Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

του Τάσου Γιασεμίδη, Διοικητικός Σύμβουλος Επικεφαλής Global Compliance Management Services KPMG Κύπρου

Η πορεία του δανεισμού στην κυπριακή οικονομία τα τελευταία χρόνια δεν ακολουθεί ευθεία γραμμή.

Το 2024 οι νέες δανειοδοτήσεις υποχώρησαν, εξέλιξη αναμενόμενη, αφού η απότομη άνοδος των επιτοκίων είχε αυξήσει αισθητά το κόστος χρηματοδότησης. Νοικοκυριά και επιχειρήσεις βρέθηκαν αντιμέτωπα με μια νέα πραγματικότητα, όπου η εξυπηρέτηση του δανεισμού απαιτούσε αυστηρότερη διαχείριση ρευστότητας, αναπροσαρμογή προϋπολογισμών και πιο συντηρητικές επενδυτικές αποφάσεις.

Το 2025 ήρθε η αντίδραση: τα νέα δάνεια έφθασαν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, με ώθηση από τη στεγαστική πίστη και από μεγάλα επιχειρηματικά δάνεια, ένδειξη ότι επενδυτικά σχέδια που είχαν παγώσει έβγαιναν ξανά από τα συρτάρια.

Το 2026, ωστόσο, πρόσθεσε μια παράμετρο που λίγοι προέβλεπαν στις αρχές της χρονιάς. Η νέα ενεργειακή αναταραχή αναζωπύρωσε τον πληθωρισμό και οδήγησε την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μετά από έναν κύκλο μειώσεων, να επιστρέψει στις αυξήσεις επιτοκίων, πρώτα τον Ιούνιο και ξανά τον Σεπτέμβριο. Το σενάριο των σταδιακών μειώσεων, που θεωρείτο δεδομένο μέχρι πριν από λίγους μήνες, έδωσε τη θέση του σε μια περίοδο νέας, έστω και ήπιας, σύσφιξης.

Τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας για φέτος δείχνουν μια αγορά που κινείται με δύο ταχύτητες. Τα νοικοκυριά συνεχίζουν να δανείζονται με έντονο ρυθμό, με τα νέα στεγαστικά δάνεια να καταγράφουν επίπεδα-ρεκόρ και αύξηση της τάξης του 19% σε ετήσια βάση.

Αντίθετα, ο επιχειρηματικός δανεισμός υποχωρεί αισθητά. Η δυναμική των νοικοκυριών δεν αρκεί για ν’ αντισταθμίσει τη συγκράτηση των επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα ο συνολικός όγκος νέων δανείων να κινείται ελαφρώς χαμηλότερα από πέρσι. Η επιχειρηματική επανεκκίνηση του 2025 έχει μετατραπεί σε στάση αναμονής.

Η διαφορά σε σχέση με την πληθωριστική κρίση του 2022 είναι ουσιαστική. Οι σημερινές πιέσεις προέρχονται κυρίως από την ενέργεια, ενώ ο υποκείμενος πληθωρισμός και οι μισθολογικές πιέσεις εμφανίζονται ηπιότερες. Πρόκειται, δηλαδή, κυρίως για σοκ προσφοράς, το οποίο η νομισματική πολιτική δεν μπορεί να θεραπεύσει· μπορεί μόνο να αποτρέψει τη μετατροπή του σε μόνιμο σπιράλ τιμών και μισθών. Γι’ αυτό και οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι ο νέος κύκλος αυξήσεων θα είναι σύντομος. Όμως, η αβεβαιότητα που προκαλεί είναι ήδη εδώ, και η αβεβαιότητα, περισσότερο από το ίδιο το επιτόκιο, είναι αυτή που παγώνει τις επενδυτικές αποφάσεις.

Το κόστος χρήματος, άλλωστε, δεν είναι ο μόνος περιορισμός. Η ανάγκη σημαντικής συμμετοχής ιδίων κεφαλαίων, συχνά γύρω στο 30% μιας επένδυσης, δυσκολεύει την υλοποίηση σχεδίων, ιδιαίτερα σε τομείς όπως η ανάπτυξη γης. Εκεί, οι καθυστερήσεις στις διαδικασίες αδειοδότησης και οι αλλαγές στο πλαίσιο της τοπικής αυτοδιοίκησης προσθέτουν αβεβαιότητα και κόστος, μετατρέποντας τον χρόνο σε έναν επιπλέον, αόρατο τόκο.

