Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Είναι δυνατόν κάποιος που ακούει ροκ μουσική να είναι εθνικιστής; Γιατί όχι, τι είναι το ροκ, αγιασμός που όλα τα κακά σκορπά; Επίσης, ποιος θα απαγορέψει σε κάποιον, ό,τι απόψεις και να ‘χει, να ακούει τα τραγούδια που ευφραίνουν την ψυχή του και κουνάνε τους γοφούς του;

Γιατί είναι ο εθνικισμός κακός; Πώς διακρίνεται από τον πατριωτισμό, που κατά κοινή παραδοχή θεωρείται υψηλότατη αξία (αλλά από τον Σάμιουελ Τζόνσον θεωρείται «το τελευταίο καταφύγιο των αχρείων»); Θα προσπαθήσω εν συντομία να απαντήσω σε αυτά τα ερωτήματα για να υποστηρίξω τελικά ότι ναι μεν οι αντιφάσεις είναι μέρος του βίου και μάλιστα τον κάνουν πιο συναρπαστικό, αλλά δεν βλάπτει να αναγνωρίζουμε τα δομικά προβλήματα μιας σύνθεσης όπου η αγάπη για το ροκ έχει παντρευτεί τον εθνικισμό.

Καταρχήν, σχετικά με την επιλογή του θέματος, δεν με τσίμπησε κάποια μύγα, αλλά η αναφορά, στην ίδια σχεδόν πρόταση, σε πολλά κείμενα των ημερών, του Μπομπ Ντίλαν και των Animals μαζί με την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα (που συνταγματικά υποτίθεται ότι έληξε το 1960 και στην πράξη, με εγκληματική ανευθυνότητα και τραγικές συνέπειες, ενταφιάστηκε το 1974), όχι μόνο ως ιστορικό, αλλά και ως σύγχρονο πολιτικό και αισθητικό όραμα.

Η χαρτογράφηση της διαφοράς πατριωτισμού και εθνικισμού έχει σίγουρα αρκετά ολισθηρά σημεία. Για μένα έγκειται στο ότι ο πατριωτισμός έχει να κάνει με τη φυσική σύνδεση του ανθρώπου με τον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε, με την κοινωνία, τη γεωγραφία, την ιστορία, την κουλτούρα που τον διαμόρφωσαν σε αυτό που γίνεται ως ενήλικας, αξεδιάλυτα με τις προσωπικές του επιλογές και αποφάσεις. Είναι μεταφορικά, σε ένα ευρύτερο επίπεδο, σαν τη σχέση με τους γονείς (κι αυτός που έχει φύγει νιώθει, τηρουμένων των αναλογιών, σαν ορφανός).

Μπορεί κάποτε να σε θυμώνουν μέχρι απελπισίας, να θες, συνήθως μάταια, να τους αλλάξεις για να έρθουν κοντύτερα στις δικές σου ιδέες, αλλά δεν παύεις να τους νοιάζεσαι και λόγω μνημών και λόγω παρόντος. Και στην ανάγκη, στην εξωτερική βίαιη απειλή, νιώθεις το καθήκον να τους υπερασπιστείς, δίνοντας ό,τι πολυτιμότερο έχεις.

Ο εθνικισμός έχει μερικά κοινά χαρακτηριστικά με τον πατριωτισμό και πολλά διαφορετικά. Στο κέντρο του η αγάπη για την πατρίδα ταυτίζεται με το μίσος για τον Άλλο. Από αυτή την έντονη εσωτερική συνθήκη αντλεί τη δυναμική του. Με καθαρά ρατσιστική λογική αντιμετωπίζει αδιακρίτως τους ανθρώπους του αντίπαλου λαού ως εχθρούς, ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης, φύλου, ηλικίας, ιδεών. Ανιστορικά, τους αποδίδει συλλογική ευθύνη, ασχέτως της εγγύτητάς τους με την εξουσία, ή το αν είχαν γεννηθεί όταν διαπράχθηκαν τα αδικήματα του παρελθόντος (τα οποία προφανώς έχουν συνέπειες που συνεχίζονται στο παρόν).

