Κάθε ηγέτης μπορεί να ασκεί την εξωτερική πολιτική όπως εκείνος επιλέγει. Δεν μπορεί, όμως, να επιλέξει το κόστος και τις συνέπειες των αποφάσεών του. Μπορεί να τα προκαλεί, αλλά —ιδίως όταν κυριαρχεί ο μαξιμαλισμός— σπανίως μπορεί να τα ελέγξει.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μετέτρεψε την υπόθεση Γάζα σε ένα κακόγουστο όχημα προσωπικής του προβολής αλλά και κυρίως, προώθησης των νεοοθωμανικών τουρκικών σχεδίων με άφθονο καταρινό χρήμα. Αυτών που αποβλέπουν στη διεκδίκηση της ηγεσίας του σουνιτικού κόσμου, δια της καλλιέργειας μίσους εναντίον του Ισραήλ και κατ’ επέκταση των Εβραίων παγκοσμίως, την υιοθέτηση και το ξέπλυμα της Χαμάς και των κτηνωδιών της, όπως βέβαια και των άλλων Παλαιστινιακών τρομοκρατικών οργανώσεων.
Δεν περιορίστηκε στη σκληρή ρητορική ακόμα και στις – πολιτικές – επιθέσεις κατά του Μπενιαμίν Νετανιάχου, κάτι που άλλωστε έχει κάθε δικαίωμα να κάνει. Επέλεξε να μετατρέψει την ατζέντα του σε κρατική πολιτική με μετρήσιμο οικονομικό κόστος: διέκοψε το εμπόριο, έκλεισε τις απευθείας διαδρομές, περιόρισε τη χρήση τουρκικών λιμένων και εναέριου χώρου και κατέστησε σαφές στους Ισραηλινούς ότι δεν ήταν πλέον ευπρόσδεκτοι εκεί.
Τούρκοι έφυγαν, ήρθαν άλλοι
Η Άγκυρα ξεπέρασε κάθε όριο όταν, τον Μάιο του 2024, ανέστειλε όλες τις εισαγωγές από το Ισραήλ αλλά και τις εξαγωγές προς το εβραϊκό κράτος. Το 2023, οι τουρκικές εξαγωγές προς την ισραηλινή αγορά έφταναν τα 5,3 δισ. δολάρια. Οι ισραηλινές εξαγωγές προς την Τουρκία ήταν περίπου 1,5 δισ. δολάρια.
Η Άγκυρα υπολόγιζε ότι το πλήγμα θα ήταν δυσβάσταχτο.
Έπεσε, όμως, τραγικά έξω. Η Τράπεζα του Ισραήλ αποφάνθηκε ότι ο αντίκτυπος του εμπάργκο στις εισαγωγές και στις τιμές ήταν αμελητέος. Οι ισραηλινές επιχειρήσεις βρήκαν άλλους προμηθευτές, ακόμη και για το τσιμέντο που ήταν το βασικότερο, χωρίς ουσιαστική αύξηση των τιμών.
Το Ισραήλ αντικατέστησε την Τουρκία, ενώ οι Τούρκοι εξαγωγείς έχασαν μια κοντινή και εξόχως επικερδή αγορά εν μέσω μιας συνεχιζόμενης, οξείας οικονομικής κρίσης. Το εμπάργκο χάρισε χωρίς αμφιβολία πολιτικό θέαμα και έπεισε τα αλαλάζοντα πρωτεύοντα των μαζών του Ερντογάν. Ωστόσο δεν προκάλεσε καμία οικονομική πίεση στην Ιερουσαλήμ.
Ποιοι τουρίστες;
Το ίδιο ισχύει και για τον τουρισμό. Το 2022, με την επαναφορά των απευθείας πτήσεων και ενθαρρυμένοι από τις κινήσεις της τότε κυβέρνησης για κάποια αποκατάσταση των σχέσεων περίπου 824,000 Ισραηλινοί επισκέφθηκαν την Τουρκία. Ήταν το πρώτο κύμα αφού και μετά την τουρκική προβοκάτσια με το «Μαβί Μαρμαρά» ο τουρισμός από το Ισραήλ είχε μειωθεί κατά 90% για μία δεκαετία.
Μετά την επαναφορά των πτήσεων, οι Ισραηλινοί δεν ήταν η μεγαλύτερη εθνική ομάδα, ήταν όμως μια μεγάλη και κερδοφόρα αγορά καθώς η Τουρκία ήταν ένας πολύ φτηνός προορισμός. Τώρα η Άγκυρα επέλεξε – ευτυχώς για τις οικονομίες μας και για την ασφάλειά τους – να τους «στείλει» μαζικά στην Κύπρο, την Ελλάδα και αλλού.
