Υπάρχει κάτι βαθιά χυδαίο και σκοτεινό στον τρόπο με τον οποίο ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ εργαλειοποίησε τον πόλεμο στη Γάζα.
Πολιορκημένος από σκάνδαλα που αγγίζουν την οικογένεια, το κόμμα και το στενό πολιτικό περιβάλλον του, ανακάλυψε στο πρόσωπο Ισραήλ τον ιδανικό εχθρό και στην επίκληση της «γενοκτονίας» στη Γάζα ένα πολύ βολικό παραμύθι εξαγνισμού του.
Αν είναι μόνο αυτό, δηλαδή. Διότι ο τρόπος με τον οποίο αυτός ο φοβερός ανθρωπιστής έτρεξε να στηρίξει το σκοτεινότερο καθεστώς του πλανήτη, το Ιράν, το οποίο μόλις είχε μακελέψει δεκάδες χιλιάδες πολίτες του, εγείρει άλλα, πολύ χειρότερα ερωτήματα για το τι θα μπορούσε να κρύβει η στάση του.
Η σύζυγός του παραπέμπεται σε δίκη για διαφθορά. Ο αδελφός του καταδικάστηκε για κακοδιαχείριση, ενώ πρώην στενότατος συνεργάτης του καταδικάστηκε σε πολυετή κάθειρξη επίσης για διαφθορά. Οι υποψίες και τα ερωτήματα αγγίζουν πλέον και τον ίδιο.
Υπό τον Σάντσεθ, η επίσημη Ισπανία εξελίχθηκε σε ευρωπαϊκό επίκεντρο της αντιισραηλινής και αντισημιτικής υστερίας.
Τα ψέματα της Χαμάς υιοθετήθηκαν αμέσως, η 7η Οκτωβρίου μετατράπηκε σε υποσημείωση και κάθε ισραηλινή ενέργεια παρουσιαζόταν αποκομμένη από την αιτία της. Ενα όνειδος για την Ισπανία, μια χώρα η οποία βίωσε η ίδια την ισλαμιστική τρομοκρατία, με περισσότερους από 200 νεκρούς.
Τώρα ήρθε η Θέουτα.
Μέσα σε δύο ημέρες, περίπου 50.000 άντρες πέρασαν από το Μαρόκο στον ισπανικό θύλακα. Τουλάχιστον 67 σκοτώθηκαν, πνιγμένοι ή ποδοπατημένοι.
Η κυβέρνηση που δίδασκε στο Ισραήλ πώς προστατεύονται —τάχα— οι άμαχοι και που αγκάλιασε εκείνη την κορυφαία παράνοια της Αριστεράς, σύμφωνα με την οποία όπου υπάρχουν λευκοί —Δυτικοί— υπάρχει εξ ορισμού και αποικιοκρατία, έστειλε τον στρατό, επέστρεψε περισσότερους από 48.000 ανθρώπους, απέκλεισε τη μετακίνησή τους προς την ηπειρωτική Ισπανία, άρχισε να τοποθετεί πλωτό φράγμα 500 μέτρων και εξετάζει αλλαγές στη νομοθεσία για ταχύτερες επαναπροωθήσεις.
Πού; Στη Θέουτα. Σε ένα κομμάτι γης του σημερινού Μαρόκου, στην Αφρική βεβαίως, το οποίο πέρασε αρχικά υπό πορτογαλικό και κατόπιν υπό ισπανικό έλεγχο και εξακολουθεί να αποτελεί σημείο τριβής ανάμεσα στην Ισπανία και το Μαρόκο.
Ο «προοδευτικός» Σάντσεθ χαρακτήρισε τη μαζική είσοδο «παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας της Ισπανίας».
Αυτό ακριβώς είναι το μνημείο υποκρισίας και αθλιότητας: όταν το κάνει η Ισπανία απέναντι σε οικονομικούς μετανάστες, είναι νόμιμη άμυνα. Όταν το κάνει το Ισραήλ απέναντι σε μια περιοχή ελεγχόμενη από τρομοκρατική οργάνωση με 70% υποστήριξη, η οποία πραγματοποίησε ένοπλη εισβολή και έσφαξε 1.200 πολίτες του, είναι «γενοκτονία»;
Σκεφτείτε τι θα συνέβαινε εάν τζιχαντιστές τρομοκράτες εκτόξευαν αδιαλείπτως ρουκέτες εναντίον της Ισπανίας από μια γειτονική μαροκινή πόλη ή από το όρος Μούσα, το οποίο υψώνεται δίπλα στη Θέουτα, σε μαροκινό έδαφος. Πόσες ημέρες θα περνούσαν πριν από την ισοπέδωση της περιοχής;
Όταν Ισραηλινοί —ανάμεσά τους και χιλιάδες Άραβες του βόρειου Ισραήλ, πολλοί από αυτούς χριστιανοί— εκτοπίζονται λόγω πολέμου, αυτό θεωρείται λεπτομέρεια. Όταν 50.000 άνθρωποι εισέρχονται στη Θέουτα, ο Σάντσεθ θυμάται ξαφνικά την εδαφική ακεραιότητα και την εθνική ασφάλεια.
