Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Από τη χειροκίνητη συναρμολόγηση ολοκληρωμένων κυκλωμάτων μέχρι την ανάπτυξη προηγμένων επεξεργαστών τεχνητής νοημοσύνης, η Κίνα έχει διανύσει μεγάλη απόσταση στη μάχη των ημιαγωγών. Με όχημα την κρατική χρηματοδότηση, τη ζήτηση από κινεζικούς τεχνολογικούς κολοσσούς και την πίεση των αμερικανικών περιορισμών, το Πεκίνο επιταχύνει την προσπάθεια για τεχνολογική αυτάρκεια στα μικροτσίπ.

Την άνοιξη του 1979, λίγο μετά την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων ΗΠΑ και Κίνας, αμερικανική εμπορική αντιπροσωπεία επισκέφθηκε κρατικό εργοστάσιο στη Σαγκάη. Εκεί, εργαζόμενοι τοποθετούσαν και συγκολλούσαν χειροκίνητα μικροσκοπικά καλώδια πυριτίου, χρησιμοποιώντας τσιμπίδες και μικροσκόπια.

Η εικόνα εκείνης της εποχής αποτύπωνε το μεγάλο τεχνολογικό χάσμα που χώριζε την Κίνα από τις αναπτυγμένες οικονομίες. Τις επόμενες δεκαετίες, η χώρα παρακολουθούσε την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και την Ταϊβάν να εξελίσσονται σε παγκόσμιες δυνάμεις της βιομηχανίας ημιαγωγών.

Το σχέδιο Made in China 2025

Το 2015, όταν παρουσιάστηκε το φιλόδοξο σχέδιο Made in China 2025, περίπου το 85% των αναγκών της Κίνας σε ημιαγωγούς καλυπτόταν μέσω εισαγωγών. Η χώρα δαπανούσε τότε περισσότερα για την εισαγωγή μικροτσίπ απ’ όσα για την αγορά πετρελαίου.

Το Πεκίνο σχεδίαζε να διαθέσει περίπου 150 δισ. δολάρια για τη δημιουργία εγχώριας βιομηχανίας ημιαγωγών, ενώ πρόσθετα κεφάλαια θα προέρχονταν από τις τοπικές κυβερνήσεις.

Η πρώτη φάση της προσπάθειας δεν εξελίχθηκε χωρίς προβλήματα. Αρκετά έργα παρέμειναν στάσιμα, πραγματοποιήθηκαν έρευνες για υποθέσεις διαφθοράς και η Tsinghua Unigroup κατέρρευσε υπό το βάρος των χρεών της.

Τα δεδομένα, ωστόσο, άρχισαν σταδιακά να αλλάζουν.

Η Huawei και η ώθηση της τεχνητής νοημοσύνης

Τα τσιπ τεχνητής νοημοσύνης της Huawei έχουν πλέον τη δυνατότητα να υποστηρίζουν την εκπαίδευση σύνθετων μοντέλων για αυτόνομα οχήματα και τον έλεγχο ανθρωποειδών ρομπότ.

Παράλληλα, κινεζικές επιχειρήσεις αναπτύσσουν εγχώριο εξοπλισμό παραγωγής ημιαγωγών και αναζητούν τρόπους βελτίωσης της απόδοσης παλαιότερων μηχανημάτων που είχαν εισαχθεί πριν από την επιβολή των αυστηρότερων περιορισμών.

Οι κινήσεις της Ουάσιγκτον για τον περιορισμό της πρόσβασης της Κίνας στις πλέον προηγμένες τεχνολογίες είχαν και μία απρόβλεπτη συνέπεια: ανάγκασαν το Πεκίνο να επικεντρώσει κεφάλαια, ανθρώπινο δυναμικό και έρευνα στα βασικά τεχνολογικά εμπόδια που περιορίζουν τις φιλοδοξίες του στην τεχνητή νοημοσύνη.

Με αυτόν τον τρόπο, οι αμερικανικοί εξαγωγικοί περιορισμοί λειτούργησαν και ως καταλύτης για την ανάπτυξη μιας περισσότερο αυτόνομης κινεζικής αλυσίδας εφοδιασμού.

Η εντυπωσιακή άνοδος της CXMT

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ChangXin Memory Technologies, γνωστή ως CXMT. Η κινεζική εταιρεία μικροτσίπ μνήμης είδε τη μετοχή της να αυξάνεται κατά 466% μετά την αρχική δημόσια προσφορά της.

Η δημόσια εγγραφή, ύψους περίπου 9,8 δισ. δολαρίων, συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες διεθνώς, ενισχύοντας θεαματικά τη χρηματιστηριακή αξία της επιχείρησης.

Η CXMT ιδρύθηκε το 2016 από τον Ζου Γιμίνγκ, ο οποίος είχε προηγουμένως εργαστεί στη Silicon Valley. Σε αντίθεση με προηγούμενα επιχειρηματικά εγχειρήματά του, η νέα εταιρεία ξεκίνησε με δισεκατομμύρια δολάρια κρατικής στήριξης και σαφή αποστολή: να δημιουργήσει σύγχρονα εργοστάσια και να ανταγωνιστεί τη Samsung, τη SK Hynix και τη Micron.

