Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Του Δρος Αντρέα Χαρίτου*

Σε μια εποχή έντονης οικονομικής αβεβαιότητας, ενεργειακών κρίσεων και πληθωριστικών πιέσεων, πόσο καθοριστική είναι η συμπεριφορά των πολιτών και των επιχειρήσεων για την αποτελεσματικότητα της οικονομικής πολιτικής;

Στο ερώτημα αυτό δίνει πολύτιμες απαντήσεις το έργο των δύο οικονομολόγων, Robert Hall του Πανεπιστημίου Stanford και Michael Woodford του Πανεπιστημίου Columbia, στους οποίους απονεμήθηκε στις 12 Οκτωβρίου 2026 το φετινό Νόμπελ Οικονομίας. Η σημαντικότερη διαπίστωσή τους είναι ότι η επιτυχία της οικονομικής πολιτικής εξαρτάται όχι μόνο από τις αποφάσεις των κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις αντιδρούν σε αυτές, με βάση τις προσδοκίες τους για το μέλλον.

Από τη θεωρία στη χάραξη πολιτικής

Το Νόμπελ Οικονομίας 2026 απονεμήθηκε στους δύο Αμερικανούς οικονομολόγους για τη συμβολή τους στην ανάπτυξη ενός πλαισίου ανάλυσης που συνδέει τις αποφάσεις των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων με τον πληθωρισμό, την ανάπτυξη και την απασχόληση. Η έρευνά τους παρέχει στις κυβερνήσεις και στις κεντρικές τράπεζες πολύτιμα επιστημονικά εργαλεία για την αξιολόγηση των επιπτώσεων των οικονομικών μέτρων και την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των οικονομικών κρίσεων.

Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία σήμερα, καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και ο πόλεμος στην Ουκρανία εντείνουν την αβεβαιότητα στις ενεργειακές αγορές. Όταν αυξάνονται οι τιμές της ενέργειας, οι κεντρικές τράπεζες αντιμετωπίζουν ένα δύσκολο δίλημμα: η αύξηση των επιτοκίων μπορεί να συγκρατήσει τον πληθωρισμό, αλλά ταυτόχρονα να αυξήσει το κόστος δανεισμού, να περιορίσει τις επενδύσεις και την απασχόληση και, τελικά, να επιβραδύνει την οικονομική ανάπτυξη. Αντίστοιχα, οι γενικευμένες επιδοτήσεις ενδέχεται να προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση, χωρίς να αντιμετωπίζουν τις αιτίες της ενεργειακής ακρίβειας.

Ο Woodford ανέδειξε ότι ακόμη και οι προσδοκίες για τα μελλοντικά επιτόκια επηρεάζουν τις σημερινές αποφάσεις. Για παράδειγμα, εάν οι επιχειρήσεις αναμένουν παρατεταμένη περίοδο υψηλών επιτοκίων, μπορεί να περιορίσουν τις επενδύσεις τους, ακόμη και χωρίς νέα αύξησή τους. Γι’ αυτό, η αξιοπιστία των κεντρικών τραπεζών και η σαφής επικοινωνία των αποφάσεών τους έχουν ιδιαίτερη σημασία.

Το κεντρικό μήνυμα της έρευνας τους είναι ότι δεν υπάρχει μία οικονομική πολιτική κατάλληλη για όλες τις κρίσεις. Όταν ο πληθωρισμός οφείλεται κυρίως στην ενέργεια, προτεραιότητα πρέπει να δίνεται στην προστασία των ευάλωτων νοικοκυριών και στη μείωση του ενεργειακού κόστους, αποφεύγοντας παρεμβάσεις που ενδέχεται να συντηρούν τις πληθωριστικές πιέσεις.

Η συμβολή της έρευνας των νομπελιστών

Η κυπριακή οικονομία συγκαταλέγεται στις οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) με ιδιαίτερα ισχυρές επιδόσεις. Το 2025 κατέγραψε ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης 3,8%, το υψηλότερο δημοσιονομικό πλεόνασμα στην ΕΕ, ύψους 3,4% του ΑΕΠ, έναντι ελλείμματος 3,1% στην ΕΕ συνολικά, ανεργία μόλις 4,4%, έναντι 6,0% στην ΕΕ, και σημαντική αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους από 62,7% το 2024 σε 55% του ΑΕΠ το 2025.

