Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Η αποτυχία ΗΠΑ και Ισραήλ στον πόλεμο εναντίον του Ιράν και οι καταστροφικές συνέπειες του για τις χώρες του Κόλπου, έβαλαν σε δοκιμασία την αμερικανική αξιοπιστία προστασίας των χωρών αυτών. Η πρόσφατη επίθεση των Χούθι στη Σαουδική Αραβία και η άρνηση του Ντόναλντ Τραμπ να εγκρίνει άμεσες αμερικανικές επιδρομές εναντίον τους, θέτει το ζήτημα κατά πόσον οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν την πολιτική βούληση και την αξιοπιστία να εγγυηθούν την ασφάλεια των χωρών του  Κόλπου. Εύλογα τίθεται επίσης και το ερώτημα αν διαθέτουν την αναγκαία στρατιωτική ισχύ για τον σκοπό αυτό μετά  το βαρύ τίμημα του πολέμου με το Ιράν. Πρόσφατη έκθεση του Πενταγώνου καταγράφει τις βαριές αμερικανικές απώλειες ενώ καταγράφει και σοβαρές ελλείψεις πυρομαχικών. Η έκθεση τονίζει ότι ο πόλεμος κόστισε συνολικά 33 δισ. δολάρια κατά την ίδια περίοδο.

Η επίθεση των Χούθι αφορά τη Σαουδική Αραβία, αλλά οι συνέπειές της εκτείνονται στο σύνολο της περιφερειακής τάξης. Αφορούν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ, το Μπαχρέιν, το Κουβέιτ και το Ομάν, καθώς και τις θαλάσσιες οδούς από τις οποίες εξαρτάται μεγάλο μέρος του παγκόσμιου ενεργειακού εφοδιασμού. Το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα αντιμετωπίσει την επόμενη επίθεση, αλλά ποιος θα αναλάβει το κόστος της ασφάλειας σε μια περιοχή όπου οι στρατηγικοί ανταγωνισμοί πολλαπλασιάζονται.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα που προέρχονται από αμερικανικές πηγές, ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, ο ουσιαστικός κυβερνήτης της Σαουδικής Αραβίας. ζήτησε από τον Τραμπ αμερικανική στρατιωτική δράση εναντίον των Χούθι. Ο Αμερικανός πρόεδρος αρνήθηκε να εγκρίνει άμεσες επιδρομές, ενώ η Ουάσιγκτον συμφώνησε να συνεχίσει την παροχή πληροφοριών και υποστήριξης στη στοχοποίηση των Χούθι.  Η απόφαση εντάσσεται στο πλαίσιο της ευρύτερης αμερικανικής πολεμικής εμπλοκής με το Ιράν και της προσπάθειας να αποφευχθεί το άνοιγμα ενός ακόμη μετώπου στην Υεμένη. Εξάλλου παλαιότερες αμερικανικές επιθέσεις εναντίον των Χούθι δεν απέδωσαν.

Η διάκριση ανάμεσα στην υποστήριξη και την άμεση στρατιωτική επέμβαση είναι κρίσιμη. Η Ουάσιγκτον  καθιστά σαφές ότι η συμμαχία δεν συνεπάγεται αυτόματη αμερικανική πολεμική δράση για κάθε περιφερειακή απειλή. Το μήνυμα στις πρωτεύουσες του Κόλπου είναι ότι οι αμερικανικές εγγυήσεις έχουν περιορισμένη πρακτική αξία. Με άλλα λόγια τίθεται υπό αμφιβολία η ίδια η αμερικανική αξιοπιστία. Και αυτό σε μια στιγμή που οι επιθέσεις στους ενεργειακούς και ναυτιλιακούς διαύλους επηρεάζουν  όλες τις χώρες  του Κόλπου. Η διατάραξη της κυκλοφορίας στην Ερυθρά Θάλασσα συνδέεται άμεσα με τις εξαγωγικές δυνατότητες της Σαουδικής Αραβίας και τη γενικότερη οικονομική σταθερότητα των χωρών του Κόλπου. Διότι μετά τα στενά του Ορμούζ, το κλείσιμο του διαύλου της Ερυθράς Θάλασσας προκαλεί ασφυξία τόσο στη Σαουδική Αραβία όσο και στις υπόλοιπες χώτρες της περιοχής.