Βουτιά λόγω πολέμου
Βέβαια η αγορά αυτή είναι πολύ σοβαρό κομμάτι της ζημιάς, όχι ολόκληρη όμως η εικόνα. Η μεγάλη ανατροπή προήλθε από τον πόλεμο ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν, την αστάθεια στη Μέση Ανατολή, τις κλειστές ή επισφαλείς αεροπορικές διαδρομές, την αύξηση του κόστους των πτήσεων και την αίσθηση ότι ολόκληρη η περιοχή βρίσκεται ένα βήμα πριν από την επόμενη κλιμάκωση. Όλα αυτά δεν θα είχαν πυροδοτηθεί εάν οι προστατευόμενοι του Ερντογάν δεν είχαν επιτεθεί στο Ισραήλ την 7η Οκτωβρίου 2023.
Η χρονική συγκυρία του πολέμου με το Ιράν δεν θα μπορούσε να είναι χειρότερη. Το 2025 υπήρξε χρονιά-ρεκόρ για την Τουρκία, με τουριστικά έσοδα 65,2 δισ. δολαρίων, αυξημένα κατά 6,8%. Η κυβέρνηση είχε θέσει για το 2026 στόχο 68 δισ. δολαρίων. Το πρώτο τρίμηνο έδειχνε ακόμη αντοχές: οι αφίξεις αυξήθηκαν κατά 2,2%, στα 6,84 εκατομμύρια, και τα έσοδα κατά 4,2%, στα 9,9 δισ. δολάρια. Πίσω από αυτούς τους αριθμούς, όμως, οι κρατήσεις είχαν ήδη αρχίσει να εξασθενούν.
Μετά την έναρξη του πολέμου, τουριστικοί πράκτορες κατέγραψαν μαζικές ακυρώσεις και στροφή προς κρατήσεις της τελευταίας στιγμής. Ξενοδόχοι μείωσαν τις τιμές κατά 20%-25% και ορισμένοι παραδέχθηκαν ότι πουλούσαν με ζημιά για να διατηρήσουν ρευστότητα. Τον Μάιο οι ξένοι επισκέπτες μειώθηκαν δραματικά, με κάμψη από αγορές όπως η Βρετανία, η Γερμανία, η Ρωσία, η Βουλγαρία και το Ιράν.
Φαύλοι κύκλοι
Σε αυτό προστίθεται και το τουρκικό παράδοξο: η κατάρρευση της λίρας δεν έκανε φθηνότερες τις διακοπές, επειδή ο πληθωρισμός τρέχει ταχύτερα από την υποτίμηση. Τον Ιούνιο παρέμενε στο 32,11%, ενώ ο ετήσιος ενεργειακός πληθωρισμός είχε εκτιναχθεί την άνοιξη στο 47%. Στη Μαρμαρίδα το κόστος ενός τυπικού πακέτο διακοπών αυξήθηκε κατά 23% σε λιγότερο από έναν χρόνο. Ο επισκέπτης πληρώνει περισσότερο, αλλά ακριβότερα είναι επίσης η ενέργεια, τα τρόφιμα, οι μεταφορές όπως και η δανειοδότηση των επιχειρήσεων
Εδώ βρίσκεται η μέγαλη πετρελαϊκή παγίδα. Η Τουρκία δεν αντιμετωπίζει, μέχρι στιγμής, γενικευμένη φυσική έλλειψη πετρελαίου ή άδειες αντλίες. Η κυβέρνηση αναφέρει ότι μόλις περίπου το 10% των ενεργειακών ροών της εξαρτάται άμεσα από το Στενό του Ορμούζ και διαβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει πρόβλημα ασφάλειας εφοδιασμού. Η πρόσβαση – προηγουμένως – στη Ρωσία, το Ιράκ, το Αζερμπαϊτζάν και το Καζακστάν της δίνει μεγαλύτερο περιθώριο από εκείνο που διαθέτουν πολλές ασιατικές οικονομίες.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η Τουρκία προστατεύεται από την έλλειψη που δημιουργήθηκε στη διεθνή αγορά. Η εγχώρια παραγωγή καλύπτει περίπου το 15% των αναγκών της σε πετρέλαιο, ενώ η χώρα παραμένει συνολικά κατά περίπου 70% εξαρτημένη από εισαγόμενη ενέργεια. Οι καθαρές ενεργειακές εισαγωγές αντιστοιχούν στο 3,5%-4,5% του ΑΕΠ. Κάθε μεγάλη άνοδος του πετρελαίου διογκώνει τον λογαριασμό εισαγωγών, διευρύνει το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, πιέζει τη λίρα και, μέσω της ισοτιμίας, επιστρέφει ως νέος πληθωρισμός.
