Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Πώς ξαναδιαβάζουμε το κυπριακό θέατρο μέσα από τα κείμενα της Νόνας Μολέσκη και γιατί η κριτική δεν αφορά μόνο το παρελθόν.

Ένα αρχείο θεατρικής κριτικής είναι μια συλλογή από κείμενα για παραστάσεις που πέρασαν και ακούμπησαν ή δεν ακούμπησαν και πλέον υπάρχουν ως σωματίδια συναισθημάτων στις καρδιές όσων τις παρακολούθησαν. Είναι όμως κι ένας έμμεσος τρόπος επιστροφής σ’ αυτές, μια αφορμή μελέτης και πάνω στις προσωπικές θεωρήσεις που αποτυπώθηκαν με την απόσταση του χρόνου, αλλά και αναζήτησης των συνθηκών μέσα στις οποίες προέκυψαν. Το δρώμενο που περνά από τη μνήμη στην καρδιά με το τελευταίο χειροκρότημα έχει μια υποθετική ευκαιρία να εξασφαλίσει μια δεύτερη ζωή.

Η ψηφιοποίηση του αρχείου της Νόνας Μολέσκη, που παρουσιάζεται τη Δευτέρα στη Δημοτική Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη Λεμεσού, προσφέρει, αν μη τι άλλο, τη δυνατότητα να αναλογιστούμε αυτή την παράξενη, σχεδόν μεταφυσική λειτουργία. Περισσότερα από χίλια κείμενα, γραμμένα σε μια περίοδο περίπου 35 χρόνων, συγκροτούν μια εκτενή καταγραφή του κυπριακού θεάτρου. Όχι, όμως, μια ουδέτερη καταγραφή. Κάθε κριτική είναι μια ματιά, μια επιλογή, μια αξιολόγηση, που προφανώς φέρει το αποτύπωμα εκείνου που την υπογράφει.

Η Νόνα δεν αντιμετώπιζε την κριτική ως αλάθητη ετυμηγορία. Άλλωστε, δεν αισθανόταν ειδήμων. Προτιμούσε να αυτοπροσδιορίζεται ως «ομιλών θεατής», μια διατύπωση που περιέχει περισσότερα απ’ όσα φαίνεται να περιγράφει. Δεν αρνείται την ευθύνη της δημόσιας άποψης, αλλά ούτε διεκδικεί για τον εαυτό της τις δάφνες κάποιας θέσης υπεράνω αμφισβήτησης.

Η κριτική της ήταν η ανταπόκριση ενός θεατή σ’ αυτό που έβλεπε, μια προσωπική και υποκειμενική κατάθεση που διαμορφωνόταν από την αισθητική και την εμπειρία του, αλλά κι από τα ερεθίσματα, τη διάθεση, τις προσλαμβάνουσες της εποχής. Η διαφορά ήταν ότι αυτή η ανταπόκριση, που πήγαζε από τη σκοτεινή πλατεία, συναντούσε το κοινό μέσα από τις σελίδες μιας εφημερίδας.

Ενδιαφέρον είναι επίσης το γεγονός ότι η ίδια ποτέ δεν έπαψε να αμφιβάλει και να αναρωτιέται για τη χρησιμότητα αυτού του καθήκοντος. Σε κείμενό της, το 2018, με τίτλο «Μια κριτική που δεν γράφτηκε ποτέ», το οποίο γράφτηκε με πίκρα και συζητήθηκε πολύ, μάς επέτρεπε μια φευγαλέα ματιά στο «εργαστήρι» της και τα σύνεργα της βιοθεωρίας της. Εκεί έθετε ευθέως το ερώτημα αν η κριτική προσφέρει κάτι κοινωνικά ωφέλιμο. Η απάντηση της δεν ήταν καταφατική ούτε απορριπτική: «Ναι. Όχι. Δεν ξέρω. Εν μέρει».

Αυτή η αμφιβολία έχει τη δική της σημασία. Δεν εκπορευόταν από αίσθηση ανεπάρκειας, υποκριτική ταπεινοφροσύνη ή αδιαφορία για το αντικείμενό της, αλλά από την επίγνωση ότι η κριτική είναι μια δραστηριότητα δευτερογενής, «παρασιτική», η οποία εξαρτάται από τη δημιουργία και αποπειράται να συζητήσει γι’ αυτήν μέσα σε περιορισμένο χρόνο και χώρο.

Όπως η καλλιτεχνική δημιουργία δεν συντελείται ποτέ σε πολιτιστικό κενό, το ίδιο ισχύει και για την κριτική. Οι όροι μέσα στους οποίους ασκείται είναι ρευστοί και μεταβάλλονται, μαζί με το καλλιτεχνικό τοπίο, τις τάσεις, τα μέσα ενημέρωσης, τις συνήθειες του κοινού και τον τρόπο με τον οποίο κυκλοφορεί η πληροφορία. Στις μέρες μας τα παραδοσιακά μέσα επενδύουν όλο και λιγότερο στην υπεύθυνη άποψη, ενώ η φευγαλέα ηλεκτρονική ενημέρωση και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν διαμορφώσει μια νέα πραγματικότητα, στην οποία η τεκμηριωμένη κρίση καλείται να συνυπάρξει με την ακαριαία εντύπωση και την εύκολη αξιολόγηση. Η κριτική, όπως τη γνωρίζαμε, δίνει την εντύπωση ότι πνέει τα λοίσθια.

