Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΜε αφορμή την ψηφιοποίηση του αρχείου της Νόνας Μολέσκη, δίνουμε τον λόγο στη Ζωή Βερβεροπούλου, που φωτίζει τη θέση και τις προκλήσεις της κριτικής σήμερα.
Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, η Νόνα Μολέσκη (1956-2023) παρακολουθούσε, σχολίαζε και αξιολογούσε το κυπριακό θέατρο μέσα από τις σελίδες του «Φιλελευθέρου». Το ψηφιοποιημένο αρχείο των κριτικών της, που ανέλαβε η Βιβλιοθήκη του ΤΕΠΑΚ προσφέροντας πρόσβαση σε ερευνητές και κοινό, διασώζει την πορεία μιας ξεχωριστής γραφής, αλλά κι ένα κρίσιμο και εκτενές κομμάτι της θεατρικής ιστορίας του τόπου. Με αφορμή την παρουσίαση του αρχείου σε ειδική εκδήλωση στη Λεμεσό, δίνουμε το βήμα στην προσκεκλημένη ομιλήτρια Ζωή Βερβερόπουλου, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ, που θέτει το έργο της Νόνας Μολέσκη σε διάλογο με τις σημερινές προκλήσεις της θεατρικής κριτικής.
–Η Νόνα Μολέσκη υπήρξε επί δεκαετίες σταθερός και έγκυρος παρατηρητής της θεατρικής ζωής. Τι σημαίνει για ένα θεατρικό πεδίο όταν χάνει έναν τέτοιο παρατηρητή; Και μόνο το γεγονός ότι ο θεατρικός κόσμος της Κύπρου βιώνει την απουσία της Νόνας Μολέσκη ως σοβαρό κενό και ως απώλεια, τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε ανθρώπινο επίπεδο – πρόσεξα με μεγάλο ενδιαφέρον τη συγκινησιακή φόρτιση που διέτρεχε τα περισσότερα από τα δημοσιεύματα για τον θάνατό της – μαρτυρά από μόνο του ότι είχε κατακτήσει τη δική της σεβαστή και αναγνωρίσιμη θέση αφενός στην κοινότητα των δημιουργών, αφετέρου στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Δεν είναι κανόνας ο κριτικός να είναι συμπαθής (ειδικά αν έχει πάντα το θάρρος της γνώμης του), οπότε η κοινή θλίψη για την ΝΜ είναι για μένα βασικός ποιοτικός δείκτης της δουλειάς και της προσωπικότητάς της. Κάθε κριτικός άλλωστε δεν κρίνει μόνο, αλλά με τη σειρά του κρίνεται από όσους τον διαβάζουν, καταξιώνεται δε στη συνείδησή τους βαθμιαία, χρόνο με τον χρόνο, μέσα από τη συνολική στάση του, τη συγκρότηση της άποψης και τη μέθοδό του. Αυτό που στερείται επομένως το κυπριακό θεατρικό πεδίο δεν είναι μόνο το ιδιαίτερο βλέμμα, η γνώση της σκηνής και η ειλικρινής, μακροχρόνια έγνοια για το θέατρο του τόπου που χαρακτήριζαν τη ΝΜ, αλλά κι εκείνο το γνώριμο «ραντεβού» μαζί της μέσω της εφημερίδας, την οικεία προσδοκία δηλαδή της συστηματικής αξιολόγησης που παρείχε η στήλη της, συνδυάζοντας την ερμηνευτική επάρκεια με μια διακριτική δύναμη πειθούς και την ψύχραιμη προσέγγιση με τη ευαισθησία.
–Επέμενε να αυτοπροσδιορίζεται ως «ομιλών θεατής». Τι κρύβει κατά τη γνώμη σας αυτή η τοποθέτηση; Νομίζω ότι αποκαλύπτει, πριν απ’ όλα, την ευγενή μετριοφροσύνη και τη σεμνότητά της. Παράλληλα, η αυτοτοποθέτησή της στο θεατρικό δίκτυο, όχι ως ειδικού, αλλά ως ενός τακτικού και ενημερωμένου θεατή που «συνέβη» να διαθέτει δημόσιο βήμα, της επέτρεπε να διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής άποψης, δικαιολογώντας συγχρόνως το γεγονός ότι η γνώση της δεν προερχόταν από εξειδικευμένες θεατρολογικές σπουδές, αλλά από τη στενή βιωματική της σχέση με τη σκηνή και από την αδιάλειπτη θητεία της στη θέαση παραστάσεων. Δεν θεωρώ πάντως ότι εννοούσε τον μέσο ή τον απλό θεατή, πώς θα μπορούσε άλλωστε κάποιος με τη δική της εποπτεία, εμπειρία και μακρά τριβή με τον θεατρικό χώρο να μην εξελιχθεί σε ειδικό; Σκέφτομαι, τέλος, ότι ενδεχομένως ήθελε να υποδηλώσει τη μη θεσμική της προσέγγιση, παρόλο που ήταν επίσημη συνεργάτις της εφημερίδας, αλλά και τη διάθεσή της όχι να αποτιμήσει αφ’ υψηλού μια παράσταση όσο να τη συζητήσει με τους αναγνώστες της, επιλέγοντας να το κάνει με όρους ισότητας και χωρίς να υποδύεται την αυθεντία.
