Την ανάγκη να μην παραμείνουν σκιές γύρω από την υπόθεση «Σάντη», η οποία απασχόλησε έντονα την κοινή γνώμη και έπληξε την αξιοπιστία θεσμών και προσώπων, υπογράμμισε ο νομικός Ηλίας Στεφάνου, σχολιάζοντας στη μεσημβρινή εκπομπή του Alpha το πόρισμα της Αστυνομίας και τις εξελίξεις που βρίσκονται ακόμη υπό διερεύνηση.
Αρχικά, ο κ. Στεφάνου ανέφερε ότι η διερεύνηση της υπόθεσης ξεκίνησε αυτεπάγγελτα από τον Αρχηγό της Αστυνομίας, στη βάση ότι οι επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας δεν θα μπορούσαν να έχουν εμπλοκή στη διαδικασία, καθώς ήταν αναφερόμενα πρόσωπα στα επίμαχα μηνύματα.
«Οι δύο μήνες δεν είναι ούτε μεγάλο χρονικό διάστημα ούτε όμως και σύντομο», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η χθεσινή δημοσιογραφική διάσκεψη αποτέλεσε ένα θετικό βήμα προς την κατεύθυνση της διαφάνειας.
«Είναι μια πρακτική που πρέπει να ακολουθούν όλοι οι θεσμοί σε υποθέσεις που απασχολούν την κοινωνία. Οι ανακριτές μπορούν να επανέλθουν με γραπτή αναφορά, ώστε να δώσουν απαντήσεις σε ερωτήματα που ενδεχομένως παρέμειναν αναπάντητα», ανέφερε.
Ο κ. Στεφάνου επεσήμανε ότι πρόκειται για μια υπόθεση που δεν πρέπει να αφήσει περιθώρια αμφισβήτησης, καθώς είχε σημαντική απήχηση στην κοινωνία. Όπως είπε, δημιουργήθηκαν αμφιβολίες εξαιτίας ενός αφηγήματος που άγγιζε την πολιτική, τη δικαστική εξουσία, οικονομικά σκάνδαλα αλλά και υποθέσεις σεξουαλικής φύσεως.
«Ήταν ένα ευρύτερο πλέγμα ισχυρισμών που ταλάνισε ολόκληρη την κοινωνία και τους θεσμούς», τόνισε.
«Να διερευνηθεί εξονυχιστικά κάθε μήνυμα»
Αναφερόμενος στην έρευνα της Αστυνομίας, υπογράμμισε ότι για να θεωρηθεί πλήρης, έπρεπε να είχε διερευνηθεί εξονυχιστικά κάθε μήνυμα. «Ενδεχομένως, αυτό να έγινε χωρίς να έχει δημοσιοποιηθεί. Ως προς το περιεχόμενο, έχουν δοθεί επιστημονικές εξηγήσεις που καταδεικνύουν ότι τα μηνύματα δεν είναι αυθεντικά», είπε.
Παράλληλα, σημείωσε ότι όταν κάποιος κατασκευάζει ένα σενάριο, επιλέγει και τα πρόσωπα που θα συμπεριλάβει σε αυτό. Όπως ανέφερε, από τα 10 έως 12 σημεία που επέλεξε να παρουσιάσει ο Αρχηγός της Αστυνομίας, όλα ήταν στοιχεία που επιβεβαιώθηκαν είτε επιστημονικά είτε μέσω ανεξάρτητης μαρτυρίας.
Σε ό,τι αφορά το κίνητρο, ο κ. Στεφάνου ανέφερε ότι ακόμη και αν η «Σάντη» εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους ενήργησε με τον συγκεκριμένο τρόπο, είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιβεβαιωθούν μέσω ανεξάρτητων στοιχείων.
«Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η επικοινωνία με τον κ. Κληρίδη επιβεβαιώνει πως υπήρχε επαφή και ότι τα μηνύματα δημιουργήθηκαν ώστε να εξασφαλιστεί μια συγκεκριμένη σχέση», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Επεσήμανε ότι σε κάθε υπόθεση παραμένουν αναπάντητα ερωτήματα, ωστόσο, τόνισε πως στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για ένα σκάνδαλο που έπληξε σοβαρά την υπόληψη πολλών ανθρώπων και τελικά φαίνεται ότι στηρίχθηκε σε μυθεύματα.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η ανάκριση δεν έχει ολοκληρωθεί και γι’ αυτό η Αστυνομία οφείλει να επιδείξει ιδιαίτερη προσοχή στους χειρισμούς της. «Δεν είναι μια υπόθεση στην οποία πρέπει να αφήνονται αμφιβολίες. Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, ποσοστό μεταξύ 40% και 60% θεωρεί ότι οι ισχυρισμοί που δημοσιοποιήθηκαν είναι πραγματικοί και ότι ο κ. Δρουσιώτης ορθώς τους έφερε στη δημοσιότητα», ανέφερε.
Ο κ. Στεφάνου σημείωσε ακόμη ότι ο καθένας μπορεί να διατυπώνει ισχυρισμούς και να επιμένει σε αυτούς, ωστόσο κάθε πράξη, ενέργεια ή δημόσια τοποθέτηση μπορεί να επιφέρει αστικές ή ποινικές συνέπειες, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν πλέον τεκμηριωμένα δεδομένα που στηρίζονται σε ανεξάρτητη μαρτυρία. «Πρέπει να καλλιεργηθεί η αντίληψη ότι οι θεσμοί, σε ορισμένες περιπτώσεις, λειτουργούν σωστά και αυτό οφείλουμε να το αναγνωρίζουμε. Διαφορετικά, οδηγούμαστε σε μια κατάσταση όπου κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν και οδηγούμαστε στην αναρχία», ανέφερε.
Αναφορικά με τα πρόσωπα που κατονομάζονται στα επίμαχα μηνύματα, ο κ. Στεφάνου επισήμανε ότι είχαν τη δυνατότητα να κινηθούν δικαστικά ακόμη και πριν από την έκδοση του πορίσματος.
«Οι όποιες αγωγές θα εκδικαστούν μετά την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας. Πλέον, οι επηρεαζόμενοι διαθέτουν πρόσθετο μαρτυρικό υλικό, ενώ μπορούν να καλέσουν ως μάρτυρες τους εμπειρογνώμονες της Αστυνομίας ή άλλα πρόσωπα στο πλαίσιο αστικών διαδικασιών», ανέφερε.
Οι ποινές που επισύρουν τα αδικήματα
Διευκρίνισε ότι τόσο η Αστυνομία όσο και ιδιώτες έχουν τη δυνατότητα να καταχωρίσουν ποινική υπόθεση για διάδοση ψευδών ειδήσεων, αδίκημα που επισύρει ποινή φυλάκισης έως δύο έτη.
«Εάν προχωρήσει ποινική υπόθεση, αυτή θα είναι της Αστυνομίας. Σε διαφορετική περίπτωση, υπάρχει η δυνατότητα καταχώρισης ιδιωτικής ποινικής δίωξης», κατέληξε.
Όσον αφορά τα πρόσωπα που ενδέχεται να βρεθούν στο μικροσκόπιο της ποινικής έρευνας, ο κ. Στεφάνου διευκρίνισε ότι όλα θα εξαρτηθούν από το μαρτυρικό υλικό που θα συγκεντρωθεί κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων. «Η ουσία είναι ότι όσα πρόσωπα είχαν ρόλο στη δημιουργία, την κατασκευή, την προώθηση ή τη δημοσιοποίηση των ψευδών πληροφοριών, με σκοπό να πλήξουν τη δικαστική εξουσία και ενεργώντας κακόπιστα, ενδεχομένως να αντιμετωπίσουν ποινικά αδικήματα», ανέφερε.
Όπως εξήγησε, μεταξύ των αδικημάτων που πιθανόν να εξεταστούν είναι η διάδοση ψευδών ειδήσεων, αλλά και η πλαστογραφία, αδίκημα το οποίο επισύρει ποινή φυλάκισης έως και τριών ετών.