Και σας ρωτώ: υπάρχει άλλος τόπος στον οποίο, με απανωτά σαραντάρια και προειδοποιήσεις —κίτρινες, πορτοκαλί, ξέρω ’γω, με βούλες, χωρίς— ο κόσμος σκοτώνεται για τα πράγματα για τα οποία σκοτωνόμαστε εμείς;

Και ενώ το 90% όσων σκοτώνονται είναι μέσα, έτσι; Σε συνθήκες κλιματισμού. Εάν δεν είχαν εφευρεθεί, δηλαδή, τα air condition, τι θα ζούσαμε; Ίσως, βέβαια, τότε να μπορούσαμε να θυμηθούμε ότι υπάρχουν και πραγματικά προβλήματα, όπως ίσως δεν ξεχνούν εκείνοι που δεν έχουν. Ίσως.

Η αφορμή του νέου εμφύλιου σπαραγμού μας —λέω η αφορμή, διότι η αιτία είναι πολύ πιο επιστημονικής φύσεως θέμα και δεν έχω την κατάρτιση— είναι το ζήτημα της απόφασης για μη αναγραφή των στοιχείων των γονέων μας στις πολιτικές ταυτότητες. Χαμός.

Woke ατζέντα, λένε οι μεν, με τα κίνητρά της να είναι σκοτεινά και αλλότρια. Θέλουν να καταργήσουν την έννοια της οικογένειας, ώστε να μην είναι πια η Ελπινίκη και ο Ανδρέας, για να βολέψουν τον Γιάννη με τον Κωστή.

«Οπισθοδρομικοί, φασίστες, ρατσιστές», φωνάζουν οι άλλοι, διότι, ως γνωστόν, όποιος δεν συμφωνεί με αυτά που λένε είναι τέτοιος. Μην πέσει κανείς, βέβαια, στα χέρια τους και δει τι εστί φασισμός του δικαιωματισμού.

Κάπου στη μέση υπάρχει ένα πράγμα —no pun intended— το οποίο ονομάζεται εξήγηση. Η εξήγηση είναι πολύ φίλη της λογικής, όπως και του επιχειρήματος. Και μοιάζει φοβερά με τη λογική της ιστορίας της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες, την οποία εμείς, ευτυχώς, δεν είχαμε —ας είναι καλά οι Εγγλέζοι, έκαναν και καλά, ανάμεσα στις αμέτρητες…—, οπότε δεν μπλέξαμε εξαρχής.

Το 2026, το στοιχείο αυτό, το οποίο είναι προσωπικό δεδομένο, δεν χρειάζεται για σκοπούς ταυτοποίησης, για τους οποίους εκδίδεται η ταυτότητα, πλέον με βιομετρικά δεδομένα. Το σημαντικό, όμως, είναι πως, ενώ εμάς δεν μας κόφτει που αναγράφεται, δεν ισχύει το ίδιο με παιδιά αγνώστου πατρός, μονογονεϊκών οικογενειών, υιοθετημένα παιδιά ή παιδιά που γεννήθηκαν με δωρεά γενετικού υλικού.

Δεν υπάρχει, λοιπόν, λόγος αποκάλυψης στον όποιον τρίτο αυτής της πληροφορίας, όπως δεν αποκαλύπτεται ούτε στο διαβατήριο. Δεν υπάρχει, δε, ούτε λόγος το πεδίο να μένει αναγκαστικά κενό.

Διαβάζω διάφορα σχόλια: «Εγώ είμαι περήφανος για τους γονείς μου!».

Συγχαρητήρια. Και εγώ το ίδιο. Αξιότατοι άνθρωποι, ασχέτως του αποτελέσματος στη δική μου περίπτωση. Πρέπει ο άλλος να κυκλοφορεί με τα κενά πεδία στην ταυτότητα για να νιώθω εγώ περήφανος; Σας έτυχε, δηλαδή, να πάτε στην τράπεζα και, εκεί που θα υπογράφατε το δάνειο, να σας πει ο τραπεζικός σας κάτι στο στιλ: «Του Αντώνη και της Μαρίας; Wow! Υπογράψτε μου και εμένα ένα αυτόγραφο μετά το συμβόλαιο»;

Κανείς δεν εμποδίζει όποιον θέλει να το λέει, να το φωνάζει κιόλας μόλις βγαίνει από το σπίτι του. ΟΚ, με τρόπο, για να μην τον μαζέψουν, αλλά πλέον έξω είμαστε πιο μέσα από τους μέσα. 

Και ο καθένας μπορεί να το βάλει στο «Καλημέρα, είμαι ο/η της Χ και του Ψ». Ή και να το κάνει τατουάζ στο μέτωπό του. Τόσα και τόσα βλέπουμε.

Αυτό που μας λείπει σ’ αυτή τη χώρα είναι το ενδιαφέρον για τους άλλους. Σε ατομικό αλλά και σε συλλογικό επίπεδο.

Το τελευταίο μπορεί, λ.χ., να το δει κανείς σε όλους τους Β’ Διαλογής, οι οποίοι ακόμα και την κάθοδο Γκουτέρες την έκαναν πανί για να σκουπίσουν τα σάλια τους για τις Προεδρικές. Επινοώντας σενάρια επί σεναρίων ακόμα και ότι εμείς φταίμε που για να πάρε ένα «άντε ΟΚ (αρχικά)» από την Τουρκία ο Γκουτέρες χρειάστηκε να πάρει τηλέφωνα να παρακαλέσει τον Φιντάν. 

Αλλά φταίμε εμείς. Τώρα γιατί, κανείς δεν το ξέρει.

Είναι όμως απόδειξη τρανή —άλλη μία— ότι τα πάντα για κάποιους μπορούν να μπουν —και μπαίνουν— στην κρεατομηχανή των προσωπικών τους φιλοδοξιών.

Το ερώτημα δεν είναι οι φιλοδοξίες, βέβαια. Είναι οι ικανότητες.

Υστερόγραφο: Για τις ταυτότητες εγώ προτείνω να γράφει εξτρά ό,τι γουστάρει ο καθένας και η καθεμία. Σε ευδιάκριτο όμως σημείο, για όσους το επιλέξουν να γράφει και το αποτέλεσμα του IQ Test. Σύμφωνοι;