Επίσης, ο εθνικισμός προτιμά ισχυρούς αυταρχικούς ηγέτες (τύπου Πούτιν — αλλά και Ερντογάν, όπως είχε παραδεχτεί ο Χρήστος Γιανναράς), παρά δημοκρατικές ηγεσίες (όπως αυτές των χωρών της Ε.Ε.) που αναγκαστικά κινούνται πιο αργά, δεσμευόμενες από θεσμούς, κανόνες και από τα εναλλασσόμενα πλειοψηφικά αποτελέσματα της λαϊκής βούλησης.

Η ροκ μουσική συνδέεται ιστορικά με την αισιοδοξία και την οικονομική ανάπτυξη του δυτικού κόσμου, υπό την πολιτική και πολιτιστική ηγεμονία των ΗΠΑ, στο διεθνές πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Ως μουσικό και κοινωνικό φαινόμενο απέκτησε την πλήρη δυναμική του και αναβάθμισε το κύρος του κατά τη δεκαετία του ’60, εμπνεόμενο από τα κινήματα της αντικουλτούρας, του φεμινισμού, των δικαιωμάτων των Αφροαμερικανών, της αντίθεσης στην αμερικάνικη εμπλοκή στον πόλεμο του Βιετνάμ.

Επηρεάστηκε από άλλες μορφές τέχνης— ειδικότερα τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία και τη ζωγραφική. Αξιοποίησε εκλεκτικά κάθε διαθέσιμο υλικό, από τοπικές και εξωτικές μουσικές παραδόσεις, μέχρι την τελευταία λέξη της τεχνολογίας στα στούντιο ηχογραφήσεων και στις ζωντανές συναυλίες.

Ο κύριος κορμός της ανάπτυξης της ροκ μουσικής χαρακτηρίζεται από μια συνεχή αυτοκαταστροφική και αναδημιουργητική τάση για προσμίξεις, απρόβλεπτους και «ανώμαλους» υβριδισμούς, πειραματισμό, αναστοχασμό και άγρια κριτική προς όλες τις κατευθύνσεις, με πρώτο στόχο το ίδιο το λογοκρατικό υποκείμενο, τον εαυτό.

Υπάρχουν σίγουρα περιπτώσεις ρατσιστών και εθνικιστών καλλιτεχνών μέσα στο αέναα διαστελλόμενο σύμπαν της ροκ μουσικής, αλλά αυτές είναι σπάνιες και έχουν αφήσει στίγμα παρά το αξιόλογο μουσικό έργο (Lynyrd Skynyrd) ή αφορούν μονογαμικά μουσικά είδη (όλως τυχαίως αναπόφευκτα μάτσο) στις απώτατες περιφέρειες του ροκ, από ελάχιστα μέταλ, πανκ (σκιν) και χιπ-χοπ συγκροτήματα (που αντιμετωπίζονται από τη συντριπτική πλειονότητα των φαν αυτών των ειδών ως ντροπιαστικές παρεκκλίσεις).

Αδυνατώ να φανταστώ (και τα πραγματικά δεδομένα με επιβεβαιώνουν) κάποιον γιγάντιο ροκ καλλιτέχνη να είναι εθνικιστής. Ούτε ο Ντίλαν, ούτε ο Μπόουι, ο Λένον, ο Τζάγκερ, η Μίτσελ, η Πάτι Σμιθ. Κανείς και καμιά. Θα ήταν οξύμωρο και γελοίο. Βέβαια ο ακροατής είναι ελεύθερος κι έχει κάθε δικαίωμα στην πρόσληψη του έργου να βάλει τα δικά του βιώματα, φόβους, ελπίδες και να φτιάξει έτσι το δικό του νόημα.

Σε ατομικό επίπεδο μπορεί να υπάρχει και κάτι ρομαντικά ποιητικό σε μια τέτοια κατασκευή. Όταν αφορά μια παρέα μπορεί να είναι καλτ. Όταν διασταυρώνεται όμως με την εξουσία και το χρήμα της εθνικιστικής μερίδας της κυπριακής αστικής τάξης δεν έχει τίποτα αθώο ή συγκινητικό.

Ελεύθερα, 20.9.2026