Για περίπου μία δεκαετία παρέμενε ζημιογόνα. Κατάφερε, όμως, να περάσει στην κερδοφορία και να αναδειχθεί στον τέταρτο μεγαλύτερο παίκτη της παγκόσμιας αγοράς όπου δραστηριοποιείται.

Κρατική πολιτική και μεγάλοι εγχώριοι πελάτες

Η ιστορία της βιομηχανίας ημιαγωγών δείχνει ότι η επιτυχία δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική υπεροχή. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν η στοχευμένη κρατική πολιτική και η ύπαρξη ισχυρών πελατών, οι οποίοι χρηματοδοτούν και επιταχύνουν την καινοτομία.

Η Texas Instruments ενισχύθηκε σημαντικά από τις αμερικανικές κρατικές συμβάσεις κατά τη διάρκεια της διαστημικής κούρσας, ενώ η συνεργασία της με την IBM συνέβαλε στην επίλυση κρίσιμων τεχνικών προβλημάτων.

Ανάλογα, η επιλογή της Intel ως προμηθεύτριας για τον πρώτο προσωπικό υπολογιστή της IBM έδωσε στην εταιρεία ισχυρό προβάδισμα στην εποχή των PC.

Η TSMC, με τη στήριξη της κυβέρνησης της Ταϊβάν και μια σταθερή βιομηχανική στρατηγική, ανέπτυξε στενές σχέσεις με εταιρείες όπως η Apple και η Nvidia, κατακτώντας κυρίαρχη θέση στην παραγωγή προηγμένων ημιαγωγών.

Σήμερα, αντίστοιχο ρόλο στην Κίνα μπορούν να διαδραματίσουν εταιρείες όπως η Huawei, η Tencent και η Alibaba. Οι αμερικανικοί περιορισμοί τις ωθούν να συνεργάζονται στενότερα με Κινέζους κατασκευαστές, αντί να βασίζονται αποκλειστικά στους κορυφαίους διεθνείς προμηθευτές.

Το στοίχημα της μνήμης υψηλού εύρους ζώνης

Επόμενος μεγάλος στόχος της CXMT είναι η ανάπτυξη μνήμης υψηλού εύρους ζώνης, γνωστής ως HBM. Πρόκειται για τεχνολογία ζωτικής σημασίας για τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης και τους προηγμένους επεξεργαστές της Nvidia.

Η Κίνα δεν έχει ακόμη καταφέρει να παράγει εμπορικά σε μεγάλη κλίμακα αυτόν τον τύπο μνήμης. Η CXMT διαθέτει, όμως, ένα ιδιαίτερα ισχυρό πελατολόγιο, στο οποίο περιλαμβάνονται οι Alibaba, ByteDance, Lenovo, Tencent και Xiaomi.

Οι εταιρείες αυτές έχουν άμεσο συμφέρον να βοηθήσουν τους εγχώριους προμηθευτές να καλύψουν το τεχνολογικό χάσμα και να περιορίσουν την εξάρτησή τους από ξένες τεχνολογίες.

Το χάσμα παραμένει, αλλά η πίεση φέρνει καινοτομία

Παρά τη σημαντική πρόοδο, η Κίνα εξακολουθεί να υπολείπεται των κορυφαίων διεθνών κατασκευαστών σε κρίσιμα τμήματα της βιομηχανίας. Οι κυρώσεις, ωστόσο, έχουν οδηγήσει τις κινεζικές επιχειρήσεις σε συνεχείς μικρές βελτιώσεις, οι οποίες σωρευτικά ενισχύουν την τεχνολογική τους ανεξαρτησία.

Ταυτόχρονα, η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης έχει προκαλέσει παγκόσμια έλλειψη μικροτσίπ μνήμης, δημιουργώντας αυξημένη ζήτηση και ισχυρότερα έσοδα για εταιρείες όπως η CXMT.

Οι κίνδυνοι δεν έχουν εκλείψει. Οι συνεργασίες μεταξύ κινεζικών εταιρειών μπορεί να δοκιμαστούν από επιχειρηματικές συγκρούσεις, ενώ η Ουάσιγκτον αναμένεται να συνεχίσει τις προσπάθειες περιορισμού της τεχνολογικής προόδου της Κίνας, επικαλούμενη και πιθανές στρατιωτικές εφαρμογές.

Η μάχη των μικροτσίπ, επομένως, δεν έχει κριθεί. Η Κίνα, όμως, διαθέτει πλέον κρατική χρηματοδότηση, ισχυρή εσωτερική ζήτηση και μεγάλες τεχνολογικές επιχειρήσεις που μπορούν να λειτουργήσουν ως πελάτες και ερευνητικοί συνεργάτες. Κυρίως, έχει μετατρέψει την πίεση των περιορισμών σε κίνητρο για ταχύτερη καινοτομία.

Απόδοση – Επιμέλεια: Γιώργος Δ. Παυλόπουλος

BloombergOpinion