Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Νέα πρόσθετη επιβάρυνση 2 ευρώ για τις εισαγωγές προϊόντων από την Κίνα, η οποία θα προστεθεί στον υφιστάμενο δασμό των 3 ευρώ, θα κληθούν να καταβάλλουν οι καταναλωτές στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Κύπρου, από την 1η Νοεμβρίου.

Ωστόσο, το ερώτημα που παραμένει αναπάντητο είναι κατά πόσον οι χρεώσεις αυτές έχουν επηρεάσει σημαντικά τη ζήτηση ή έχουν αλλάξει κυρίως τον τρόπο με τον οποίο οι καταναλωτές παραγγέλνουν και παραλαμβάνουν τα συγκεκριμένα προϊόντα.
Η νέα χρέωση έρχεται μετά από απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και εντάσσεται στις αλλαγές που αφορούν την προηγούμενη απαλλαγή από δασμούς για τα δέματα χαμηλής αξίας.

Από τα 3 στα 5 ευρώ

Ουσιαστικά, με αυτές τις κινήσεις η Ευρώπη επιδιώκει να αντιμετωπίσει τον αθέμιτο ανταγωνισμό από την Κίνα και πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου, όπως οι Temu, Shein και AliExpress, οι οποίες διαθέτουν προϊόντα μεγάλης γκάμας, σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές.

Με την εφαρμογή της τελευταίας απόφασης, από την 1η Νοεμβρίου 2026, η συνολική επιβάρυνση για τους καταναλωτές θα ανέρχεται στα 5 ευρώ ανά κατηγορία προϊόντων και όχι ανά δέμα.

Πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική διευκρίνιση, καθώς η πρόσθετη χρέωση δεν περιορίζεται στα 5 ευρώ ανά παραγγελία, αλλά υπολογίζεται με βάση τις διαφορετικές κατηγορίες προϊόντων που περιλαμβάνονται σε αυτήν.
Για παράδειγμα, ένας καταναλωτής που θα παραγγείλει είδη ρουχισμού και ηλεκτρονικά είδη στην ίδια παραγγελία δεν θα επιβαρυνθεί με 5 ευρώ συνολικά, αλλά με 10 ευρώ. Το ποσό θα αυξάνεται ανάλογα με τον αριθμό των διαφορετικών κατηγοριών προϊόντων που περιλαμβάνονται σε κάθε παραγγελία ή δέμα.

Υπενθυμίζεται ότι ο προηγούμενος δασμός των 3 ευρώ τέθηκε σε εφαρμογή στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης την 1η Ιουλίου 2026. Να σημειωθεί επίσης πως η χρέωση επιβάλλεται και πληρώνεται από τον καταναλωτή κατά το στάδιο της παραγγελίας και δεν πληρώνεται στο τελωνείο ή κατά την παράδοση της παραγγελίας.

Αλλάζει ο τρόπος παραγγελίας;

Ένα ενδιαφέρον στατιστικό στοιχείο από τις εισαγωγές στην ΕΕ, μετά την επιβολή του δασμού των 3 ευρώ, δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα, παρά δίνει απαντήσεις.
Σύμφωνα με στοιχεία του γαλλικού Υπουργείου Οικονομίας, από τον Ιούλιο καταγράφηκε μείωση του αριθμού των αποστολών κατά 30% έως 40%. Ωστόσο, την ίδια περίοδο, η μέση δηλωμένη αξία των αποστολών αυξήθηκε από τα 8,82 ευρώ στα 11,47 ευρώ, σημειώνοντας άνοδο περίπου 30%.

Με βάση τα μέχρι στιγμής δεδομένα, η επιβολή του δασμού φαίνεται να έχει περιορίσει τον αριθμό των μικροδεμάτων που εισέρχονται στην ευρωπαϊκή αγορά. Εντούτοις, η μείωση των αποστολών δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι έχει περιοριστεί στον ίδιο βαθμό και η ζήτηση των καταναλωτών.

Αντίθετα, τα στοιχεία δημιουργούν το ενδεχόμενο να έχει επηρεαστεί περισσότερο ο τρόπος πραγματοποίησης των αγορών, η συχνότητα των παραγγελιών και η συγκέντρωση περισσότερων προϊόντων σε λιγότερες αποστολές, παρά η ίδια η καταναλωτική ζήτηση. Πρόκειται, ωστόσο, για μια εκτίμηση που απαιτεί περισσότερα δεδομένα, κυρίως ως προς τη συνολική αξία των εισαγόμενων προϊόντων.

Απαντούν με ευρωπαϊκές αποθήκες

Μια ακόμη παράμετρος είναι η λειτουργία αποθηκών των κινεζικών πλατφορμών ηλεκτρονικού εμπορίου σε ευρωπαϊκό έδαφος. Μέσω αυτών, οι εταιρείες μπορούν να εισάγουν εμπορεύματα μαζικά -σε πολύ μεγάλες ποσότητες- και στη συνέχεια να εξυπηρετούν τις παραγγελίες των καταναλωτών από τις εγκαταστάσεις τους εντός της ΕΕ.
Με αυτόν τον τρόπο, οι αποστολές από τις ευρωπαϊκές αποθήκες προς τους τελικούς καταναλωτές δεν αντιμετωπίζονται ως ξεχωριστές εισαγωγές μικροδεμάτων από τρίτες χώρες, με αποτέλεσμα να μην επιβάλλονται σε αυτές οι συγκεκριμένες χρεώσεις ανά μικροδέμα.

Φυσικά, θα πρέπει να διευκρινιστεί πως οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να επιβαρύνονται με ΦΠΑ, τους εισαγωγικούς δασμούς και τα έξοδα αποθήκευσης και διανομής. Ωστόσο, το συγκεκριμένο μοντέλο λειτουργίας μπορεί να αποδειχθεί οικονομικά συμφερότερο, καθώς περιορίζει τις επιβαρύνσεις που συνδέονται με τη μεμονωμένη αποστολή μικροδεμάτων προς τους καταναλωτές.


Σε κάθε περίπτωση, αυτό που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η δυνατότητα αυτών των εταιρειών -και άλλων- να διαθέτουν στην ευρωπαϊκή αγορά μεγάλο εύρος προϊόντων σε πολύ ανταγωνιστικές τιμές, αποκτώντας τεράστια απήχηση μέσα στις τάξεις των Ευρωπαίων καταναλωτών.