Μια αιρετική ιστορία της επικοινωνίας, από το ’80 ως τις μέρες μας, μέσα από το προκλητικό «Videodrome» του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ. Η ταινία προβάλλεται τη Δευτέρα 15/6 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ «Εικόνες και Όψεις του Εναλλακτικού Κινηματογράφου».

Ο συντηρητισμός των eighties και το «απαγορευμένο»

Όσοι μεγαλώσαμε στα μακρινά eighties, αισθανόμαστε ένα μείγμα ενοχής και νοσταλγίας για μια εποχή που μύριζε αθωότητα, αλλά και ναφθαλίνη. Λίγο πριν σκάσει σαν βόμβα -και όχι σαν φούσκα- η επανάσταση του PC και του διαδικτύου, είχαν ήδη προβάλει οι πρώτοι ανεξάρτητοι ραδιοφωνικοί σταθμοί, βγάζοντας γλώσσα στον καθωσπρεπισμό των κρατικών μέσων ενημέρωσης και ψυχαγωγίας. Αυτή δεν ήταν η μόνη επικοινωνιακή καταιγίδα που έμελλε να υποστούμε. Θα ακολουθούσε εκείνη των κοινωνικών δικτύων και της τεχνητής νοημοσύνης.

Στα τεχνολογικά «πρωτόγονα» χρόνια, είχαμε ακόμη εμπιστοσύνη στα αυτιά, στα μάτια και στις υπόλοιπες αισθήσεις μας. Αντιλαμβανόμασταν τα πάντα με τρόπο απλοϊκό, γραμμικό, ιεραρχημένο, δομημένο κι ελεγχόμενο. Όλα περνούσαν μέσα από το φίλτρο του καθωσπρεπισμού και του κρατικού ηθικισμού.

Βλέπαμε κι ακούγαμε όσα μας επέτρεπαν οι λογοκριτές του Ρίγκαν, της Θάτσερ και άλλων ηγετών παλαιάς κοπής, με γραβάτα και ταγιέρ. Κάπου στα μέσα του ογδόντα, άρχισαν οι ενοχικές απολαύσεις. Μπήκε στην εξίσωση ο πειρατικός σταθμός με τα παράσιτα, η βιντεοκασέτα από το σκονισμένο ράφι του γειτονικού βιντεοκλάμπ. Κι ο κόσμος έμοιασε να διευρύνεται, αγκαλιάζοντας θαρρείς το απαγορευμένο. Τα αυτιά και τα μάτια μας άνοιξαν για να χωρέσουν το άνοστο, το ανήθικο, το κρυφό και το κακόγουστο. Βγαλμένο, ίσως, από μια κασέτα VHS ή από κάποιο κανάλι καλωδιακό.

Τα μέσα που σόκαραν τις αισθήσεις μας

Πέρασε ο καιρός, το απαγορευμένο γίνηκε νόρμα και πάψαμε να αισθανόμαστε, έτσι απλά και φυσικά. Τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας άλλαξαν τα φώτα στην όραση, στην ακοή και στις άλλες αισθήσεις μας. Η ρήση του Καναδού φιλόσοφου Μάρσαλ ΜακΛούαν -«το μέσο είναι το μήνυμα»- βρήκε την απόλυτη εφαρμογή της στη μεταλλαγμένη καθημερινότητα των zero years.

Από τότε, έχουμε οριστικά εισέλθει μέσα στο «Βιντεοδρόμιο» και δεν προβλέπεται να εξέλθουμε συντόμως από αυτό.

Τι είναι, αγαπητοί μου αναγνώστες, το «Βιντεοδρόμιο»; Φανταστείτε κάτι σαν το «Matrix» πριν από το «Matrix». Μια χειρόγραφη λέξη, γραμμένη με μαρκαδόρο, σε κάποια από εκείνες τις απαγορευμένες βιντεοκασέτες που λέγαμε. Τον απόλυτο κινηματογραφικό εφιάλτη του Ρίγκαν, της Θάτσερ και όλων των πουριτανών κατά το έτος 1983.

