Ο Δημήτρης Ζόππος γράφει για την τεχνολογία, την καινοτομία και τη θέση της Κύπρου στον κόσμο που έπεται.

Όταν επενδύουν στο πιο πρώιμο στάδιο, οι νεοφυείς επιχειρήσεις σπάνια έχουν έσοδα ή αποδεδειγμένη αγορά και το προϊόν τους θα καταλήξει αρκετά διαφορετικό από την πρώτη του εκδοχή. Δεν ποντάρω σε μια επιχείρηση, αλλά σε έναν άνθρωπο. Οι επενδυτές το αποκαλούν, κάπως διακριτικά, «στοίχημα σε έναν ιδρυτή» (founder bet) και αυτή είναι η πιο ειλικρινής περιγραφή της δουλειάς μας.

Έχω υποστηρίξει στο παρελθόν ότι ο επιχειρηματίας είναι ο μόνος παράγοντας της καινοτομίας που είναι πλήρως αφοσιωμένος. Το σημερινό κείμενο είναι η συνέχεια εκείνης της σκέψης. Αν τα πάντα κρίνονται από ένα και μόνο πρόσωπο, τον ιδρυτή, πώς τον αξιολογείς προτού προλάβει να αποδείξει οτιδήποτε;

Ψάχνοντας κάτι που δεν υπάρχει

Ας ξεκινήσουμε από το πόσο ασυνήθιστη πράξη είναι η ίδρυση μιας εταιρείας. Οι περισσότεροι έξυπνοι και φιλόδοξοι άνθρωποι δεν ξεκινούν ποτέ κάτι δικό τους· κρατούν τη θέση, τον μισθό και ανοιχτή την έξοδο. Ο ιδρυτής μιας εταιρείας τεχνολογίας τα εγκαταλείπει όλα αυτά οικειοθελώς, για λιγότερα χρήματα και πολύ περισσότερο άγχος, με μια μικρή μόνο πιθανότητα να δημιουργήσει κάτι που δεν υπήρχε. Ο Schumpeter τον τοποθέτησε, και όχι τον εφευρέτη ή τον τραπεζίτη, στο κέντρο της οικονομίας, επειδή είναι το πιο δυσκολόβρετο συστατικό.

Κι επειδή ο ιδρυτής επιβιώνει μέσα από αλλεπάλληλες αλλαγές σχεδίων, το ίδιο το σχέδιο δεν είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να κοιτάξεις ως επενδυτής. Σχεδόν καμία επιτυχημένη εταιρεία δεν έμεινε πιστή στην αρχική της ιδέα· οι περισσότερες άλλαξαν πορεία μία ή δύο φορές (pivots). Σταθερός μένει ο ιδρυτής.

Έτσι, σε μια πρώτη συνάντηση συζητώ με τους ιδρυτές για την πρότασή τους, όχι όμως για να κρίνω την ίδια την πρόταση. Η παρουσίαση είναι απλώς ένα εργαλείο για να αξιολογήσω τον ιδρυτή: πόσο σταθερά υπερασπίζεται μια θέση, και τι συμβαίνει όταν την αμφισβητήσω. Οι πιο οξυδερκείς έχουν ισχυρές πεποιθήσεις για τον προορισμό, αλλά είναι ευέλικτοι ως προς τη διαδρομή. Όποιος δεν μπορεί να σου εξηγήσει γιατί μπορεί και να κάνει λάθος, ή υπερασπίζεται κάθε λεπτομέρεια με την ίδια σιγουριά, δεν περνά τη δοκιμασία.

Τα τρία βασικά συστατικά

Με τον καιρό έχω καταλήξει σε τρία συστατικά, που δύσκολα αποτυπώνονται σε μια καλοστημένη παρουσίαση.

* Το πρώτο είναι το πάθος (drive) του ιδρυτή, που μετράει περισσότερο από την ευφυΐα· τίποτα δεν προβλέπει την υλοποίηση καλύτερα από την επιμονή. Και το πάθος που έχει σημασία δεν είναι η ικανότητα για ένα ηρωικό σπριντ: το χτίσιμο μιας εταιρείας είναι ένας μαραθώνιος που κρατάει χρόνια, κρίνεται από χιλιάδες μικρές αποφάσεις και κλυδωνίζεται από δυνάμεις που κανένας δεν ελέγχει. Οι κορυφαίοι ιδρυτές συνήθως κινούνται γρήγορα και δεν έχουν εφεδρικό σχέδιο· όχι από απερισκεψία, αλλά επειδή έχουν σταθμίσει πως στη τελική μπορούν να αντέξουν.

