Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google


Οι καταχρηστικές ρήτρες σε δανειακές συμβάσεις αποτελούν τροχοπέδη για τις τράπεζες, αφού δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές – δανειολήπτες και τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να εξετάζουν το θέμα αυτεπάγγελτα και να κρίνουν τον καταχρηστικό χαρακτήρα τους. Ο Νόμος Ν.93(Ι)/96, όπως τροποποιήθηκε σε εναρμόνιση με την Οδηγία 93/13 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, εισάγει περιοριστικές διατάξεις αναφορικά με καταχρηστικές ρήτρες σε καταναλωτικές συμβάσεις, όπως η περίπτωση των δανειακών συμβάσεων σε ελβετικά φράγκα, που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, εφόσον συντάχθηκαν εκ των προτέρων και ο δανειολήπτης εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατό να επηρεάσει το περιεχόμενό τους ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσπάθειά του για τον σκοπό αυτό. Ακόμη και όταν ορισμένα στοιχεία ρήτρας ή για μεμονωμένη ρήτρα υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση, δεν αποκλείεται η εφαρμογή του Νόμου στο υπόλοιπο μέρος της σύμβασης, εφόσον η συνολική αξιολόγηση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για συνήθη προκαθορισμένη σύμβαση. Η εκτίμηση του χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας ως καταχρηστικής γίνεται με βάση τον χρόνο σύναψης της σύμβασης και λαμβάνεται υπόψη η εξειδίκευση της τράπεζας σε σχέση με τις πιθανές διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών και των εγγενών κινδύνων της συνομολόγησης δανείου σε ξένο νόμισμα. Γι’ αυτό και ο δανειολήπτης δεν πρέπει μόνο να γνωρίζει το ενδεχόμενο ανατίμησης ή υποτίμησης του ξένου νομίσματος, αλλά και να είναι σε θέση να αξιολογεί τις πιθανές οικονομικές συνέπειες από μια τέτοια ρήτρα στις οικονομικές του υποχρεώσεις. 
Καταχρηστική ρήτρα θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του δανειολήπτη σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση. Στη σχετική απόφαση που εξέδωσε ο Α.Ε.Δ. κ. Η. Γεωργίου ημερ. 29.3.2019, που αφορούσε αγωγή τραπεζικού ιδρύματος εναντίον Άγγλου δανειολήπτη που έλαβε δάνειο σε ελβετικά φράγκα για αγορά κατοικίας στην Κύπρο, εξέτασε το περιεχόμενο και τις περιστάσεις σύναψης της δανειακής σύμβασης και κατέληξε ότι περιείχε καταχρηστικές ρήτρες, ως επίσης ότι η τράπεζα δεν απέδειξε το υπόλοιπο του επίδικου δανείου και απέρριψε την αγωγή. Συναφώς αναφέρει ότι το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η Οδηγία στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι της τράπεζας τόσο ως προς τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης όσο και ως προς το επίπεδο της πληροφόρησης και ως εκ τούτου είναι υποχρεωμένος να προσχωρεί στους όρους που έχει καταρτίσει εκ των προτέρων η τράπεζα χωρίς να μπορεί να ασκήσει επιρροή επί του περιεχομένου τους. Ακριβώς επειδή βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση, το άρθρο 6(1) της Οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι οι καταχρηστικές ρήτρες δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές. 
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η επίδικη συμφωνία δανειοδότησης σε ελβετικό φράγκο δεν ήταν προϊόν ατομικής διαπραγμάτευσης και η τράπεζα δεν προσκόμισε μια τέτοια μαρτυρία. Οι υπάλληλοί της όχι μόνο αναγνώρισαν τους κινδύνους δανειοδότησης σε ξένο νόμισμα ενόψει της αυξομείωσης της ισοτιμίας του συναλλάγματος, αλλά δήλωσαν ότι η τράπεζα όφειλε να επεξηγήσει στους δανειολήπτες τους κινδύνους που ελλοχεύουν. Με βάση τη μαρτυρία που δόθηκε, καταδείχθηκε ότι η ισοτιμία του ευρώ και της αγγλικής λίρας έναντι του ελβετικού φράγκου από τον Αύγουστο 2008 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2018 μειώθηκε κατά 27,98% και 36,47%, αντίστοιχα. Η συγκεκριμένη ρήτρα κρίθηκε καταχρηστική πλην όμως δεν οδηγεί στην ακυρότητα της σύμβασης στην ολότητά της, αφού δύναται να συνεχίσει να υφίσταται με τη μετατροπή του ελβετικού φράγκου σε ευρώ με την ισοτιμία που ίσχυε κατά τη συνομολόγηση της συμφωνίας, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση η τράπεζα δεν απέδειξε το υπόλοιπο του επίδικου δανείου. Το Δικαστήριο παρέπεμψε σε αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τόνισε ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να παρέχουν στους δανειολήπτες επαρκή πληροφόρηση ώστε αυτοί να είναι σε θέση να λαμβάνουν συνετές και εμπεριστατωμένες αποφάσεις. Όπως επισημάνθηκε στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Kasler & Rabai v. OTP Jelzalogbank Zrt (C-26/13, ημερ. 30.4.2014), το άρθρο 4(2) της Οδηγίας έχει την έννοια ότι όσον αφορά στη συμβατική ρήτρα, η απαίτηση περί σαφούς και κατανοητής διατυπώσεως των ρητρών επιβάλλει όχι μόνο αυτές να είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό για τον καταναλωτή από γραμματική άποψη, αλλά επιπλέον η σύμβαση να εκθέτει κατά τρόπο διαφανή την ακριβή λειτουργία του μηχανισμού μετατροπής του ξένου νομίσματος, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων τις οικονομικές συνέπειες που συνεπάγονται για αυτόν. 
 
* Δικηγόρος στη Λάρνακα.