Ο πόλεμος «έφαγε» τον Μάρτιο περισσότερα από 10 εκατομμύρια βαρέλια ημερήσιας παγκόσμιας προσφοράς, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, και διπλασίασε σε ορισμένες φάσεις το κόστος των αεροπορικών καυσίμων. Για τον τουρκικό τουρισμό αυτό σημαίνει ακριβότερα εισιτήρια, λιγότερες ναυλωμένες πτήσεις, μικρότερα περιθώρια για τους οργανωτές πακέτων και ακόμη μεγαλύτερο πλεονέκτημα για ανταγωνιστικούς προορισμούς που θεωρούνται ασφαλέστεροι. Η αύξηση του κόστους των πτήσεων υπολογίστηκε έως και στο 25%.
Το πλήγμα περνά από την ενέργεια σε ολόκληρη την οικονομία. Ακριβότερο ντίζελ σημαίνει ακριβότερες οδικές μεταφορές και τρόφιμα. Ακριβότερο φυσικό αέριο σημαίνει μεγαλύτερο κόστος για τη βιομηχανία και τα νοικοκυριά. Ακριβότερο λίπασμα σημαίνει νέα πίεση στην αγροτική παραγωγή. Και ακριβότερο χρήμα σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις καλούνται να αντέξουν με το βασικό επιτόκιο στο 37%.
Η Κεντρική Τράπεζα αναθεώρησε προς τα πάνω την πρόβλεψη για τον πληθωρισμό στο τέλος του 2026, στο 26%, ενώ η Standard & Poor’s ανέβασε την εκτίμησή της για τον μέσο ετήσιο πληθωρισμό στο 28,9%. Ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης προειδοποιεί ότι οι υψηλές τιμές των εμπορευμάτων μπορούν να προκαλέσουν νέα υποτίμηση και εισαγόμενο πληθωρισμό.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να περιορίσει τη ζημιά. Μείωσε τον ειδικό φόρο στη βενζίνη, απορροφώντας περίπου τα τρία τέταρτα των αυξήσεων μετά τις αρχές Μαρτίου, και ανακοίνωσε πακέτο περίπου 60 δισ. λιρών για τη στήριξη του τουρισμού. Αυτό όμως μεταφέρει μέρος του λογαριασμού στον κρατικό προϋπολογισμό. Ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι τα μέτρα ενέργειας και οι αυξημένοι τόκοι θα ανεβάσουν το δημοσιονομικό έλλειμμα από 2,9% του ΑΕΠ το 2025 σε 3,4% το 2027.
Ο «προστάτης» Ταγίπ
Ο Ερντογάν μπορεί θεωρητικά – πρακτικά όχι διότι αυτό κι αν αναιρεί τα αυτοκρατορικά του τερτίπια – να υποστηρίξει ότι πλήρωσε ένα μεγάλο τίμημα για μια πολιτική «αρχών». Στην πραγματικότητα, όμως, η πολιτική του απέναντι στο Ισραήλ εξυπηρετεί την ιδεολογική ταυτότητα του καθεστώτος, την εσωτερική συσπείρωση των οπαδών του και τη φιλοδοξία του να εμφανίζεται ως προστάτης των Παλαιστινίων και ηγέτης του μουσουλμανικού κόσμου. Όχι κάτι άλλο. Το πρόβλημα είναι ότι το κόστος δεν το πληρώνει ο ίδιος, αλλά οι εξαγωγείς, οι ξενοδόχοι, οι εργαζόμενοι και εν όλω οι φορολογούμενοι της Τουρκίας.
Το Ισραήλ βρήκε άλλους προμηθευτές. Οι Ισραηλινοί τουρίστες βρήκαν άλλες παραλίες. Μετά και τη στήριξή του δημοσίως στη Χαμάς και τις σφαγές που διέπραξε, στο Ισραήλ η Τουρκία είναι μια χώρα μισητή όσο καμία άλλη και αυτό το μίσος κανένα άλλο πρόσωπο δεν το αντιπροσωπεύει τόσο, όσο ο Ερντογάν. Αναλόγως και οι διεθνείς ταξιδιώτες μπορούν να επιλέξουν άλλες χώρες. Και το κάνουν εν μέσω αβεβαιότητας και κινδύνων στη Τουρκία.
Η Τουρκία, αντιθέτως, δεν μπορεί να επιλέξει ούτε τη διεθνή τιμή του πετρελαίου ούτε τις συνέπειες της γεωγραφίας της ούτε την αντίδραση των αγορών. Ως «σουλτάνος» wannabe ο Ερντογάν μπορεί να εκδίδει τα φιρμάνια, όπως και όποτε γουστάρει.
