Η Ιερουσαλήμ αναγνώρισε επίσημα τη Γενοκτονία των Αρμενίων, αναστατώνοντας το καθιερωμένο, ετερόκλητο πλήθος των αντισημιτών: από τον Ερντογάν και τους Γκρίζους Λύκους έως τους υπόλοιπους μουλάδες και τους φίλους τους· τους αμετανόητους του της χρεοκοπημένων «σοσιαλιστικών» καθεστώτων.
Μόνο που η Γενοκτονία των Αρμενίων δεν είναι πολιτικό εργαλείο. Είναι ιστορικό γεγονός ύψιστης σημασίας, όπως και το Ολοκαύτωμα, και ως τέτοια δεν πρέπει να ευτελίζονται, ειδικά από ανθρώπους οι οποίοι υποστηρίζουν, από μίσος και μόνο προς τους Ισραηλινούς, τα περί «γενοκτονίας» στη Γάζα.
Ένα καθαρά πολιτικό αφήγημα, το οποίο δεν τεκμαίρεται από στοιχεία ούτε από κάποια ουδέτερη αρχή. Μόνο από την Ακροαριστερά (και τη Χαμάς).
Η οποία Χαμάς, από τον μεγάλο καημό που είχε και έχει για τους Παλαιστίνιους αμάχους, τους έκανε ανθρώπινες ασπίδες, έφτιαχνε βάσεις κάτω από νοσοκομεία και σχολεία και εκτόξευε πυραύλους από καταυλισμούς αμάχων για να τους κάνει «μάρτυρες».
Το εάν μια κυβέρνηση αναγνωρίζει τη Γενοκτονία αργά ή με πολιτικό υπολογισμό δεν αλλάζει την ουσία διότι πρώτον, είναι τεκμηριωμένη ιστορική πραγματικότητα· και δεύτερον, διότι ούτε οι πλείστες άλλες χώρες την έχουν αναγνωρίσει από ηθική.
Για την ακρίβεια, με το Ισραήλ, μόλις 33 είναι οι χώρες που αναγνωρίζουν τη Γενοκτονία των Αρμενίων. Από τα 193 κράτη-μέλη του ΟΗΕ. Υπάρχουν ακόμη τρεις περιπτώσεις όπου η αναγνώριση από κάποιους προσμετράται ως τέτοια και από άλλους όχι.
Η Κύπρος είναι μία από εκείνες που δεν είχαν αλλότρια κίνητρα. Έχει την ξεχωριστή τιμή να είναι η δεύτερη χώρα που την αναγνώρισε, το 1975. Και έχουμε κάθε λόγο να νιώθουμε περήφανοι γι’ αυτό, αλλά και για τους δεσμούς με το αρμενικό έθνος.
Τι θα συμβεί εάν λυθεί το Κυπριακό και οι Τουρκοκύπριοι και η Τουρκία απαιτήσουν απόσυρση της αναγνώρισης είναι μια πολύ καλή απορία. Όπως και το τι εξωτερική πολιτική θα έχουμε ευρύτερα.
Απορίας άξιον, σίγουρα, δεν είναι το πού θα στέκουν οι Σύντροφοι τότε, όταν σήμερα η εξωτερική τους πολιτική βασίζεται στον αντιδυτικισμό και την υπόσκαψη της ΕΕ αλλά ταυτίζεται με εκείνη του Ερντογάν και των υπόλοιπων μουλάδων.
Αν, όμως, το Ισραήλ είναι τόσο αξιοκατάκριτο —και— επειδή αναγνώρισε τη Γενοκτονία, καλό θα ήταν να μας πουν όλοι αυτοί με τις τόσο πετυχημένες ιδεολογίες και οικονομικές πολιτικές, ποιος «σοσιαλιστικός παράδεισος» αναγνώρισε πρώτος τη Γενοκτονία.
Η απάντηση είναι: αυτός που την αναγνώρισε και τελευταίος. Κανένας. Ποτέ.
Μόνο επί Γκορμπατσόφ, η Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της… Αρμενίας κατάφερε να την αναγνωρίσει. Μετά τις διαδηλώσεις στο Γερεβάν για το θέμα, το 1965, η Μόσχα αποφάσισε να επιτρέψει στους Αρμένιους να χτίσουν το Τσιτσερνακαμπέρτ. Αλλά ως εκεί. Τους επέτρεψαν να πενθήσουν. Κουβέντα για τα άλλα.
Οι Σύντροφοι, πάντα ιδεολόγοι, δεν ήθελαν να δυσαρεστήσουν την Άγκυρα. Όλοι οι Σύντροφοι. Ακόμα και σήμερα, τα τελευταία απομεινάρια —έστω και κατ’ όνομα μόνο, αν μιλάμε για την Κίνα, το Βιετνάμ και το Λάος— αλλά και τα δύο τελευταία «ορθόδοξα», η Κούβα και η Βόρεια Κορέα, δεν την έχουν αναγνωρίσει.