Βεβαίως, όταν σε μια συζήτηση υπάρχουν Εβραίοι από τη μία και ορφανά του Κόκκινου Ολοκληρωτισμού από την άλλη, το τελευταίο δεκανίκι είναι πάντοτε κάποια αντισημιτική θεωρία. Εδώ, ότι ήταν, λέει, κόλπο του Νετανιάχου για να εκδικηθεί τον Σάντσεθ !
Ακόμη, όμως, και ένα «αριστερό» μυαλό περιορισμένης διανοητικής εμβέλειας, εφόσον έχει διαβάσει πέντε πράγματα, γνωρίζει ότι το ίδιο είχε συμβεί και το 2021 —η φωτογραφία είναι από τότε—, όταν 10.000 άνθρωποι πέρασαν τα σύνορα και μερικές δεκάδες πέθαναν.
Η κυβέρνηση Σάντσεθ καταδικάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ισπανίας επειδή επέστρεψε στο Μαρόκο ακόμη και ασυνόδευτους ανηλίκους, παραβιάζοντας τη νομοθεσία και τις συμβάσεις που υπέγραψε η Ισπανόια.
Τότε οι σχέσεις Ιερουσαλήμ–Μαδρίτης ήταν μια χαρά.
Ο Σάντσεθ, λοιπόν, και τα αντισημιτικά απολιθώματα της «Αριστεράς» που τον στηρίζουν, εκεί και παντού, χωρίς καμία απόδειξη έριξαν ακόμη λίγο λάδι στη φωτιά του αντισημιτικού μίσους, την οποία έχουν, ένας προς έναν, ακόμη και εδώ, ανάψει και υποδαυλίσει — με τα αποτελέσματα που βλέπουμε.
Μιλάμε για τους ίδιους οι οποίοι θέλουν να ανοίξουν τα σύνορα της Ευρώπης για να εισέλθουν άνθρωποι χωρίς τη δυνατότητα αλλά και τη διάθεση, να αφομοιωθούν· άνθρωποι με αντιλήψεις Μεσαίωνα.
Όποιος, όμως, διανοηθεί να διαφωνήσει βαφτίζεται «ρατσιστής» — όχι όπως ο Πούτιν, βεβαίως, ο οποίος δεν δέχθηκε σχεδόν κανέναν πρόσφυγα — ή «ισλαμοφοβικός».
Κάθε πολιτισμένος άνθρωπος έχει λόγο να φοβάται ένα θρησκευτικό δόγμα τοξικό, παρανοϊκό, βίαιο και επικίνδυνο, το οποίο θεμελίωσε ένας άνθρωπος που παντρεύτηκε, μεταξύ άλλων, ένα επτάχρονο παιδί και το οποίο , δόγνα, χαρακτηρίζει «απίστους» όσους δεν το ασπάζονται, ενώ διδάσκει ότι οι μοιχαλίδες και οι ΛΟΑΤΚΙ πρέπει να τιμωρούνται ακόμη και με θάνατο. Και… και… και… Πιο ρατσιστικό δεν γίνεται.
Για να μην ξεχνιόμαστε: το Ισλάμ είναι μια αντίληψη, μια ιδέα. Δεν έχει δικαιώματα. Και το να είναι κάποιος εναντίον του, όταν βλέπει τι προκαλεί στις μάζες των Ουγκάνων φανατικών του, δεν είναι ρατσισμός. Διότι μια ιδέα μπορεί ο καθένας να την απορρίψει ή να την επικρίνει.
Το χρώμα, τη σεξουαλικότητα, την εθνότητα, το φύλο του και όλα τα υπόλοιπα κανείς δεν τα επιλέγει.
Και το 2021 και σήμερα, η κυβέρνηση Σάντσεθ αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι δεν έλαβε σοβαρά υπόψη τις προειδοποιήσεις των τοπικών αρχών και των υπηρεσιών πληροφοριών ότι ερχόταν κάτι τέτοιο.
Τότε δεν μπορούσε να τα φορτώσει στους Εβραίους, όπως επιχειρεί τώρα μαζί με τους υπόλοιπους κόκκινους αντισημίτες και απολογητές του ισλαμισμού, εκεί και αλλού, με τα δύο μέτρα και τα δύο σταθμά.
Είναι οι ίδιοι που βλέπουν «γενοκτονίες» σε πληθυσμούς που πενταπλασιάζονται εφόσον εμπλέκονται Εβραίοι, αλλά καρφί δεν τους καίγεται για τις δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων που έσφαξε ο σύντροφος Άσαντ, βομβαρδίζοντας ακόμη και νοσοκομεία γεμάτα ασθενείς —τουλάχιστον τέσσερα, σύμφωνα με εκθέσεις του ΟΗΕ.
Καρφί δεν τους καίγεται ούτε για τα παιδιά των Ισραηλινών και των Ουκρανών, ούτε για τις γυναίκες του Ιράν και για όλα τα υπόλοιπα μαζικά εγκλήματα που ξεπλένουν, τα αποδεδειγμένα, επειδή απλά τους συμφέρει.
Κάποτε, το μόνο που τους ένωνε με τους σοσιαλιστές ήταν ότι χρεοκοπούσαν – ή και καταλήστευαν – τις χώρες που κυβερνούσαν. Σήμερα, που στην παρέα μπήκαν και οι μουλάδες, τα πράγματα είναι απείρως πιο σκοτεινά.
Σταθερά, όμως, το ίδιο ξεδιάντροπα υποκριτικά.