Η εντυπωσιακή αυτή πρόοδος επιβεβαιώθηκε και διεθνώς, με την αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Κύπρου από τον οίκο S&P στη βαθμίδα «Α», για πρώτη φορά μετά από 16 χρόνια, με θετικές προοπτικές. Πρόκειται για αξιόλογα επιτεύγματα, που αντανακλούν τις αντοχές της κυπριακής οικονομίας και στα οποία συνέβαλαν η συνετή δημοσιονομική πολιτική, η οικονομική δραστηριότητα και οι κυβερνητικές πρωτοβουλίες.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι η δημοσιονομική σταθερότητα επιτρέπει στην Κυβέρνηση να στηρίζει την κοινωνία χωρίς να υπονομεύει τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρόσφατη πρόσθετη δέσμη μέτρων ύψους €70 εκατ., πέραν των μέτρων ύψους περίπου €200 εκατ. που είχαν ήδη ανακοινωθεί, για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, με στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, επέκταση του μηδενικού ΦΠΑ σε βασικά αγαθά και ενίσχυση των ευάλωτων νοικοκυριών.

Παράλληλα, η φορολογική μεταρρύθμιση, τα στεγαστικά σχέδια και οι επενδύσεις μέσω του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας δημιουργούν πρόσθετες προοπτικές ανάπτυξης.

Η πρόκληση πλέον είναι να αξιοποιηθούν ακόμη αποτελεσματικότερα αυτές οι πρωτοβουλίες, με έμφαση στα πραγματικά οφέλη για την κοινωνία και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Σε αυτή την προσπάθεια, η βραβευμένη με το Νόμπελ Οικονομίας 2026 έρευνα προσφέρει πολύτιμες κατευθύνσεις για τη χάραξη οικονομικής πολιτικής. Οι βασικές διαπιστώσεις της μπορούν να αξιοποιηθούν στην Κύπρο σε πέντε σημαντικούς τομείς, με στόχο τη μετατροπή των ισχυρών οικονομικών επιδόσεων σε μεγαλύτερη και πιο διατηρήσιμη ευημερία για τους πολίτες.

1. Οικονομική ανάπτυξη: Προτεραιότητα στην παραγωγικότητα.

Το μακροοικονομικό πλαίσιο που ανέπτυξαν οι νομπελίστες αναδεικνύει τη σημασία του παραγωγικού κενού, δηλαδή της διαφοράς μεταξύ της πραγματικής παραγωγής και των παραγωγικών δυνατοτήτων μιας οικονομίας. Σε περιόδους ισχυρής ανάπτυξης, όταν η οικονομία λειτουργεί κοντά στα παραγωγικά της όρια, οι γενικευμένες αυξήσεις των δημοσίων δαπανών ενδέχεται να ενισχύσουν τη ζήτηση και να προκαλέσουν πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Αντίθετα, στοχευμένες επενδύσεις στην ψηφιοποίηση, στην επαγγελματική κατάρτιση και στις παραγωγικές υποδομές μπορούν να ενισχύσουν την παραγωγικότητα και τις αναπτυξιακές δυνατότητες της οικονομίας, συμβάλλοντας σε πιο διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Οι σημαντικές επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις του Σχεδίου Ανάκαμψης αποτελούν ήδη μια ισχυρή βάση. Το επόμενο βήμα είναι να αξιολογείται η συμβολή τους στη μείωση του κόστους παραγωγής, στην αύξηση της παραγωγικότητας και στη βελτίωση των πραγματικών μισθών. Έτσι, η ανάπτυξη μπορεί να συνεχιστεί με περιορισμένες πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις.

2. Πληθωρισμός και ενέργεια: Από την ανακούφιση στη διαρκή μείωση του κόστους

Οι πληθωριστικές προσδοκίες, όπως ανέδειξε ο Woodford, επηρεάζουν τις οικονομικές αποφάσεις. Η Κυβέρνηση έχει ήδη στηρίξει νοικοκυριά και επιχειρήσεις με επιδοτήσεις ηλεκτρικού ρεύματος και φορολογικές ελαφρύνσεις στην ενέργεια.

Η περαιτέρω επιτάχυνση των ήδη προγραμματισμένων επενδύσεων στην αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας, στην αναβάθμιση του δικτύου και στην ενεργειακή αποδοτικότητα μπορεί να προσφέρει πιο μόνιμη λύση. Η μείωση του ενεργειακού κόστους θα ενισχύσει την αγοραστική δύναμη, θα περιορίσει τις δαπάνες παραγωγής, θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα και τις εξαγωγικές προοπτικές των επιχειρήσεων και θα μειώσει σταδιακά την ανάγκη κρατικών επιδοτήσεων.