Δεν υπήρξε ποτέ στην Ιστορία «σοσιαλιστικό κράτος» που να την αναγνώρισε.
Το Ισραήλ δεν ήθελε να οξύνει τις σχέσεις του με την Τουρκία· τα τελευταία δε αρκετά χρόνια, ούτε με το Αζερμπαϊτζάν, το οποίο αντέδρασε τις προάλλες στην αναγνώριση.
Το επιχείρημα «το κάνει για να καλύψει τη Γάζα» είναι πολιτικά φτηνό, ιστορικά κυνικό και ανιστόρητο. Οι 11.000 Αρμένιοι, απόγονοι επιζώντων της Γενοκτονίας αλλά και Εβραίοι της Αρμενίας το ζητούσαν εδώ και χρόνια. Έτσι προέκυψε και η μετονομασία του πλέον εμβληματικού σημείου της Χάιφα σε Πλατεία Αρμενικής Γενοκτονίας.
Όποιος το υιοθετεί το φτηνό εκείνο επιχείρημα μετατρέπει την Αρμενική Γενοκτονία —όπως και το Ολοκαύτωμα— από αντικείμενο ιστορικής μνήμης σε επιχείρημα απελπισίας εναντίον του Ισραήλ.
Αν το ίδιο επιχείρημα το χρησιμοποιεί ο Ερντογάν, χρειάζεται τουλάχιστον μια στιγμή αυτοελέγχου.
Η γραμμή ότι η αναγνώριση είναι «αντιπερισπασμός» για τη Γάζα συμπίπτει ουσιαστικά με την τουρκική άμυνα απέναντι στην ιστορική ευθύνη.
Αν απαιτείται κάθε κράτος να είναι άμεμπτο για να αναγνωρίζει ένα ιστορικό έγκλημα, τότε κανένα κράτος δεν θα δικαιούται να αναγνωρίσει τίποτε.
Η δε διαφορά ανάμεσα σε ιστορική πραγματικότητα και πολιτικό ισχυρισμό είναι κρίσιμη.
Μπορεί κάποιος να ασκεί σκληρή κριτική στο Ισραήλ για τη Γάζα, ακόμη και να ζητά διερεύνηση για εγκλήματα πολέμου που πιθανότατα διαπράχθηκαν. Όπως σε κάθε πόλεμο. Κάθε άνθρωπος οφείλει να το ζητά.
Είναι όμως πραγματικά μνημείο ανηθικότητας να το απαιτεί κανείς μόνο για το Ισραήλ, ειδικά όταν μιλάμε για ανθρώπους οι οποίοι λέξη δεν άρθρωσαν για τα εγκλήματα του Πούτιν στην Ουκρανία, του Άσαντ στη Συρία, των φίλων τους μουλάδων στο Ιράν και τόσων άλλων· και οι οποίοι, μετά την 7η Οκτωβρίου, αμφισβητούσαν τους βιασμούς και έθεταν σε «ιστορικό βάθος» τις σφαγές 1.200 ανθρώπων και τις υπόλοιπες κτηνωδίες.
Η χρήση της λέξης «γενοκτονία» ως πασπαρτού για να πουλά πνεύμα στα social media ο κάθε φαιδρός/ή, αδειάζει τη λέξη από το βάρος της.
Και αυτό τελικά βλάπτει πρώτα τη μνήμη των πραγματικών γενοκτονιών. Ιδίως σε Ελλάδα και Κύπρο, όπου η μνήμη της Μικρασιατικής Καταστροφής, των διωγμών των Ελλήνων της Ανατολής, της Γενοκτονίας των Ποντίων και της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο δεν είναι αφηρημένη υπόθεση, η αναπαραγωγή επιχειρημάτων που ευνοούν την τουρκική άρνηση έχει ιδιαίτερο πολιτικό βάρος.
Δεν χρειάζεται να αγαπά κανείς το Ισραήλ για να πει ότι η αναγνώριση ήταν σωστή. Ούτε χρειάζεται να μισεί την Τουρκία για να πει ότι η άρνηση της Γενοκτονίας είναι άθλια, διότι α-πο-δεί-χθη-κε. Είμαστε υπόχρεοι να το λέμε.
Μακάρι το Ισραήλ να κάνει ένα τέτοιο βήμα και με τη Γενοκτονία των Ποντίων. Είναι και μια ευκαιρία ο Ελληνισμός να το ζητήσει.
Το κεντρικό πρόσωπο της απόφασης της Ιερουσαλήμ δεν είναι ούτε ο Νετανιάχου ούτε ο Ερντογάν.
Είναι οι Αρμένιοι και η ιστορική αναγνώριση ενός εγκλήματος που για δεκαετίες θυσιαζόταν στον βωμό διπλωματικών ισορροπιών και συμφερόντων.
Σήμερα πιο και του φανατισμού αλλά και της βλακείας στην πιο κοινή της μορφή. Αθάνατε Έκο.