Το γεγονός ότι οι Χούθι μπορούν να απειλούν στρατηγικές υποδομές και εμπορικές οδούς χωρίς να προκαλούν κατ’ ανάγκην άμεση αμερικανική στρατιωτική αντίδραση, αποκαλύπτει τα όρια της υφιστάμενης περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Και αυτό παρά τα δισεκατομμύρια που ξόδευσαν αυτές οι χώρες για την αγορά αμερικανικών όπλων και τα δισεκατομμύρια που επένδυσαν στις ΗΠΑ. Στο τέλος η αγορά αμερικανικής «προστασίας» αποδεικνύεται αναποτελεσματική στην πιο κρίσιμη στιγμή.

Η άρνηση των ΗΠΑ να αντιμετωπίσουν στρατιωτικά τους Χούθι όπως και η προηγούμενη αποτυχία τους να εξουδετερώσουν την ιρανική «απειλή», δημιουργεί μια αβεβαιότητα στους συμμάχους τους. Εάν οι χώρες του Κόλπου δεν μπορούν να γνωρίζουν υπό ποιες συνθήκες θα ενεργοποιηθεί η αμερικανική ισχύς, τότε η αποτροπή αποδυναμώνεται και χάνεται η αξιοπιστία.

Ο παράγοντας Χούθι

Οι Χούθι δεν αποτελούν απομονωμένο παράγοντα. Η σχέση τους με το Ιράν προσδίδει στην επίθεση ευρύτερη γεωπολιτική σημασία. Η Τεχεράνη μπορεί να ασκεί πίεση σε διαφορετικά μέτωπα, χρησιμοποιώντας δίκτυα συμμάχων και ένοπλων οργανώσεων, χωρίς να αναλαμβάνει πάντοτε άμεσα την ευθύνη μιας επίθεσης. Δείχνει επίσης ότι η δολοφονία της ιρανικής πολιτικής ηγεσίας όχι μόνο δεν απέδωσε αποτελέσματα αλλά σταθεροποίησε το ιρανικό καθεστώς με μια νέα ηγεσία περισσότερο ριζοσπαστική. Εξάλλου παρά τις σημαντικές  απώλειες που υπέστη το Ιράν, σε γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό επίπεδο εξέρχεται ενισχυμένο αφού οι ΗΠΑ και το Ισραήλ απέτυχαν σε αυτό τον πόλεμο να αποκομίσουν σημαντικά οφέλη παρά την στρατιωτική τους υπεροχή. Το μόνο που πέτυχαν είναι η αποσταθεροποίηση της περιοχής, του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος και των διεθνών αγορών.

Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την ανάγκη των χωρών του Κόλπου να αναπτύξουν δικές τους δυνατότητες ασφάλειας. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα εγκατάλειψη της αμερικανικής συμμαχίας. Σημαίνει, όμως, διαφοροποίηση των στρατηγικών τους επιλογών. Ανάμεσα σε αυτές τις επιλογές δύο παραμένουν οι πιο σημαντικές.

Δοκιμασία για συμμαχίες

Η πρώτη είναι η ενίσχυση των σχέσεων με την Κίνα που προσφέρει διπλωματικές και οικονομικές εναλλακτικές προοπτικές και διαμεσολάβηση για καλύτερες σχέσεις με το Ιράν. Είναι φανερό ότι υπάρχει  κρίση της αμερικανικής ηγεμονίας και μετάβαση από μια τάξη όπου η αμερικανική παρουσία θεωρούνταν ο κεντρικός εγγυητής της περιφερειακής ασφάλειας σε μια πιο πολυκεντρική πραγματικότητα. Η άρνηση του Τραμπ να επέμβει άμεσα εναντίον των Χούθι αποτελεί δοκιμασία για το αμερικανικό σύστημα συμμαχιών. Οι χώρες του Κόλπου θα αξιολογήσουν όχι μόνο τη συγκεκριμένη απόφαση, αλλά και το πρότυπο της μελλοντικής αμερικανικής συμπεριφοράς που αυτή προαναγγέλλει.