* Το δεύτερο είναι η ανεξάρτητη σκέψη. Οι πιο ενδιαφέροντες ιδρυτές έχουν μια πεποίθηση για την αγορά τους -που οι έμπειροι του κλάδου θεωρούν λανθασμένη- και συνήθως μπορούν να την τεκμηριώσουν, όχι απλώς να τη διακηρύξουν.

Η διαδρομή τους σπάνια είναι ευθύγραμμη: έζησαν σε πολλές χώρες, πήραν μια παράξενη επαγγελματική στροφή, έμαθαν μια αυτοδίδακτη δεξιότητα. Αυτός είναι εν μέρει ο λόγος που οι μετανάστες υπερεκπροσωπούνται ανάμεσα στους ισχυρούς ιδρυτές: βλέποντας τον κόσμο μέσα από περισσότερες από μία οπτικές, αμφισβητούν πιο εύκολα τις κρατούσες αντιλήψεις. Και η αυθεντική πεποίθηση σπάνια είναι απόλυτα σωστή· όταν όλα σε έναν ιδρυτή δείχνουν υπερβολικά άψογα, ανησυχώ αντί να καθησυχάζομαι.

* Το τρίτο σημάδι και το πιο υποτιμημένο, είναι η ομάδα. Δεν υπάρχει τέλειος ιδρυτής και το να τον ψάχνεις είναι χάσιμο χρόνου. Οι ιδρυτές είναι κάθε λογής, εσωστρεφείς ή εξωστρεφείς, τεχνικοί ή εμπορικοί, με διακριτά δυνατά σημεία και, σχεδόν πάντα, με κάποια κραυγαλέα κενά. Αυτή ακριβώς η ποικιλομορφία είναι που κάνει την ομάδα τόσο σημαντική. Δεν αξιολογείς αν ο βασικός ιδρυτής τα διαθέτει όλα· αξιολογείς το συνολικό φάσμα ικανοτήτων ολόκληρης της ομάδας και το αν τα κενά του ενός καλύπτονται πραγματικά από τα δυνατά σημεία του άλλου.

Η σημασία της ομαδικότητας

Και έχει σημασία, γιατί η ομάδα είναι ο πιο συνηθισμένος λόγος που αποτυγχάνουν οι νεοφυείς εταιρείες. Η πιο συχνή αιτία δεν είναι ο ανταγωνισμός, ούτε το να μείνεις από χρήματα. Είναι η ρήξη ανάμεσα στους ίδιους τους ιδρυτές. Γι’ αυτό την παρατηρούμε στενά: έχουν συνεργαστεί ξανά υπό πραγματική πίεση και είναι σαφές ποιος αποφασίζει όταν διαφωνούν; Αναζητούμε ψυχραιμία: όταν τα πράγματα στραβώνουν, η επιβίωση κρίνεται από την ανθεκτικότητα της ομάδας, όχι από τη σκηνική παρουσία.

Αξίζει να καταρρίψουμε έναν μύθο: ότι η δημιουργία εταιρειών είναι υπόθεση των νέων. Ακούγεται ωραίο αφήγημα, αλλά είναι λανθασμένο. Ο μέσος ιδρυτής είναι σαραντάρης όταν ξεκινά και οι πενηντάρηδες έχουν σχεδόν διπλάσιες πιθανότητες από τους τριαντάρηδες να χτίσουν μια εταιρεία-φαινόμενο. Η βαθιά εμπειρία στον συγκεκριμένο κλάδο προβλέπει την επιτυχία πολύ καλύτερα από τη νεανική ενέργεια. Το ρομαντικό αρχέτυπο του προγραμματιστή που παρατάει τις σπουδές στα δεκαεννιά είναι μάλλον η εξαίρεση παρά ο κανόνας.

Οφείλω να είμαι ειλικρινής για κάτι ακόμη, που κάνει τη διαδικασία τέχνη και όχι επιστήμη. Κάθε ιδρυτής είναι μια μοναδική περίπτωση και δεν μπορείς να κάνεις ελεγχόμενο πείραμα πάνω σε μια ανθρώπινη ζωή· η έρευνα μάς δίνει ενδείξεις, όχι ετυμηγορίες.