Τον λογαριασμό, όμως, τον εκδίδει μόνο η πραγματικότητα.

Το Παλάτι των 603 ευρώ (το λεπτό)
Η ειρωνεία είναι ότι, ενώ η Τουρκία χάνει ξένους επισκέπτες, οι ίδιοι οι Τούρκοι αναζητούν φθηνότερες διακοπές στην Ελλάδα
Η κρίση στον τουρκικό τουρισμό δεν περιορίζεται πλέον σε μειωμένες κρατήσεις και άδεια κρεβατάκια. Περίπου 1.500 ξενοδοχεία έχουν τεθεί προς πώληση, αριθμός αυξημένος κατά 129% μέσα σε έναν και μόνο χρόνο, ενώ άλλα 200 προσφέρονται προς ενοικίαση. Η μέση πληρότητα υποχώρησε κάτω από το 50% και μειώνεται συνεχώς.
Οι επιχειρήσεις πιέζονται από χρέη, φόρους, ηλεκτρονικές κατασχέσεις, υψηλά επιτόκια και λειτουργικά έξοδα που αυξάνονται ταχύτερα από τα έσοδα. Την ίδια στιγμή, περίπου 354 νέα ξενοδοχεία και 70.000 επιπλέον κλίνες αναμένεται να προστεθούν στην αγορά μέσα στο 2026, εντείνοντας τον πόλεμο τιμών. Μετά την πολεμική κλιμάκωση του Μαρτίου, οι τιμές ξενοδοχείων στο Μπόντρουμ (Αλικαρνασσό) μειώθηκαν μέσα σε μία εβδομάδα κατά περισσότερο από 25%, χωρίς όμως να ανακοπεί το κύμα ακυρώσεων.
Η ειρωνεία είναι ότι, ενώ η Τουρκία χάνει ξένους επισκέπτες, οι ίδιοι οι Τούρκοι αναζητούν φθηνότερες διακοπές στην Ελλάδα. Το 2025 καταγράφηκαν περίπου 2,25 εκατ. τουρκικές αφίξεις, υπερδιπλάσιες από το 2024, ενώ περισσότεροι από 1,1 εκατ. Τούρκοι ταξίδεψαν στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Για πολλούς, η Κως, η Χίος ή ακόμη και η Αθήνα κοστίζουν λιγότερο από το Μπόντρουμ και το Τσεσμέ.
Πίσω από την τουριστική κρίση βρίσκεται η ευρύτερη φτωχοποίηση. Ο καθαρός κατώτατος μισθός είναι 28.075 λίρες, περίπου 521 ευρώ. Το όριο πείνας για τετραμελή οικογένεια έχει φθάσει τα 663 ευρώ, το κόστος ζωής ενός άγαμου εργαζομένου τα 857 ευρώ με τον κατώτατο μισθό να είναι μόλις το 61% και το όριο φτώχειας μιας οικογένειας τα 2.159 ευρώ.
Οι στερήσεις, ωστόσο, σταματούν στις πύλες του εξωφρενικού με κάθε λογική παλατιού του Ερντογάν. Ο προϋπολογισμός της Προεδρίας για το 2026 ανέρχεται σε περίπου 395 εκατ. ευρώ, δηλαδή 1,08 εκατ. ευρώ ημερησίως. Κατά το πρώτο εξάμηνο το Παλάτι ξόδευε περίπου 603 ευρώ το λεπτό: περισσότερα από τον μηνιαίο μισθό εκατομμυρίων εργαζομένων.
Παράλληλα, το κρατικοδίαιτο σύστημα των πέντε ευνοούμενων επιχειρηματικών ομίλων έχει απορροφήσει συμβάσεις που υπολογίζονται σε σχεδόν 367 δισ. ευρώ μέσα σε δύο δεκαετίες.
Ακόμη και η πολιτική καταστολή έχει οικονομικό τίμημα: μετά τη σύλληψη Ιμάμογλου, η κεντρική τράπεζα χρειάστηκε περίπου 44 δισ. ευρώ για να στηρίξει τη λίρα λόγω μαζικής φυγής κεφαλαίων.
Ο Ερντογάν εξακολουθεί να προβάλει την εικόνα μιας ανερχόμενης περιφερειακής υπερδύναμης. Αν αυτό μπορέσει να γίνει μακράν των δεδομένων της οικονομίας και μάλιστα επί μακρόν είναι τότε η Τουρκία θα έχει γράψει μια νέα σελίδα στην Ιστορία της οικονομίας. Τη σελίδα του ανεξήγητου θαύματος.
