην Τουρκία προανήγγειλε τα τελευταία εικοσιτετράωρα η διεθνής Συντονιστική Επιτροπή «Δικαιοσύνη για την Κύπρο» — ΠΣΕΚΑ, σημειώνοντας πως η ενίσχυση των τουρκικών στρατιωτικών δυνατοτήτων θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο «μιας νέας κρίσης στην Ανατολική Μεσόγειο».
Υπέρμαχος ο Μπέλ
Παράλληλα, η επιλογή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ να απαντήσει στο Δημοκρατικό βουλευτή, Γουέσλι Μπέλ ενέχει έναν επιπλέον συμβολισμό, καθώς αφενός δεν πρόκειται για μέλος του Κογκρέσου που προέρχεται από την ελληνική ομογένεια, αλλά ο κ. Μπελ είχε συνυπογράψει πέρυσι τον Αύγουστο επιστολή προς τον επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, μαζί με ομογενείς γερουσιαστές και βουλευτές, που απευθυνόταν στον Μάρκο Ρούμπιο, με επίκεντρο ήδη από τότε, τα F-35.
«Το Κογκρέσο έχει στηρίξει σταθερά τις κυρώσεις βάσει του νόμου CAATSA και την απομάκρυνση της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35, διαχρονικά και με διακομματική υποστήριξη. Καλούμε την Κυβέρνηση να τηρήσει τη νομοθεσία των ΗΠΑ, να διατηρήσει τις κυρώσεις CAATSA και να προστατεύσει τα αμερικανικά αμυντικά και κατασκοπευτικά μέσα” αναφερόταν τότε στην σχετική επιστολή, που κατέληγε πως “οφείλουμε να συνεχίσουμε να καθιστούμε υπόλογους τόσο τους συμμάχους όσο και τους αντιπάλους, όταν οι ενέργειές τους απειλούν τα συμφέροντα των ΗΠΑ», με την αμερικανική διπλωματία να χαρακτηρίζει, ένα χρόνο μετά και παρά τα όσα έχουν μεσολαβήσει, την κατάσταση ως «αμετάβλητη».