Έτσι, η πραγματική αξιολόγηση δεν είναι ποτέ μια βαθμολογία από μία συνάντηση, αλλά μια εικόνα που χτίζεται μετά από αρκετές επαφές: πώς αντιδρά κάποιος υπό πίεση, πώς φέρεται στους γύρω του όταν νομίζει ότι κανείς δεν τον βλέπει. Και από κάτω κρύβεται ένα ερώτημα που κανένα πλαίσιο δεν απαντά για μένα: πώς θα ήταν να δουλεύω δίπλα σε αυτόν τον άνθρωπο για δέκα χρόνια, μέσα από τις πιο δύσκολες στιγμές; Αυτό είναι το κρίσιμο τεστ· όλα τα υπόλοιπα είναι τρόποι να προσεγγίσουμε την απάντηση.

Επιβραβεύοντας και όχι τιμωρώντας

Κι εδώ φτάνουμε στο τι σημαίνει όλο αυτό για έναν τόπο σαν την Κύπρο. Οι ιδρυτές διαμορφώνονται από το περιβάλλον που τους γεννά. Ένας τόπος που βλέπει μια αποτυχημένη προσπάθεια ως εμπειρία και όχι ως στίγμα γεννά περισσότερες προσπάθειες κι η κάθε μία πατά πάνω στην προηγούμενη· ένας τόπος που βάζει την τάξη και τη συμμόρφωση πάνω απ’ όλα, όπως οι περισσότερες μικρές ή κλειστές κοινωνίες, καταπνίγει σιωπηλά την αντισυμβατική σκέψη που απαιτεί η δημιουργία εταιρειών.

Μια μικρή χώρα δεν μπορεί να εισαγάγει ιδρυτές κατά βούληση, ούτε και να τους κατασκευάσει, μπορεί όμως να διαμορφώσει τις συνθήκες που γεννούν περισσότερους: επιβραβεύοντας τις τολμηρές, κάπως χαοτικές προσπάθειες, αντί να τις τιμωρεί και χωρίς να στιγματίζει όσες αποτυγχάνουν.

Η Κύπρος διαθέτει επίσης ένα άνοιγμα που προέκυψε τυχαία. Ένας σημαντικός αριθμός ξένων ιδρυτών βρίσκονται ήδη εδώ, έχοντας έρθει για διάφορους λόγους. Είναι, σχεδόν εξ ορισμού, ακριβώς το είδος ανθρώπου με πολλαπλές οπτικές που τόσο συχνά γίνεται ισχυρός ιδρυτής, κι έφτασαν χωρίς να τους αναζητήσει κανείς.

Το λάθος θα ήταν να τους περιθωριοποιήσουμε σαν μια παράλληλη οικονομία παροίκων, να διευθύνουν εταιρείες που απλώς τυχαίνει να εδρεύουν στο νησί. Η ευκαιρία είναι να τους φέρουμε στο ίδιο τραπέζι με τους ντόπιους ιδρυτές, το ντόπιο κεφάλαιο και το ντόπιο ταλέντο, ώστε να γίνει πραγματικά η ζύμωση. Δεν μπορείς να κατασκευάσεις ιδρυτές κατά παραγγελία· όταν όμως έχουν ήδη επιλέξει να έρθουν, το να μην τους αξιοποιήσεις είναι σπατάλη.

Οι οικονομίες παραγωγού χτίζονται με επιφανείς ιδρυτές – άνθρωπο με άνθρωπο. Το πιο πολύτιμο πράγμα που μπορεί να μάθει ένας τόπος σαν τον δικό μας είναι να αναγνωρίζει έγκαιρα τους ιδρυτές του, από όπου κι αν προέρχονται, όσο είναι ακόμη εύκολο να περάσουν απαρατήρητοι, και να τους στηρίζει πριν από οποιονδήποτε άλλον. Αυτό είναι το μοναδικό πλεονέκτημα που η κλίμακα δεν μπορεί ποτέ να αγοράσει.

* Ο Δημήτρης Ζόππος είναι εταίρος στο 33East. Οι απόψεις που εκφράζονται είναι αποκλειστικά προσωπικές.