Η μετάδοση των νέων αυξήσεων στην κυπριακή αγορά έχει μια ιδιαιτερότητα. Ενώ τα επιτόκια των νέων στεγαστικών δανείων άρχισαν να κινούνται ανοδικά, τα επιτόκια καταθέσεων συνέχισαν να υποχωρούν και παραμένουν από τα χαμηλότερα στην Ευρωζώνη. Το τραπεζικό σύστημα εξακολουθεί να διαθέτει άφθονη ρευστότητα, με τις καταθέσεις να αυξάνονται σταθερά, και έτσι ο ανταγωνισμός στα καταθετικά επιτόκια που πολλοί ανέμεναν δεν έχει εμφανιστεί.

Το επιτοκιακό περιθώριο των τραπεζών διευρύνεται ξανά. Αυτό δημιουργεί και μια ευθύνη: να αξιοποιηθεί για πιο ευέλικτες ρυθμίσεις προς βιώσιμους δανειολήπτες, πριν οι πιέσεις μετατραπούν σε καθυστερήσεις. Σε μια αγορά όπου κυριαρχούν τα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου, κάθε αύξηση περνά γρήγορα στις δόσεις.

Οι αναδιαρθρώσεις δανείων, που τα προηγούμενα χρόνια αποτέλεσαν βασικό εργαλείο προσαρμογής, κινήθηκαν φέτος χαμηλότερα, ένδειξη ότι η προηγούμενη φάση πίεσης είχε σε μεγάλο βαθμό απορροφηθεί. Η εικόνα αυτή, όμως, αντανακλά την περίοδο πριν από τις νέες αυξήσεις. Αν οι τιμές ενέργειας και τα επιτόκια παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, είναι πιθανό η ζήτηση για επαναδιαπραγματεύσεις να αναζωπυρωθεί. Η πρόληψη εδώ είναι φθηνότερη από τη θεραπεία, τόσο για τις τράπεζες όσο και για τους δανειολήπτες.

Για τα νοικοκυριά, το βασικό σημείο ενδιαφέροντος παραμένει η κατοικία. Το ρεκόρ στα στεγαστικά δάνεια δείχνει ισχυρή ζήτηση, αλλά ταυτόχρονα και το πόσο ακριβότερη έχει γίνει η απόκτηση σπιτιού. Οι αυξημένες τιμές ακινήτων και ενοικίων, το κόστος χρηματοδότησης και η συμπίεση του διαθέσιμου εισοδήματος λόγω ακρίβειας, την οποία η ενεργειακή κρίση επιτείνει, δημιουργούν ένα σύνθετο πλαίσιο αποφάσεων.

Πολλοί πολίτες αξιοποιούν αποταμιεύσεις που συσσωρεύτηκαν τα προηγούμενα χρόνια, ενώ οι κρατικές πρωτοβουλίες για προσιτή κατοικία βρίσκονται ακόμη σε φάση αξιολόγησης ως προς την αποτελεσματικότητά τους. Η περιορισμένη προσφορά νέων οικιστικών μονάδων, λόγω γραφειοκρατικών καθυστερήσεων, συνεχίζει να πιέζει τις τιμές. Για πολλά νέα ζευγάρια, η απόφαση απόκτησης κατοικίας είτε μετατίθεται χρονικά είτε εξαρτάται πλέον άμεσα από τη στήριξη της οικογένειας.

Για τις επιχειρήσεις, η πρόσβαση σε χρηματοδότηση παραμένει κρίσιμος παράγοντας επιβίωσης και ανάπτυξης. Η φετινή υποχώρηση του επιχειρηματικού δανεισμού δεν οφείλεται σε αυστηρότερα τραπεζικά κριτήρια, τα οποία παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητα, αλλά κυρίως στην αβεβαιότητα και στο αυξημένο κόστος ενέργειας. Ο δανεισμός εξακολουθεί να αποτελεί βασικό εργαλείο επενδύσεων και κεφαλαίου κίνησης, αρκεί να εντάσσεται σε ρεαλιστικό σχεδιασμό. Τα οργανικά κέρδη, η μετατροπή των πωλήσεων σε πραγματικές ταμειακές εισροές και η αποφυγή υπερβολικής πίστωσης αποτελούν στοιχεία χρηματοοικονομικής υγείας.

