Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on Google
Η δευτεροβάθμια δικαιοδοσία του Εφετείου αποσκοπεί στην επανεξέταση της ορθότητας απόφασης πρωτόδικου Δικαστηρίου, η οποία είναι καθοριστική ή δηλωτική των δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων των διαδίκων. Μάλιστα, με την τροποποίηση που επήλθε στο άρθρο 25(1) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στις 21/7/2017, περιορίστηκε νομοθετικά το πεδίο άσκησης έφεσης κατά ενδιάμεσης απόφασης, η οποία πρέπει να είναι όχι απλώς καθοριστική, αλλά απολύτως καθοριστική ως προς το αποτέλεσμα της για τα δικαιώματα των διαδίκων. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 25(1), σε έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπόκειται (α) κάθε τελική απόφαση ή διαταγή Δικαστηρίου που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία, (β) απαγορευτικά ή προστακτικά διατάγματα (παρεμπίπτοντα ή διηνεκή) ή διατάγματα διορισμού παραλήπτη που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου και (γ) ενδιάμεσες αποφάσεις απόλυτα καθοριστικές ως προς το αποτέλεσμα τους για τα δικαιώματα των διαδίκων. Περαιτέρω προνοείται ότι διάδικος δεν αποστερείται του δικαιώματος να εγείρει ζητήματα που αφορούν οποιαδήποτε ενδιάμεση απόφαση στο στάδιο της έφεσης εναντίον της τελικής απόφασης. Η πιο πάνω νομοθετική ρύθμιση, η οποία έχει αναδρομική ισχύ, ευθυγραμμίστηκε με τη νομολογία που επιβεβαίωσε ότι «απόφαση» σημαίνει «δικαστική απόφαση, ενδιάμεση ή τελική, καθοριστική για τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις των διαδίκων» και προσδιόρισε ποιες από τις ενδιάμεσες αποφάσεις πρωτόδικων Δικαστηρίων υπόκεινται σε έφεση.
Τα ανωτέρω αναφέρονται σε πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που εξέδωσαν οι Δικαστές κ.κ. Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου και Α. Λιάτσος, στις οποίες τονίζουν ότι σκοπός του τροποποιητικού Νόμου 109(Ι)/2017 είναι η αποφυγή αχρείαστων παρατάσεων και ο περιορισμός των διαδικαστικών διαδικασιών, καθώς και η αποτροπή ενθάρρυνσης αποσπασματικών εφέσεων και κατατεμαχισμού τους. Ορθή ερμηνευτική προσέγγιση του εξεταζόμενου άρθρου 25(1)(γ) του Νόμου προσδιορίζει ως εφέσιμες τις ενδιάμεσες αποφάσεις οι οποίες λόγω των εξαιρετικών περιστάσεων και δεδομένων που τις καλύπτουν, καθορίζουν κατά τρόπο απόλυτο και τελεσίδικο τα δικαιώματα των διαδίκων, επιδρώντας καταλυτικά σε αυτά. Όπου όμως τα δικαιώματα και οι απορρέουσες από αυτά αξιώσεις παραμένουν αλώβητα προς τελικό καθορισμό τους στα πλαίσια της δίκης, δεν παρέχεται δικαίωμα έφεσης.
Στην Π.Ε. Ε50/2018 ημερ.13/12/2018, η οποία αφορούσε έφεση εναντίον απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου να εκδώσει διατάγματα επαναφοράς αγωγής η οποία απορρίφθηκε, λόγω μη εκπροσώπησης και παραμερισμού εκδοθείσας απόφασης επί της ανταπαίτησης, ο Δικαστής κ. Α. Λιάτσος τόνισε ότι είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι η επίλυση υπόθεσης επί της ουσίας προϋποθέτει ακρόαση και των δύο μερών σε σχέση με τη διαφορά η οποία ανακύπτει από την αντιπαραβολή των εκατέρωθεν θέσεων, όπως αυτές παρατίθενται και στοιχειοθετούνται στη δικογραφία. Συνεπώς, έκρινε αβάσιμη τη θέση των εφεσειόντων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ενδιάμεση αλλά τελική, καταλήγοντας ότι η πρωτόδικη απόφαση δεν είναι εφέσιμη, αφού οι αξιώσεις των δύο μερών, αγωγή και ανταπαίτηση εξακολουθούν να υφίστανται και τα όποια δικαιώματα και νομικά και πραγματικά θέματα που εγείρονται, συνεχίζουν να αποτελούν επίδικα ζητήματα. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι διάδικοι θα έχουν την ευκαιρία να προβάλουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, η οποία αναμένεται να λάβει χώρα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Στην Π.Ε. Ε14/2017 και Ε209/2017 ημερ. 25/2/2019 που αφορούσε απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε αίτηση για προσωρινά διατάγματα που μονομερώς είχαν εκδοθεί και απόφαση ακύρωσης διαταγμάτων που αφορούσαν άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης, η Δικαστής κα Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση και οι δύο αποφάσεις ήταν εφέσιμες. Στην πρώτη έφεση, με αναφορά στο άρθρο 25(1)(β), έκρινε ότι θα ήταν παράλογο να υφίσταται το δικαίωμα έφεσης μόνο εάν εκδοθεί διάταγμα και να μην υφίσταται αν απορριφθεί η αίτηση και ακυρωθεί το διάταγμα. Στη δεύτερη έφεση, έκρινε ότι η ακύρωση του διατάγματος επίδοσης στο εξωτερικό με βάση τη δοθείσα αιτιολογία του πρωτόδικου Δικαστηρίου οδηγεί σε απόλυτο καθορισμό ως προς το αποτέλεσμα των δικαιωμάτων των εφεσειόντων. Ήταν σαφές, ότι η αγωγή υφίστατο εναντίον των εφεσιβλήτων μόνο στον τύπο και οι εφεσείοντες στην πραγματικότητα δεν μπορούσαν να προχωρήσαν εναντίον τους. Τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν μπορούν να ανατραπούν παρά μόνο με εφετειακό έλεγχο. Το ίδιο δεν θα ίσχυε για το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης, αφού ένας αιτητής θα μπορούσε να επανέλθει με νέα στοιχεία. Για το θέμα της αναδρομικότητας ή μη του άρθρου 25(1), τόνισε ότι οι πρόνοιες του είναι διαδικαστικής φύσης και ως εκ τούτου έχει αναδρομική ισχύ σε υποθέσεις που εκκρεμούσαν πριν τη θέσπιση του.
* Δικηγόρος στη Λάρνακα.