Αυτό δεν σημαίνει πως κάθε παλαιότερη πρακτική πρέπει να διασωθεί ως έχει, ή ότι η κριτική του παρελθόντος δεδικαίωται αυτομάτως με την παρέλευση του χρόνου. Σημαίνει, όμως, ότι η απουσία της δεν είναι αδιάφορη. Όταν περιορίζονται ο χώρος, το πλαίσιο, η ζήτηση για μια παρεμβατική, εμπεριστατωμένη και ενδιαφέρουσα κριτική, φαλκιδεύεται και η δυνατότητα μιας ευρύτερης δημόσιας συζήτησης γύρω από την τέχνη και την κοινωνία.

Γι’ αυτό είναι σωστό να λέγεται ότι και οι ίδιοι οι καλλιτέχνες, ακόμη κι όταν τούς φέρνει αντιμέτωπους με δυσάρεστες διαπιστώσεις, έχουν κάθε λόγο να την επιζητούν. Όχι υπό την έννοια της επιβεβαίωσης, ούτε της απαθανάτισης, αλλά ως αφορμή για σκέψη, για αναστοχασμό, για δημιουργική αμφισβήτηση, ή ακόμη και ως ευκαιρία να δοκιμάσουν τη δουλειά τους πέρα κι από τις ίδιες τους τις προθέσεις.

Εδώ βρίσκεται και η αξία του αρχείου της Νόνας Μολέσκη. Αφενός επιστρέφει στο ευρύ κοινό τις κρίσεις της για παραστάσεις που σημάδεψαν μια συγκεκριμένη διαδρομή του κυπριακού θεάτρου. Παράλληλα, επιτρέπει μια αρκετά αντιπροσωπευτική παρακολούθηση της εξέλιξης της σκηνικής δημιουργίας. Βασικά, επιτρέπει να αναζητήσουμε συνέχειες και ρήξεις, να δούμε πώς μετακινήθηκαν οι αισθητικές αντιλήψεις και πώς άλλαξε ο ίδιος ο θεατρικός λόγος. Και, βέβαια, επιτρέπει και να διαφωνήσουμε μαζί της. Άλλωστε, η κυριότερη αξία ενός τέτοιου αρχείου είναι ότι προσφέρει υλικό για νέα ανάγνωση και συζήτηση.

Η ψηφιοποίηση είναι ένα ουσιαστικό πρώτο βήμα. Η διατήρηση ενός αρχείου, ωστόσο, δεν ολοκληρώνεται με την ταξινόμηση και την ψηφιακή διάθεση των τεκμηρίων, αλλά όταν αυτά αρχίζουν να χρησιμοποιούνται, να ερμηνεύονται και να τροφοδοτούν νέα γνώση. Το επόμενο βήμα θα ήταν μια πλήρης, μεθοδικά επιμελημένη έκδοση της κριτικής της, με κριτήριο την τεκμηριωτική και θεατρολογική της αξία κι όχι εν είδει μνημοσύνου. Κι ας είναι αυτό κόντρα στην επιθυμία της.

Τον Ιανουάριο του 2023 είχα παρομοιάσει με «λευκή σελίδα» και με «θέση χωρίς θεατή» το αβάσταχτο κενό που αφήνει πίσω της στη θεατρική μας -και όχι μόνο- πραγματικότητα. Όμως αυτό το κενό, αυτή η λευκή σελίδα δεν συνεπάγεται απαραίτητα απουσία λόγου. Μπορεί να είναι και η αφετηρία μιας νέας ανάγνωσης. Το αρχείο αυτό προσφέρει αυτή την ανεκτίμητη προοπτική, αρκεί να αξιοποιήσουμε όσα κατέγραψε.

Το θέατρο χρειάζεται να δημιουργεί τη μνήμη του, αλλά χρειάζεται και να την ανασκαλεύει. Κι αυτό όχι για να απονείμει εκ των υστέρων εύσημα ή ψόγους, μα για να τις μελετήσει μέσα στις συνθήκες της εποχής τους και να αναμετρηθεί με τις αντανακλάσεις τους, εξετάζοντας και ποια ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά.

Είναι μια αναδρομή με βάση ένα υλικό σπάνιας αξίας, σε μια διαδικασία όμως με το βλέμμα στο μέλλον: μπορεί να φωτίσει τις σημερινές επιλογές, να αναδείξει προβλήματα που επανέρχονται και να προσφέρει στους δημιουργούς και στους μελετητές εργαλεία για την πάντα απαιτητική συνέχεια.

Ελεύθερα, 18.10.2026