Η κατάρρευση βασικών ισχυρισμών οι οποίοι είχαν διατυπωθεί μέσω των επίμαχων μηνυμάτων της υπόθεσης «Σάντη», αλλά και τα ερωτήματα που εξακολουθούν να παραμένουν αναπάντητα, βρίσκονται στο επίκεντρο της πρώτης νομικής ανάγνωσης του πορίσματος της Αστυνομίας.

Μιλώντας στο philenews, ο νομικός Αχιλλέας Αιμιλιανίδης σχολίασε τα όσα παρουσιάστηκαν κατά τη δημοσιογραφική διάσκεψη του Αρχηγού Αστυνομίας, Θεμιστού Αρναούτη, επισημαίνοντας ότι, παρά τη διάψευση κρίσιμων πτυχών του αφηγήματος, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά ζητήματα που χρήζουν περαιτέρω διευκρίνισης.

Αρχικά ανέφερε ότι είναι προφανές πως καταρρίπτονται οι όποιοι ισχυρισμοί είχαν δημιουργηθεί από τα μηνύματα. «Από τη στιγμή που το αφήγημα στηριζόταν στα μηνύματα και από τη στιγμή που καταρρίπτεται το περιεχόμενό τους, προφανώς, καταρρέουν και οι ισχυρισμοί», είπε.

Τόνισε ότι υπάρχουν κάποια σημεία τα οποία χρήζουν περαιτέρω διευκρίνισης, καθώς δεν έχουν αποσαφηνιστεί από την Αστυνομία. Όπως ανέφερε, δεν διευκρινίστηκε ποιο ήταν το κίνητρο της «Σάντης» και γιατί αναφέρθηκε στα συγκεκριμένα πρόσωπα. Επίσης, δεν απαντήθηκε το ερώτημα ποιος ήταν ο user 6, από τη στιγμή που δεν ήταν ο δικαστής. Παράλληλα, αναφέρθηκε στο γεγονός ότι ο Κώστας Κληρίδης έστειλε μηνύματα στον πρώην δικαστή. «Τι έγινε; Του απάντησε ο πρώην δικαστής; Πού βρέθηκαν οι αριθμοί των εμπλεκόμενων προσώπων και γιατί επιλέχθηκαν τα συγκεκριμένα πρόσωπα; Πρέπει να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα για να πούμε ότι υπάρχει πλήρης ικανοποίηση του περί δικαίου αισθήματος σε μια υπόθεση που απασχόλησε τόσο έντονα τη δημόσια συζήτηση. Χρειάζονται περισσότερες διευκρινίσεις από την Αστυνομία», είπε.

Ο κ. Αιμιλιανίδης ανέφερε ότι η Αστυνομία έκανε τη διερεύνησή της και ότι, σε κρίσιμα ζητήματα, φαίνεται πως το αφήγημα, όπως παρουσιάστηκε, ήταν ψευδές. Ειδικότερα, είναι ψευδείς οι αναφορές για το ταξίδι της «Σάντης» στη Νίκαια, για το αν είχε κακοποιηθεί, καθώς και για το ταξίδι στη Γερμανία.

Ωστόσο, όπως ανέφερε, λείπουν κάποιες λεπτομέρειες οι οποίες είναι σημαντικές. «Ποιος έδινε στη «Σάντη» αριθμούς δικαστικών υποθέσεων και πώς έμαθε να τους χρησιμοποιεί; Είναι ερωτήματα τα οποία χρήζουν απάντησης», τόνισε.

Ερωτηθείς για το πώς μπορούν να κινηθούν όσοι αναφέρονται στα μηνύματα, απάντησε ότι «όσοι κατηγορήθηκαν για εγκλήματα του ποινικού δικαίου, είτε για συμμετοχή σε εγκληματική ομάδα είτε για διαφθορά, έχουν πλέον τη δυνατότητα να κινηθούν αστικά και να διεκδικήσουν αποζημιώσεις για δυσφήμηση και προσβολή της προσωπικότητάς τους».

Ακόμη ανέφερε ότι η «Σάντη» είναι το κεντρικό πρόσωπο που κατασκεύασε και έδωσε στη δημοσιότητα τα μηνύματα. «Τα είχε δώσει σε τρίτα πρόσωπα, με κίνδυνο να δημοσιοποιηθούν. Δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι ο Μακάριος Δρουσιώτης κατασκεύασε τα μηνύματα. Τα ίδια μηνύματα δόθηκαν και σε άλλο δημοσιογράφο, καθώς και στον Νίκο Κληρίδη».

Εξήγησε ότι η «Σάντη» δεν έχει ευθύνη για τη δημόσια δημοσιοποίηση μέσω της πρώτης ανάρτησης και των επόμενων που ακολούθησαν από τον Μακάριο Δρουσιώτη. Ωστόσο, αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι το υλικό προήλθε από την ίδια και δόθηκε σε τρίτα πρόσωπα.

«Ήταν υποψήφιος βουλευτής και όχι δημοσιογράφος»

Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκε το αφήγημα από τον Μακάριο Δρουσιώτη, ο κ. Αιμιλιανίδης εξήγησε ότι εκείνη τη χρονική περίοδο ο κ. Δρουσιώτης ήταν υποψήφιος βουλευτής και όχι δημοσιογράφος.

«Ένας δημοσιογράφος έχει πολύ σαφείς υποχρεώσεις όταν διαχειρίζεται υλικό. Εάν προβαίνει σε συγκεκριμένες κατηγορίες, ταυτόχρονα έχει και συγκεκριμένες ευθύνες. Ακόμη και ένας δημοσιογράφος, όταν διενεργεί μια έρευνα, δεν σημαίνει ότι μπορεί να κατηγορεί οποιονδήποτε για ποινικά αδικήματα».

Πρόσθεσε ότι όφειλε να ζητήσει τη θέση των εμπλεκομένων, ότι η έρευνα έπρεπε να είναι ολοκληρωμένη και καλόπιστη και ότι ο τρόπος δημοσιοποίησης των στοιχείων δεν έπρεπε να δημιουργεί βεβαιότητα για κάτι που δεν είχε επιβεβαιωθεί. Παράλληλα, σημείωσε ότι, μόλις διαπιστωθεί πως τα στοιχεία είναι αναληθή, πρέπει να υπάρξει ανάκληση και απολογία.

«Δεν θα προδικάσω οτιδήποτε, αλλά δεν θεωρώ ότι τηρήθηκαν οι καθιερωμένες αρχές που θα ακολουθούσε κάποιος εάν ενεργούσε ως δημοσιογράφος», ανέφερε.

Καταληκτικά, ρωτήθηκε πώς θα προχωρήσει η Αστυνομία, δεδομένου ότι θα διερευνηθούν πιθανά ποινικά αδικήματα. Όπως εξήγησε, η Αστυνομία πρέπει να λάβει καταθέσεις από όσους εξετάζονται ως πιθανοί κατηγορούμενοι.