Η ενεργειακή κρίση αλλάζει, παράλληλα, και τη φύση της πράσινης μετάβασης. Από ζήτημα συμμόρφωσης γίνεται ζήτημα ανταγωνιστικότητας, και οι επενδύσεις σε ενεργειακή αποδοτικότητα και ιδιοπαραγωγή αποτελούν πλέον από τις πιο ώριμες περιπτώσεις για χρηματοδότηση. Όσες επιχειρήσεις δεν εκσυγχρονίσουν τις δομές και τις διαδικασίες τους κινδυνεύουν ν’ αντιμετωπίσουν προβλήματα βιωσιμότητας. Σημαντικό εμπόδιο παραμένει και το αυξημένο διοικητικό κόστος. Η απλούστευση διαδικασιών, η προώθηση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και η αλλαγή διοικητικής κουλτούρας αποτελούν προϋποθέσεις για ένα πιο λειτουργικό επιχειρηματικό περιβάλλον.

Σε ευρύτερο επίπεδο, η κυπριακή οικονομία, όπως και η ευρωπαϊκή, εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως στον τραπεζικό δανεισμό. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, όπου οι κεφαλαιαγορές και η ιδιωτική χρηματοδότηση διαδραματίζουν μεγαλύτερο ρόλο, σημαντικά κεφάλαια στην Ευρώπη παραμένουν αδρανή σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Στην Κύπρο, το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα εμφανές, αφού οι καταθέτες λαμβάνουν από τις χαμηλότερες αποδόσεις στην Ευρωζώνη. Η ενεργοποίηση αυτών των πόρων μέσα από εναλλακτικά εργαλεία θα μπορούσε να ενισχύσει τις επενδύσεις και να μειώσει την εξάρτηση της οικονομίας από μία μόνο πηγή χρηματοδότησης.

Συνολικά, η περίοδος των αυξημένων επιτοκίων λειτούργησε ως δοκιμασία αντοχής, αλλά και ως μηχανισμός ωρίμανσης της αγοράς. Η επανεκκίνηση του 2025 έδειξε ότι το σύστημα προσαρμόστηκε, όχι επειδή οι συνθήκες έγιναν ευκολότερες, αλλά επειδή έγιναν πιο προβλέψιμες.

Αυτή ακριβώς την προβλεψιμότητα απειλεί σήμερα η ενεργειακή αναταραχή. Δεν βρισκόμαστε μπροστά σε επανάληψη του 2022, αφού οι αυξήσεις είναι μικρότερες και οι υποκείμενες πιέσεις ηπιότερες. Βρισκόμαστε, όμως, σε μια φάση όπου η επανεκκίνηση συνεχίζεται σε πιο ασταθές έδαφος.

Ο επιχειρηματικός και ο οικογενειακός δανεισμός μπορούν ν’ αποτελέσουν χρήσιμα εργαλεία ανάπτυξης και κάλυψης αναγκών, αρκεί να χρησιμοποιούνται με σύνεση και σωστό προγραμματισμό.

Στον επιχειρηματικό δανεισμό είναι κρίσιμο να αξιολογείται ρεαλιστικά η δυνατότητα αποπληρωμής, κάτι που σήμερα σημαίνει να ελέγχεται αν η επιχείρηση αντέχει μια επιπλέον άνοδο επιτοκίων ή ενεργειακού κόστους, να υπάρχει σαφές επιχειρηματικό πλάνο και να εξετάζονται προσεκτικά οι όροι του δανείου, όπως το επιτόκιο, οι εξασφαλίσεις και οι ρήτρες.

Αντίστοιχα, στον οικογενειακό δανεισμό πρέπει να λαμβάνονται υπόψη το συνολικό εισόδημα, οι σταθερές υποχρεώσεις και τα απρόβλεπτα έξοδα, ώστε να μη διαταράσσεται η οικονομική ισορροπία του νοικοκυριού. Η επιλογή ανάμεσα σε σταθερό και κυμαινόμενο επιτόκιο αποκτά ξανά ιδιαίτερη σημασία.

Και στις δύο περιπτώσεις, ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στον υπερδανεισμό, στη διαφάνεια των όρων και στη σύγκριση εναλλακτικών επιλογών πριν από τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης. Ο υγιής δανεισμός παραμένει βασικός μοχλός ανάπτυξης, υπό την προϋπόθεση ότι συνοδεύεται από υπεύθυνη διαχείριση, θεσμική σταθερότητα και προσαρμοστικότητα στις νέες οικονομικές πραγματικότητες.

Email: Anastasis.Yiasemides@kpmg.com.cy

www.kpmg.com.cy

Από την Κυπριακή έκδοση του περιοδικού Forbes