Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on Google
Το 95% των κυπριακών επιχειρήσεων το 217 απασχολούσε μεταξύ 0-9 υπαλλήλων, σύμφωνα με τη στατιστική υπηρεσία. Συνολικός αριθμός επιχειρήσεων: 92.095. Ουάου, που θα έλεγε και ο Βαρουφάκης. Οι πλείστες εξ’ αυτών, μάλλον αποτελούνται από τον σύζυγο, τη σύζυγο, ένα-δύο παιδιά και ενδεχομένως 1-2 αλλοδαπούς για τις χειρονακτικές εργασίες.
Λογικά, σε μία άλλη χώρα η πλειοψηφία αυτών των επιχειρήσεων θα δραστηριοποιούνταν στον πρωτογενή τομέα ή στον τομέα της μεταποίησης. Στην Κύπρο το 2017 ο αριθμός των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνταν στη μεταποίηση ήταν 5.024. Στην κατηγορία γεωργία, δασοκομία και αλιεία δραστηριοποιούνταν 3.619 εταιρείες. Ενδεχομένως πολλές άλλες μικρές εταιρείες να εμπίπτουν στον τομέα Χονδρικού και Λιανικού εμπορίου που περιλαμβάνει και την επισκευή μηχανοκίνητων οχημάτων. Από την άλλη, ο μεγαλύτερος τομέας εργοδότης στην Κύπρο είναι τα ίδια τα νοικοκυριά. Πιο συγκεκριμένα, 23.653 νοικοκυριά θεωρούνται ως εργοδότες για λήψη διαφόρων υπηρεσιών, όπως οικιακών βοηθών, κηπουρών, προσωπικού ασφαλείας, προσωπικού μάγειρα και ούτω καθ’ εξής. Διευκρινίζεται ότι τα στοιχεία αποτυπώνουν νοικοκυριά που για κάποια περίοδο του έτους κατέβαλλαν μισθό γι’ αυτού του είδους τις υπηρεσίες.
Ανακεφαλαιώνοντας λοιπόν, σε μία χώρα που ο πρωτογενής και δευτερογενής τομέας οδεύουν προς αφανισμό, οι πολύ μικρές επιχειρήσεις αποτελούν το 95% του συνόλου. Σε μία χώρα με καθαρά εισαγωγικό χαρακτήρα, για κάποιο ακατανόητο λόγο η πλειοψηφία του εργατικού δυναμικού θεωρεί πως μπορεί να ανταγωνιστεί επί ίσοις όροις εταιρείες μεγαθήρια με σωρεία συνεργειών, πολυεθνικές και οργανισμούς διεθνούς εμβέλειας. Όντως μπορούν να ανταγωνιστούν σε ένα συνεχώς διεθνοποιημένο περιβάλλον; Τα δεδομένα λένε όχι.
Ας δούμε τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Τα τελευταία στοιχεία αφορούν στο τέλος Ιουλίου 2018. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ανέρχονται σε 16.6 δις ευρώ. Από αυτά 6.1 δις ευρώ αφορούσαν σε δάνεια προς επιχειρήσεις. Από αυτά 5.2 δις ευρώ αφορούσαν σε Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις. Ουάου που θα ξαναέλεγε ο Βαρουφάκης. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως οι μεγάλες επιχειρήσεις είναι πιο υγιείς ή σε καλύτερη κατάσταση, αλλά αν μη τι άλλο διέθεταν περιουσιακά στοιχεία τα οποία αντάλλαξαν με το χρέος τους και με αυτόν τον τρόπο κατάφεραν να το μειώσουν. Από μία μικρομεσαία δεν υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορεί να κατασχέσει η τράπεζα. Πλείστες των ΜμΕ είναι «άδειες» όπως συνηθίζουν να λένε οι τράπεζες. Όσες δεν είναι «άδειες» έχουν εξασφαλίσεις που είτε συνδέονται με προσωπικά ακίνητα είτε έχουν εγγυητές που επίσης είναι προβληματικοί δανειολήπτες. Ας μην ξεχνάμε πως τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των νοικοκυριών ξεπερνούν το 50% του συνόλου των δανείων τους.
Συμπέρασμα; Η επιχειρηματικότητα είναι καλό πράγμα, αλλά όπως και οτιδήποτε καλό, χρειάζεται να είναι με μέτρο. Δεν μπορεί σε μία χώρα με τα πιο πάνω χαρακτηριστικά να υπάρχουν τόσες πολλές μικρές επιχειρήσεις. Δεν στέκει στη βάσανο της λογικής ο όγκος του προβλήματος με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια να αφορά μικρές επιχειρήσεις και νοικοκυριά αλλά όλοι να επιμένουν να γίνουν επιχειρηματίες, την ίδια ώρα που εταιρείες του τουριστικού τομέα και του τομέα της εστίασης παραπονιούνται ότι δεν μπορούν να βρουν ντόπιο εργατικό δυναμικό για να καλύψουν κενές θέσεις. Είναι χαμηλοί οι προσφερόμενοι μισθοί; Ενδεχομένως. Αλλά, με τα σημερινά δεδομένα υπάρχει εναλλακτική;
Η πλειοψηφία των Κυπρίων πρέπει να νερώσει το κρασί και να παραδεχθεί πως δεν μπορούν άπαντες να είναι επιχειρηματίες σε μία χώρα με τόσες πολλές ιδιαιτερότητες και διαρθρωτικές αδυναμίες στη στήριξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας με περιορισμένο κεφάλαιο.