Γιατί αυτό ήταν το «Videodrome», του τρομερού -και επίσης Καναδού – Ντέιβιντ Κρόνεμπεργκ»: ένα πρωτοποριακό, ερμητικό, προκλητικό (και εν τέλει πετσοκομμένο) tech-horror αριστούργημα. Οι πιο τολμηροί Gen X-ers των eighties, το είχαμε εντοπίσει, τότε, σε κάποιο βιντεοκλάμπ. Το βάλαμε στο VCR player και μείναμε με το στόμα ανοιχτό: για τα «αιματοβαμμένα» εφέ, για το σοκ, για την ατάκα «ζήτω η νέα σάρκα», για το πρόσωπο που εκρήγνυται στην οθόνη…

Η γέννηση και η ιστορία του «Videodrome»

Τέτοιος ήταν, είναι και θα παραμείνει ο κόσμος των μίντια. Αθεράπευτα εφηβικός, μια μακρά και ατελείωτη έκρηξη αδρεναλίνης που εναλλάσσεται με ντοπαμίνη. Αλλεργικός σε λόγια φιλοσοφικά και σύνθετα, που κρύβονται επιμελώς πίσω από τις εικόνες. Και όμως, αν υπήρξε η ταινία, ήταν γιατί ο νεαρός Κρόνενμπεργκ άνοιξε κάποτε ένα βιβλίο με τίτλο: «The Medium is the Massage: An Inventory of Effects».

Εκεί μέσα, διάβασε πως η τηλεόραση είναι συνέχεια του ματιού και των νευρώνων μας. Από εκείνα τα λόγια, του Μάρσαλ ΜακΛούαν, γεννήθηκε η κινηματογραφική παραβολή που γνωρίσαμε. Ήρωας της, ένας πρόδρομος των σύγχρονων “content-creators”: ο Μαξ Ρεν, ιδιοκτήτης του παρακμιακού τηλεοπτικού σταθμού CIVIC-TV στο Τορόντο.

Εμμονικός μικροεπιχειρηματίας, αναζητεί «απαγορευμένο» περιεχόμενο για τον σταθμό του, με στόχο να αυξήσει την τηλεθέαση. Μέσα από ένα πειρατικό σήμα, κάπου στη Μαλαισία, «ψαρεύει» το πρόγραμμα Videodrome, γεμάτο από σκηνές βίας και εξευτελισμού. Στην αρχή ενθουσιάζεται για το εύρημά του. Στην πορεία ανακαλύπτει πως αποτελεί μέρος κοινωνικοπολιτικού πειράματος, με στόχο να ελέγξει το μυαλό του θεατή. Όπως αποδεικνύεται, το τηλεοπτικό σήμα προκαλεί όγκο στον εγκέφαλο και μια σειρά από παρενέργειες: παραισθήσεις, απώλεια αίσθησης της πραγματικότητας, σωματικές μεταλλάξεις.

Μια ταινία απολύτως προφητική

Στην αιρετική δημιουργία του Κρόνενμπεργκ, ο συμβολισμός συναντά το body-horror.  Με τη συνδρομή ενός σπεσιαλίστα των οπτικών εφέ (Ρικ Μπέικερ), με λίγα κομμάτια λάτεξ και μερικά καλώδια, χτίζονται τρεις σκηνές ανθολογίας. Η πρώτη: η ζωντανή βιντεοκασέτα εισέρχεται μέσα από την «ειδική» σχισμή στο στομάχι του Μαξ Ρεν.

Η δεύτερη: το πιστόλι του Μαξ λιώνει κι ενσωματώνεται μέσα στο χέρι του. Η τρίτη: η τηλεόραση φουσκώνει μαζί με τα χείλη μιας σταρ, γίνεται ρευστή και «ρουφάει» το πρόσωπό του. Τι σημαίνουν όλα αυτά τα εκκεντρικά και αλλόκοτα; Θα απαντήσω με τους στίχους των Pink Floyd: «Welcome my son, welcome to the machine». Δηλαδή, μας τελείωσαν οι εποχές των απλών συναισθημάτων, της ενοχής και της νοσταλγίας. Πλέον, βρισκόμαστε στην επικράτεια της μηχανής.

Στην οθόνη του «Videodrome»  βλέπουμε να επελαύνει – τελείως, μα τελείως προφητικά- ο θαυμαστός (;) νέος κόσμος που βιώνουμε σήμερα: ο αλγόριθμος των social media, το αγαπημένο μας smartphone (αυτή η εθιστική συνέχεια του ματιού και του χεριού μας),  οι πειρασμοί της τεχνητής νοημοσύνης, τα εικονικά προφίλ και τα avatars, τα fake news που αλλοιώνουν την αντίληψή μας.

Όλα λιώνουν και ρευστοποιούνται μέσα στο «Βιντεοδρόμιο». Και ο κατάλογος των «θαυμάτων» δεν έχει τελειωμό…

Ελεύθερα, 14.06.2026