Μερικώς επιτυχής ήταν η έφεση του πρώην Μητροπολίτη Πάφου Τυχικού ενώπιον του Εφετείου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο αποφάσισε να του παραχωρήσει παράταση χρόνου για να ζητήσει άδεια καταχώρισης αίτησης έκδοσης προνομιακού εντάλματος Certiorari σε σχέση με απόφαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, απορρίπτοντας ωστόσο το αντίστοιχο αίτημά του που αφορούσε την απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου με την οποία είχε κηρυχθεί έκπτωτος από το αξίωμά του.

Η ομόφωνη απόφαση του τριμελούς Εφετείου, που εκδόθηκε στις 10 Ιουνίου 2026 από τους δικαστές Δημητριάδου-Ανδρέου, Δαυίδ και Παναγιώτου, εξέτασε την έφεση κατά πρωτόδικης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία είχε απορρίψει αίτηση του Τυχικού για επέκταση της προθεσμίας υποβολής αίτησης για άδεια καταχώρισης προνομιακών ενταλμάτων.

Η υπόθεση αφορά δύο εκκλησιαστικές αποφάσεις: την απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου ημερομηνίας 22 Μαΐου 2025, με την οποία ο Τυχικός κηρύχθηκε έκπτωτος από τη θέση του Μητροπολίτη Πάφου και την απόφαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις 17 Οκτωβρίου 2025, η οποία επικύρωσε την προηγούμενη απόφαση.

Το Εφετείο έκρινε ότι ο εφεσείων είχε λάβει γνώση και των δύο αποφάσεων κατά την ημερομηνία έκδοσής τους, καθώς ήταν παρών στις σχετικές συνεδριάσεις. Ωστόσο, στην περίπτωση της απόφασης του Οικουμενικού Πατριαρχείου, διαπίστωσε ότι υπήρξαν εξαιρετικές περιστάσεις που τον εμπόδισαν να κινηθεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 45 ημερών.

Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έδωσε βαρύτητα στο γεγονός ότι, παρά το αίτημά του, ο Τυχικός έλαβε αντίγραφο της αιτιολογημένης απόφασης του Οικουμενικού Πατριαρχείου μόλις στις 8 Ιανουαρίου 2026, όταν η σχετική προθεσμία είχε ήδη εκπνεύσει. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, οι διαδικαστικοί κανονισμοί απαιτούν την επισύναψη πιστού αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης σε τέτοιου είδους αιτήσεις, γεγονός που δημιουργούσε αντικειμενική αδυναμία καταχώρισής τους χωρίς το σχετικό έγγραφο.

Το Εφετείο έλαβε επίσης υπόψη τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπισε ο Τυχικός λίγες ημέρες μετά την έκδοση της απόφασης του Οικουμενικού Πατριαρχείου, για τα οποία νοσηλεύτηκε στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 2025. Έκρινε ότι η καθυστέρηση περίπου ενός μήνα μέχρι να ζητήσει επίσημα αντίγραφο της απόφασης δεν μπορούσε να θεωρηθεί αδικαιολόγητη υπό τις περιστάσεις.

Αντίθετα, σε σχέση με την απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου της 22ας Μαΐου 2025, το Δικαστήριο συμφώνησε με την πρωτόδικη κρίση ότι ο Τυχικός δεν ενήργησε με την απαιτούμενη σπουδή. Παρότι είχε ζητήσει αντίγραφο της απόφασης τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2025 χωρίς ανταπόκριση, δεν προσέφυγε εγκαίρως στο Δικαστήριο για να εξασφαλίσει παράταση ή άλλη θεραπεία. Η επιλογή του να αναμένει πρώτα την εξέταση της προσφυγής του από το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν θεωρήθηκε επαρκής δικαιολογία για την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας.

Στην απόφασή του το Εφετείο υπογραμμίζει ότι οι προθεσμίες για την αναζήτηση προνομιακών ενταλμάτων δεν αποτελούν τυπική αλλά ουσιαστική προϋπόθεση, καθώς οι συγκεκριμένες θεραπείες παρέχονται κατά προνόμιο και όχι ως δικαίωμα. Τονίζει επίσης ότι η αναζήτηση τέτοιων θεραπειών πρέπει να γίνεται το συντομότερο δυνατό και ότι η χαλάρωση των χρονικών περιορισμών δικαιολογείται μόνο σε πραγματικά εξαιρετικές περιπτώσεις.

Ως αποτέλεσμα, η έφεση έγινε δεκτή μόνο ως προς την απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου της 17ης Οκτωβρίου 2025. Το Εφετείο παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση στο συγκεκριμένο σημείο και χορήγησε στον Τυχικό παράταση δέκα ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, ώστε να καταχωρίσει αίτηση για εξασφάλιση άδειας προς καταχώριση αίτησης έκδοσης προνομιακού εντάλματος Certiorari.