3. Φορολογική μεταρρύθμιση: Μεγιστοποίηση των οφελών για τα νοικοκυριά

Η πρόσφατη φορολογική μεταρρύθμιση, με αύξηση του αφορολόγητου και πρόσθετες φορολογικές εκπτώσεις, αποτελεί σημαντική κυβερνητική πρωτοβουλία. Ο Hall έδειξε ότι η κατανάλωση επηρεάζεται και από τις προσδοκίες για το μελλοντικό εισόδημα. Ένα νοικοκυριό με αυξημένες οικονομικές υποχρεώσεις μπορεί να χρησιμοποιήσει την ελάφρυνση για άμεσες ανάγκες, ενώ ένα οικονομικά πιο εύρωστο νοικοκυριό μπορεί να αποταμιεύσει μεγαλύτερο μέρος της.

Η συστηματική αξιολόγηση των ωφελειών ανά εισοδηματική κατηγορία θα βοηθήσει την κυβέρνηση να ενισχύσει περαιτέρω την αποτελεσματικότητα της μεταρρύθμισης, με συμπληρωματική στοχευμένη στήριξη των χαμηλόμισθων νοικοκυριών όπου χρειάζεται.

4. Στεγαστικό και επιτόκια: Μεγαλύτερο πραγματικό όφελος για τους νέους

Τα κυβερνητικά σχέδια στεγαστικής στήριξης αποτελούν σημαντική πρωτοβουλία. Ιδιαίτερα θετική είναι η προσπάθεια αύξησης της προσφοράς προσιτής κατοικίας, όπως μέσω του σχεδίου «Ανακαινίζω – Ενοικιάζω». Ωστόσο, εάν η ζήτηση αυξάνεται ταχύτερα από την προσφορά, μέρος των επιδοτήσεων μπορεί να απορροφηθεί από υψηλότερες τιμές ακινήτων.

Η περαιτέρω επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων, η αξιοποίηση κρατικής γης και η ενεργοποίηση αδρανών κατοικιών μπορούν να ενισχύσουν την απόδοση της στεγαστικής πολιτικής. Κριτήριο επιτυχίας δεν πρέπει να είναι μόνο ο αριθμός των επιδοτήσεων, αλλά και πόσες επιπλέον οικογένειες αποκτούν πραγματικά προσιτή κατοικία.

5. Επενδύσεις και απασχόληση: Μεγαλύτερη προβλεψιμότητα για τις επιχειρήσεις.

Η έρευνα των δύο οικονομολόγων αναδεικνύει ότι οι προσδοκίες για το μέλλον επηρεάζουν τις σημερινές οικονομικές αποφάσεις. Η Κύπρος έχει ήδη δημιουργήσει ένα ευνοϊκό οικονομικό περιβάλλον, το οποίο μπορεί να ενισχυθεί περαιτέρω με σταθερούς φορολογικούς κανόνες, απλούστερες διαδικασίες και ταχύτερη ολοκλήρωση των αναπτυξιακών έργων.

Για παράδειγμα, μια επιχείρηση που γνωρίζει πότε θα εξασφαλίσει τις απαραίτητες άδειες μπορεί να προγραμματίσει αποτελεσματικότερα την επένδυσή της. Η μείωση της αβεβαιότητας μπορεί να ενθαρρύνει παραγωγικές επενδύσεις, να ενισχύσει τις εξαγωγές και την ανταγωνιστικότητα, να προσελκύσει ξένα κεφάλαια και να δημιουργήσει περισσότερες, καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας.

Από τη γνώση στην πράξη: Το επόμενο βήμα για την κυπριακή οικονομία

Οι ισχυρές οικονομικές επιδόσεις, η δημοσιονομική υπευθυνότητα και οι σημαντικές μεταρρυθμιστικές και κοινωνικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης αποτελούν στέρεη βάση για ακόμη μεγαλύτερη ανάπτυξη και ευημερία.

Η επόμενη πρόκληση για την Κύπρο είναι να αξιοποιήσει περαιτέρωτα σημαντικά επιτεύγματά της, ώστε η οικονομική ανάπτυξη να μεταφράζεται σε αυξημένη αγοραστική δύναμη, ενισχυμένη παραγωγικότητα, ανταγωνιστικότερες επιχειρήσεις, καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας και ουσιαστική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου για όλους.

Η αξιοποίηση των ευρημάτων της έρευνας των νομπελιστών στην άσκηση οικονομικής πολιτικής μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην επίτευξη αυτών των στόχων, μετατρέποντας την οικονομική πρόοδο σε μεγαλύτερη και διατηρήσιμη ευημερία για την κοινωνία.

* Τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικών Πανεπιστήμιο Κύπρου

http://www.ucy.ac.cy/~charitou.aspx 
http://ssrn.com/author=33395