Οι σκιώδεις κυβερνήσεις δημιουργούνται για να ελέγχουν τις κυβερνήσεις. Όχι για να προετοιμάζουν εσωκομματικές εκλογές. Στον Δημοκρατικό Συναγερμό μπορεί να υποστηρίζουν ότι συγκροτούν ένα Συμβούλιο Παρακολούθησης Κυβερνητικού Έργου. Η εικόνα όμως που εκπέμπεται προς τα έξω θυμίζει πολύ περισσότερο μια αγωνιώδη προσπάθεια σχεδιασμού ενός καλά οργανωμένου προεδρικού μηχανισμού.
Οι διορισμοί διαδέχονται ο ένας τον άλλο. Το ίδιο και τα “χαρτοφυλάκια“. Στελέχη που απέτυχαν να εκλεγούν ή βουλευτές που απέτυχαν να επανεκλεγούν στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές, αποκτούν τώρα ρόλο στο νέο κομματικό οικοδόμημα. Επισήμως, για να παρακολουθούν το έργο των υπουργείων. Πολιτικά όμως, η συγκυρία παραπέμπει εξόφθαλμα σε άλλα συμπεράσματα.
Στην πολιτική, όταν αρχίζει να στήνεται ένας τόσο μεγάλος κομματικός μηχανισμός, 19 μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές, δύσκολα μπορεί να πειστεί κανείς ότι το βλέμμα είναι στραμμένο αποκλειστικά στην κυβέρνηση Χριστοδουλίδη και στο έργο της. Το βλέμμα είναι στραμμένο προς την Πινδάρου και το εσωτερικό του ΔΗΣΥ.
Η Αννίτα Δημητρίου γνωρίζει ότι η επόμενη μεγάλη πολιτική μάχη της, θα δοθεί μέσα στον ίδιο τον ΔΗΣΥ. Το προεδρικό χρίσμα δεν θεωρείται δεδομένο. Ο Αβέρωφ Νεοφύτου εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμη πολιτική δύναμη. Το όνομα του Γιώργου Παμπορίδη ακούγεται ολοένα και πιο συχνά ως πιθανή επιλογή σημαντικού μέρους της κομματικής βάσης.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, κάθε διορισμός αποκτά άλλη βαρύτητα. Κάθε στέλεχος που παραμένει ενεργό, αισθάνεται χρήσιμο, βρίσκεται κοντά στην ηγεσία και αποτελεί έναν κρίκο στην αλυσίδα της εσωκομματικής επιρροής. Δεν είναι απαραίτητα μεμπτό. Δεν είναι, όμως, και πολιτικά αληθινό. Υπό την έννοια ότι αποκρύβει την πραγματική σκοπιμότητα και επιχειρεί να παραπλανήσει μέλη και ψηφοφόρους της παράταξης.
Η μέθοδος δεν είναι καινούργια. Ο Νίκος Αναστασιάδης είχε εφαρμόσει αντίστοιχη συνταγή. Όσοι έμεναν εκτός εκλογικών επιτυχιών δεν εξαφανίζονταν από το πολιτικό προσκήνιο. Αξιοποιούνταν στις λεγόμενες επιτροπές μελετών ή διορίζονταν σε ρόλο «ειδικού συμβούλου». Ήταν ένας τρόπος να διατηρείται η κομματική συνοχή, να περιορίζεται η γκρίνια και να ισχυροποιείται ο πρόεδρος.
Η διαφορά είναι ότι σήμερα το εγχείρημα μοιάζει πολύ μεγαλύτερο. Ήδη οι διορισμοί είναι υπερδιπλάσιοι από τα υπουργεία τα οποία υποτίθεται ότι θα παρακολουθούν. Με το ρυθμό που ακολουθεί η Αννίτα, θα χρειαστεί κι ένα «υπουργείο» για να συντονίζει τους παρακολουθητές των υπουργείων.
Για τον ΔΗΣΥ, η μεγαλύτερη απειλή δεν φαίνεται να βρίσκεται έξω από το κόμμα, αλλά μέσα σε αυτό. Η ιστορία της παράταξης άλλωστε το επιβεβαιώνει. Οι πιο βαθιές πληγές δεν προήλθαν από τους πολιτικούς της αντιπάλους, αλλά από τις εσωτερικές συγκρούσεις. Οι προσωπικές ατζέντες, οι μηχανισμοί, οι ομάδες επιρροής και οι μάχες διαδοχής κόστισαν πολλές φορές περισσότερο από οποιαδήποτε επίθεση της αντιπολίτευσης.
Για κάθε άνθρωπο με στοιχειώδη λογική, το 2023 έπρεπε να είχε λειτουργήσει ως πολιτικό μάθημα. Αντιθέτως, όμως, διαφαίνεται ότι κάνουν πρόβα για το 2028. Όσο πλησιάζει η ώρα της εσωκομματικής κάλπης, τόσο οι κινήσεις θα ερμηνεύονται με όρους στρατοπέδων. Κανένας διορισμός δεν θα θεωρείται ουδέτερος. Καμία επιλογή δεν θα αντιμετωπίζεται ως απλή οργανωτική απόφαση. Όλα θα περνούν μέσα από το φίλτρο του ποιος ενισχύεται και ποιος αποδυναμώνεται.
Εκεί είναι που αρχίζει η φθορά. Όχι επειδή διαφωνούν οι άνθρωποι. Στα μεγάλα κόμματα είναι σύνηθες φαινόμενο η ύπαρξη διαφορετικών τάσεων. Η φθορά αρχίζει όταν η παραγωγή πολιτικής υποχωρεί μπροστά στην παραγωγή εσωκομματικών ισορροπιών. Όταν η δημόσια εικόνα ενός κόμματος καθορίζεται περισσότερο από το ποιος διορίστηκε και λιγότερο από το τι έχει να προτείνει.
Η Αννίτα Δημητρίου έχει κάθε δικαίωμα να οργανώσει το κόμμα όπως η ίδια θεωρεί σωστό. Έχει κάθε δικαίωμα να προετοιμαστεί για τις πολιτικές μάχες που έρχονται. Εκείνο όμως που στην πολιτική είναι δεδομένο, είναι πως κάθε επιλογή έχει και το πολιτικό της κόστος.
Η κάθε κομματική ηγεσία πρέπει να είναι συνειδητοποιημένη για το ενδεχόμενο να πέσει σε παγίδα. Στην προκειμένη περίπτωση, αν το Συμβούλιο Παρακολούθησης Κυβερνητικού Έργου καταγραφεί στη συνείδηση της κοινωνίας ως ένας μηχανισμός εσωκομματικής περιχαράκωσης, τότε θα έχει αποτύχει πριν ακόμη παρουσιάσει πολιτικό αποτέλεσμα. Και το κόστος θα ακολουθήσει με μαθηματική ακρίβεια.
Η Πινδάρου παρουσιάζεται μπροστά σε μια μεγάλη παραδοξότητα. Μια σκιώδης κυβέρνηση, που υποτίθεται ότι δημιουργήθηκε για να ελέγχει την κυβέρνηση, να καταλήξει τελικά, να υπηρετεί τις εσωκομματικές ισορροπίες. Και αντί να ρίχνει φως στα λάθη και τις ελλείψεις του κυβερνητικού έργου, να ρίχνει βαριές σκιές πάνω στο ίδιο το κόμμα.