Στο ψυγείο μπήκαν 136 υποθέσεις εκποιήσεων κύριων κατοικιών τα δύο προηγούμενα χρόνια, μετά από παρέμβαση της Χρηματοοικονομικής Επιτρόπου. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι η Επίτροπος δεν έχει αρμοδιότητα να προχωρήσει σε αναστολή ή ακύρωση διαδικασιών εκποίησης.
Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις παρεμβαίνει για ανθρωπιστικούς λόγους, συμβάλλοντας στην εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών.
Σύμφωνα με στοιχεία που εξασφάλισε ο «Φ», πέρσι υποβλήθηκαν συνολικά 437 αιτήματα για αναστολή πλειστηριασμών, έναντι 230 αιτημάτων το 2024. Από αυτά, τα 215 αφορούσαν αναστολή ή ακύρωση εκποίησης ακινήτου, έναντι 110 αιτημάτων το 2024.
Σημειώνεται πως το 2025 το 89% των αιτημάτων, δηλαδή 389 περιπτώσεις, για αναστολή εκποιήσεων αφορούσε ενυπόθηκα ακίνητα σε εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων, ενώ το 11%, δηλαδή 48 περιπτώσεις, αφορούσε τραπεζικά ιδρύματα. Εξάλλου, το 2024, από τα 230 συνολικά αιτήματα, τα 195, ποσοστό περίπου 85%, σχετίζονταν με εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων και μόλις 35 με τράπεζες.
Πάντως, η περσινή αύξηση των αιτημάτων για αναστολή πλειστηριασμών οφείλεται στην εντατικοποίηση των διαδικασιών εκποίησης που αφορούν στεγαστικά δάνεια και κύριες κατοικίες, αλλά και στη μεταφορά μεγάλου μέρους του χαρτοφυλακίου των κόκκινων δανείων από τις τράπεζες στις συγκεκριμένες εταιρείες. Η εντατικοποίηση των εκποιήσεων άρχισε τον Σεπτέμβριο του 2024, όταν επανεκκίνησαν οι διαδικασίες, καθώς η προηγούμενη Βουλή, μέσω νομοθετικών παρεμβάσεων, προχωρούσε σε προσωρινή αναστολή του νομικού πλαισίου για τις εκποιήσεις.
Αυξητική τάση τα επόμενα χρόνια
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσης, τα επόμενα χρόνια θα αυξηθεί ο αριθμός των δανειοληπτών που απευθύνονται ενώπιόν του για αναστολή ή και ακύρωση εκποίησης, καθώς και για εξεύρεση εναλλακτικών λύσεων διευθέτησης των οφειλών τους. Αυτό αποδίδεται στο γεγονός ότι σημαντικός αριθμός μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών δανείων εξακολουθεί να παραμένει χωρίς οριστική διευθέτηση.
Το νέο πλαίσιο
Υπενθυμίζεται πως την 1η Ιουνίου τέθηκε σε εφαρμογή το νέο νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο ενισχύει τις εξουσίες της Χρηματοοικονομικής Επιτρόπου. Με το νέο πλαίσιο, που εγκρίθηκε από τη Βουλή τον περασμένο Απρίλιο, οι αποφάσεις της Επιτρόπου είναι δεσμευτικές για ποσά μέχρι €20.000, ενώ παράλληλα μπορεί να γίνει προσβολή των αποφάσεων μέσω του δικαστηρίου.
Ταυτόχρονα, εφαρμόζονται μηχανισμοί επιβολής συμμόρφωσης με τις δεσμευτικές αποφάσεις, μέσω διοικητικών προστίμων αλλά και προσφυγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Επιπρόσθετα, ο επιλέξιμος οφειλέτης θα μπορεί να υποβάλει παράπονο στον Φορέα για επιβεβαίωση του οφειλόμενου χρέους. Σημειώνεται πως ο δανειολήπτης θα μπορεί να υποβάλει παράπονο όταν λάβει την ειδοποίηση Τύπου «Ι» και «ΙΑ», ενώ του δίνεται και δυνατότητα διευθέτησης της οφειλής.
Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο σύστημα επιβολής, που συνδυάζει διοικητικά και δικαστικά εργαλεία και ταυτόχρονα ενισχύει τη συμμόρφωση με τις αποφάσεις της Χρηματοοικονομικής Επιτρόπου. Εκτιμάται πως με την επιβολή διοικητικών προστίμων θα ασκηθεί οικονομική πίεση στα εμπλεκόμενα μέρη. Την ίδια ώρα, με το δικαστικό διάταγμα η συμμόρφωση αποτελεί πλέον νομική υποχρέωση. Την ίδια ώρα παρέχονται και συμπληρωματικά εργαλεία για ενίσχυση της συμμόρφωσης με τις δεσμευτικές αποφάσεις της Επιτρόπου, ενώ ενισχύεται σε μεγάλο βαθμό και ο θεσμός.Το ζήτημα για το οποίο υπάρχει ανησυχία είναι το δικαίωμα των πιστωτών να προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη, προσβάλλοντας ακόμη και την ουσία της απόφασης της Χρηματοοικονομικής Επιτρόπου.
Άλλα 377 παράπονα για άλλες υποθέσεις
Πέραν των παρεμβάσεων της Επιτρόπου για 437 υποθέσεις εκποιήσεων εκτός δικαιοδοσίας, πέρσι υποβλήθηκαν συνολικά 377 παράπονα, αριθμός μειωμένος κατά 24,60% σε σύγκριση με το 2024. Πέρσι εκδόθηκαν 98 αποφάσεις για 98 παράπονα, έναντι 356 αποφάσεων το 2024, επί συνόλου 695 διευθετηθέντων παραπόνων, ποσοστό 51,34%. Από τις 98 αποφάσεις που εκδόθηκαν το 2025, οι 58, ποσοστό 59%, ήταν υπέρ του καταναλωτή, ενώ οι 40, ποσοστό 41%, ήταν υπέρ της χρηματοοικονομικής επιχείρησης.
Το 2024, από τις 356 αποφάσεις, οι 291, ποσοστό 82%, ήταν υπέρ του καταναλωτή, ενώ οι 65, ποσοστό 18%, ήταν υπέρ της χρηματοοικονομικής επιχείρησης.Από τις 58 αποφάσεις που εκδόθηκαν υπέρ του καταναλωτή το 2025, οι 35, ποσοστό 60,34%, έγιναν αποδεκτές από τις χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις.
Από αυτές, οι 24, ποσοστό 68,57% των αποδεκτών, έγιναν αποδεκτές στο σύνολό τους, ενώ οι 11, ποσοστό 31,43%, έγιναν μερικώς αποδεκτές, με καταβολή μέρους της χρηματικής αποζημίωσης που καθορίζεται στην απόφαση. Το συνολικό ποσό που επιδικάστηκε υπέρ των καταναλωτών ανήλθε σε €520.000 το 2025, σε σύγκριση με €21 εκατ. το 2024. Από το ποσό που επιδικάστηκε το 2025, οι χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις αποδέχθηκαν να καταβάλουν συνολικά €287.476, έναντι €578.692 το 2024.