Η δεύτερη επιλογή των χωρών του Κόλπου είναι η συνδιαλλαγή με το Ιράν. Ήδη υπάρχουν επαφές και σχετικές συζητήσεις προς αυτή την κατεύθυνση τις οποίες ενθαρρύνει η Κίνα αλλά και η Ρωσία. Η επίθεση  των Χούθι θέτει το βαθύτερο ερώτημα της αβεβαιότητας για την αμερικανική προστασία και  υποχρεώνει τις χώρες του Κόλπου να αναζητήσουν ένα modus vivendi με το Ιράν. Πρόκειται για τη  λογική της αναγκαστικής συνεννόησης απέναντι σε μια στρατηγική πραγματικότητα που επιβάλλει η γεωγραφία. Οι χώρες του Κόλπου  βρίσκονται γεωγραφικά δίπλα στο Ιράν, ενώ οι ΗΠΑ βρίσκονται μακριά και διατηρούν το δικαίωμα να επιλέγουν πότε και πώς θα επέμβουν. Η επίθεση των Χούθι, η απειλή για τις ενεργειακές υποδομές και οι κίνδυνοι για τις θαλάσσιες οδούς υποδεικνύουν ότι το κόστος μιας παρατεταμένης αντιπαράθεσης μπορεί να γίνει δυσβάστακτο.

Εξισορρόπηση σχέσεων

Σε αυτό το πλαίσιο, η συνεννόηση με την Τεχεράνη αποκτά πρακτική αξία και αναγνώριση ότι η γεωγραφική εγγύτητα και η αλληλεξάρτηση επιβάλλουν κάποια μορφή συνεργασίας. Αυτό θα οδηγήσει από την αντιπαράθεση στην εξισορρόπηση των σχέσεων.

Με άλλα λόγια  με τις επιλογές που αναφέρθηκαν θα υπάρξει μια σχετική απεξάρτηση από την αμερικανική  «προστασία» και μετάβαση σε μια πολυκεντρική ασφάλεια με τη συμμετοχή όχι μόνο της Κίνας και της Ρωσίας αλλά και χωρών της περιοχής, χωρίς αυτό να σημαίνει το τέλος των αμερικανικών αμυντικών σχέσεων και της στρατιωτικής συνεργασίας.  Από αυτή την πολυκεντρική  ασφάλεια απούσα θα είναι η Ευρώπη, απασχολημένη καθώς είναι με την Ουκρανία και τις δικές της εσωτερικές αδυναμίες.

Αν υπάρχει ένα μάθημα για την Ελλάδα και την Κύπρο από όλες αυτές τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις είναι ότι η αγορά αμερικανικής και ισραηλινής «προστασίας» δεν τους εξασφαλίζει την ασφάλεια και την εθνική τους κυριαρχία.  Η ασφάλεια μιας χώρας στον σημερινό κόσμο της μετάβασης στις νέες ενδοκαπιταλιστικές ισορροπίες είναι μια πολυκεντρική υπόθεση και θέμα πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής.

Συμπέρασματικά  το διακύβευμα δεν είναι απλώς εάν η Αμερική θα πολεμήσει για τη Σαουδική Αραβία. Είναι εάν οι σύμμαχοι της Αμερικής μπορούν να οικοδομήσουν την ασφάλειά τους πάνω σε μια δύναμη που, ενώ εξακολουθεί να έχει την  ισχυρότερη στρατιωτική παρουσία στην περιοχή, δεν είναι πλέον βέβαιο ότι θα μπορεί να τους παρέχει ασφάλεια στο νέο πολυκεντρικό και πολυπολικό κόσμο που γεννιέται.

*Πανεπιστημιακός, συγγραφέας

stephanos.constantinides@gmail.com