Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat δεν μπορεί παρά να λειτουργούν μαστιγωτικά ως προς πολιτικές και νοοτροπίες μας. Τόσο ξεκάθαρα τα πράγματα: το 85% των Κυπρίων δηλώνει ότι διατηρεί ένα μόνιμο διαζύγιο με τις δημόσιες συγκοινωνίες. Πρόκειται για ένα ποσοστό που δεν αποτελεί απλώς στατιστική ιδιαιτερότητα, αλλά για μια ατόφια ένδειξη βαθιάς θεσμικής αλλά και κοινωνικής αποτυχίας.

Η Κύπρος δεν βρέθηκε τυχαία σε θέση «ουραγού». Για δεκαετίες, το κράτος αδυνατούσε  – ή δεν διέθετε την απαιτούμενη πολιτική βούληση – να σχεδιάσει ένα συνεκτικό και λειτουργικό σύστημα μεταφορών. Η ανάπτυξη των πόλεων αφέθηκε να εξελιχθεί άναρχα, με μοναδικό άξονα το ιδιωτικό αυτοκίνητο και την φοβερή εξάρτηση από αυτό. Στρατηγικός σχεδιασμός για δημόσιες συγκοινωνίες ουσιαστικά δεν υπήρξε ποτέ. Οι όποιες πολιτικές παρεμβάσεις περιορίστηκαν σε αποσπασματικές μάλλον κινήσεις και βραχυπρόθεσμες λύσεις, που δεν δημιούργησαν ποτέ ένα αξιόπιστο δίκτυο διακίνησης. Τουλάχιστον στην πράξη γιατί κάποιες μελέτες εμπειρογνωμόνων παρέμεναν καταχωνιασμένες σε συρτάρια.

Το αποτέλεσμα ήταν προβλέψιμο. Χωρίς πυκνά και αξιόπιστα δρομολόγια, οι πολίτες δεν είχαν λόγο να εμπιστευθούν τα λεωφορεία. Και χωρίς επιβάτες, οι δημόσιες συγκοινωνίες παρέμεναν υποβαθμισμένες. Ένας φαύλος κύκλος που συντηρήθηκε για χρόνια μέσα από πολιτική αδράνεια και έλλειψη πραγματικού οράματος.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τεχνικό ή οργανωτικό. Είναι και βαθιά πολιτισμικό. Στην Κύπρο το αυτοκίνητο απέκτησε διαχρονικά έναν ιδιαίτερο συμβολισμό. Συνδέθηκε με την κοινωνική επιτυχία, την προσωπική ανεξαρτησία και την καθημερινή ευκολία. Αντίθετα, η χρήση των δημόσιων συγκοινωνιών αντιμετωπίστηκε για χρόνια ως λύση ανάγκης, μια επιλογή που δεν ταίριαζε στο πρότυπο της σύγχρονης ζωής που πολλοί επιδίωκαν.

Στο μεταξύ, τα αστικά κέντρα πληρώνουν ήδη το τίμημα αυτής της αποτυχίας. Οι δρόμοι ασφυκτιούν καθημερινά από την υπερβολική χρήση αυτοκινήτων, ενώ τεράστιοι χώροι μετατρέπονται σε αυτοσχέδιους χώρους στάθμευσης. Το ειρωνικό είναι ότι πολλοί αποφεύγουν το λεωφορείο για να «κερδίσουν χρόνο», καταλήγοντας τελικά εγκλωβισμένοι σ’ ένα κυκλοφοριακό χάος που ακυρώνει και αυτό που ονομάζουμε ποιότητα ζωής.

Οι συνέπειες εκτείνονται πέρα από την καθημερινή ταλαιπωρία. Το κόστος καυσίμων και συντήρησης επιβαρύνει ολοένα και περισσότερο τα νοικοκυριά, ενώ οι εκπομπές ρύπων από τις μεταφορές δυσκολεύουν την επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων της χώρας. Σε μια εποχή όπου οι ευρωπαϊκές πόλεις επενδύουν μαζικά σε βιώσιμες μετακινήσεις, η Κύπρος παραμένει ασφυκτικά εγκλωβισμένη σε αναγχρονιστικά μοντέλα.

Οι αριθμοί της Eurostat δεν είναι απλώς μια σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Είναι μια υπενθύμιση ότι η Κύπρος εξακολουθεί να λειτουργεί δέσμια λογικών άλλων δεκαετιών. Και όσο η πολιτεία διστάζει να σχεδιάσει σοβαρά σύγχρονες υποδομές και η κοινωνία παραμένει προσκολλημένη σε παρωχημένες αντιλήψεις, το κυκλοφοριακό πρόβλημα θα συνεχίσει να εξελίσσεται σε μάστιγα. Γιατί τελικά το ζήτημα των δημόσιων συγκοινωνιών δεν αφορά μόνο τα λεωφορεία. Αφορά το πώς μια χώρα σχεδιάζει το μέλλον της και το κατά πόσο είναι διατεθειμένη να αφήσει πίσω της συνήθειες που σηματοδοτούν όχι εκσυγχρονισμό αλλά οπισθοδρόμηση.