–Στην Κύπρο, όπου το πεδίο είναι σχετικά μικρό και οι σχέσεις, αναπόφευκτα, πιο κοντινές, πόσο εύκολο είναι να ασκηθεί πραγματικά ανεξάρτητη κριτική; Η ανεξαρτησία της κριτικής, όχι μόνο στην Κύπρο, αλλά και διεθνώς είναι μια μεγάλη και σύνθετη συζήτηση. Παρόλο που ο λόγος του κριτικού εξ ορισμού δεν (πρέπει να) ταυτίζεται με τον παραγωγό του πολιτιστικού αγαθού εφόσον εκφέρεται από εξωτερικό αξιολογητή, στις μέρες μας το εντατικό θεατρικό μάρκετινγκ, τα εκθειαστικά δελτία τύπου που αναπαράγονται αυτούσια από τα ΜΜΕ, οι διαφημιστικές στρατηγικές και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και οι συνεργασίες κριτικών με θεατρικά σχήματα, «πιέζουν» και αναπλαισιώνουν με αμφίσημους τρόπους την επαγγελματική θεατρική κριτική. Επιπλέον, το θέατρο είναι από τη φύση του κοινωνική τέχνη, δεν μπορείς να αποφύγεις την άμεση επαφή με τους καλλιτέχνες, θα σε δουν, θα συνομιλήσεις, θα βρεθείς ενίοτε στη δύσκολη θέση να αποφανθείς αρνητικά για καλλιτέχνες που κατά τα άλλα εκτιμάς ή είναι φίλοι σου.
–Τι μπορούμε να μάθουμε από τον τρόπο που το διαχειρίστηκε η Νόνα; Η οπτική μου είναι αυτή του ερευνητή «απ’ έξω», που δεν έχει εικόνα εκ του σύνεγγυς για τις εσωτερικές ισορροπίες και τις εντάσεις της κυπριακής θεατρικής κοινότητας. Ό,τι σκέφτομαι για τη στάση της το συμπεραίνω κατά κύριο λόγο από τα κείμενά της κι από μια σύντομη γνωριμία που είχα μαζί της. Οπότε, μεταφέροντας περισσότερο την αίσθησή μου, θα πω ότι η εκλιπούσα φαινόταν να διαφυλάσσει την αυτονομία της θέτοντας με τον τρόπο της όρια και κρατώντας τις αποστάσεις της, εμφανώς με καλή προαίρεση και λεπτότητα στις κρίσεις της, όμως πάντα ξεκάθαρη, άμεση και ειλικρινής, ακόμη κι όταν εξέφραζε τις αντιρρήσεις της. Να είναι ανεξάρτητη, σήμαινε νομίζω για αυτήν να είναι δίκαιη προς όλους, αντικειμενική στο πλαίσιο του προσωπικού της κώδικα αξιών και να γράφει ανεπηρέαστη όσα πραγματικά σκεφτόταν.
–Τι σημαίνει σήμερα «αξιολογώ» μια παράσταση; Η αξιολόγηση είναι η βασική λειτουργία της κριτικής, έτσι διαφοροποιείται άλλωστε από τα λοιπά είδη δημοσιογραφικού λόγου (τη θεατρική είδηση, το ρεπορτάζ, τη συνέντευξη). Προαπαιτεί την έννοια της διά-κρισης με πολλούς τρόπους: όχι μόνο ξεχωρίζω το σημαντικό, το ποιοτικό και το καινοτόμο θέατρο, αλλά επίσης επιλέγω ποια παράσταση αξίζει να συζητηθεί δημόσια. Γι’ αυτό έχουν νόημα ακόμη και οι αρνητικές κριτικές, επειδή δηλώνουν ότι ο κριτικός αποφασίζει να φέρει μια θεατρική δουλειά στο προσκήνιο, παρά τις επιφυλάξεις του.
–Πόσο έχει αλλάξει η θέση του κριτικού σε σχέση με την εποχή κατά την οποία η Νόνα έγραφε συστηματικά στον Τύπο; Η θέση του κριτικού και ο αξιολογικός ρόλος του πέρασαν σε νέα φάση μετά τις ραγδαίες εξελίξεις που επέφεραν η είσοδος στη ψηφιακή εποχή, τα νέα μέσα, αλλά και οι γενικότερες αλλαγές και κρίσεις στο πεδίο των ΜΜΕ. Στις μέρες μας, αφθονούν οι ερασιτεχνικές κρίσεις στη δημόσια σφαίρα, ενώ ο λόγος του ειδικού χάνεται μέσα στην υπερπροσφορά άποψης, υποσκελίζεται από τις επικοινωνιακές στρατηγικές προώθησης των θιάσων και από τα εκ των προτέρων ευνοϊκά δημοσιεύματα στο Τύπο ή από αυτά που αναμιγνύουν εσκεμμένα πληροφόρηση και γνώμη, με τους υποψήφιους θεατές να τα εκλαμβάνουν λανθασμένα ως επιδοκιμαστική κριτική. Ταυτόχρονα, οι μόνιμες, αναλυτικές και αμειβόμενες στήλες μειώνονται, ενώ κυριαρχούν οι εύπεπτες μορφές κριτικής με αστεράκια, εκείνες που είτε μόνο περιγράφουν χωρίς να καταλήγουν σε αξιολόγηση είτε είναι πάντα αμιγώς θετικές, ακυρώνοντας έτσι την ίδια την ουσία της κριτικής. Οι παραπάνω τακτικές ωστόσο συντελούν στην πρόσκαιρη δημοφιλία μιας παράστασης και όχι στην τελική καλλιτεχνική καταξίωσή της. Αυτό το κατορθώνει μόνο η αληθινή κριτική.
-Τι χάνεται όταν η κριτική παύει να είναι ένας συγκροτημένος, τεκμηριωμένος και υπογεγραμμένος λόγος; Θεωρητικά, ο εκδημοκρατισμός της άποψης, οι συμμετοχικές αξιολογήσεις από χρήστες, η ευκολία στη δημοσιοποίηση και η διευρυμένη αναγνωσιμότητα που παρέχει το διαδίκτυο με τα ιστολόγια, τα fora θεατών και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι θετικές εξελίξεις, που έχουν βάλει τέλος στην μονοκρατορία του κριτικού των παραδοσιακών ΜΜΕ, μειώνοντας φαινόμενα αξιωματικού λόγου και ισχυρισμούς αυθεντίας. Όμως, ως γνωστόν, όταν ο καθένας είναι κριτικός, κανείς δεν είναι κριτικός. Οι γνώμες εξισώνονται και χάνουν τη σημασία τους, με αποτέλεσμα να γίνεται εξαιρετικά δύσκολο να ξεχωρίσει η σοβαρή και αρμόδια άποψη. Τα κείμενα είναι συχνά προχειρογραμμένα, έχουν λάθη, περιορίζονται σε εντυπώσεις χωρίς ανάλυση και επιχείρημα, ενώ τα αξιολογικά κριτήρια είναι ασαφή ή θέτουν ψυχαγωγικές, κοινότοπες και χαμηλής ποιότητας προτεραιότητες. Υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις, αφού μέσα από αυτά τα δίκτυα έχουν αναδειχθεί και ενδιαφέρουσες φωνές που πέρασαν ακολούθως στα επίσημα ΜΜΕ. Όσο για την τεχνητή νοημοσύνη; Ήδη μπορεί να συνοψίζει δημοσιευμένες κριτικές σε ένα καινούργιο, καλογυαλισμένο κείμενο, το οποίο εύκολα υπογράφεται από κάποιον που δεν έγραψε ούτε μια δική του λέξη… Αναπόφευκτα πάντως η κριτική θα αλλάζει, όσο θα αλλάζει η ίδια η τέχνη του θεάτρου, αλλά και ο κόσμος μας. Θα συνεχίσει όμως να υπάρχει. Γιατί πώς αλλιώς; Ένα θέατρο που χάνει το έγκυρο κριτικό βλέμμα, παύει να οξυγονώνεται και το ίδιο.
- INFO Η εκδήλωση «Το κυπριακό θέατρο μέσα από τη ματιά της Νόνας Μολέσκη» πραγματοποιείται τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου στις 7μ.μ., στη Δημοτική Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη Λεμεσού, όπου θα παρουσιαστεί το ψηφιοποιημένο αρχείο των θεατρικών κριτικών της, 25002339
Ελεύθερα, 18.10.2026