Στις 25 του Νοέμβρη του 1973 ο ταξίαρχος Ιωαννίδης ανατρέπει στην Ελλάδα τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο που είχε προχωρήσει σε κάποιες αλλαγές και για την Ελλάδα και για την Κύπρο. Συγκεκριμένα, είχε δρομολογήσει μια ψευδοπολιτικοποίηση με τον ίδιο να «εκλέγεται» πρόεδρος του κράτους για άλλα οχτώ χρόνια, είχε παραχωρήσει την πρωθυπουργία στον Μαρκεζίνη  και υποσχέθηκε εκλογές σε σύντομο διάστημα.  Ο Παπαδόπουλος λοιπόν άρχισε να εργάζεται αποκλειστικά για τον εαυτό του και θέλησε να τερματιστεί η ανωμαλία στην Κύπρο καλώντας τον Γρίβα να διαλύσει την ΕΟΚΑ Β και να τερματίσει τη δράση του εναντίον του κυπριακού κράτους.

Οι Αμερικάνοι άρχισαν αμέσως να μελετούν καλύτερα τον νέο δικτάτορα, παρόλο που τον γνώριζαν από τις σχέσεις που διατηρούσε με τη CIA. Έτσι, στις 7 του Γενάρη του 1974 σε έκθεσή της η CIA αναφέρει (Π. Νεάρχου, Κύπρος, πορεία αγώνων και το τραγικό τίμημα του ελλείματος στρατηγικής, τόμος 3, σελ. 136): “O Iωαννίδης θεωρείται ότι συγκλίνει με τους στόχους του στρατηγού Γεωργίου Γρίβα (Αρχηγού του αντάρτικου εναντίον του Μακάριου). Πιστεύει ότι το πρόβλημα θα παραμείνει άλυτο, εφόσον οι Τουρκοκύπριοι αρνούνται να συμφωνήσουν σε ένα ενιαίο κυπριακό κράτος και οι Ελληνοκύπριοι αρνούνται να δώσουν ένα μικρό τμήμα του νησιού στους Τουρκοκυπρίους». Συνεχίζοντας η έκθεση γράφει πως ο Ιωαννίδης κάλεσε τον πρωθυπουργό  Ανδρουτσόπουλο να συνεχίσει τις συνομιλίες για το κυπριακό «ως ένα τρόπο διατηρήσεως τους status quo», ενώ ο Ιωαννίδης  «αναζητεί άλλα μέσα για την επίλυση του θέματος». Τα «άλλα μέσα», φυσικά ήταν η ανατροπή του προέδρου Μακάριου.

Οι επαφές του Ιωαννίδη με τη CIA συνεχίζονται και κατά την περίοδο της δικτατορίας του. Συγκεκριμένα, στις 29 του Μάη του 1974 συναντάται με αξιωματούχους της CIA και τους ενημερώνει για την πρόθεσή του να ανατρέψει τον Μακάριο, χωρίς αυτοί να προβάλλουν οποιαδήποτε αντίδραση. Γράφει το πρακτικό της συνάντησης για το τι είπε ο Ιωαννίδης (Α. Παπαχελά, Ένα σκοτεινό δωμάτιο, 1967-1974, σελ. 263-264): “H Aθήνα έχει αντισταθεί στο παρελθόν σε αντίστοιχες προσπάθειες του Μακαρίου να περιορίσει τον έλεγχο επί της Εθνικής Φρουράς και είναι πιθανό να κάνουν το ίδιο και τώρα…Ο Ιωαννίδης ισχυρίσθηκε ότι η Ελλάδα μπορεί να απομακρύνει τον Μακάριο και τους στενούς συνεργάτες του από την εξουσία εντός είκοσι τεσσάρων ωρών, με λίγη έως καμία αιματοχυσία και χωρίς τη βοήθεια της ΕΟΚΑ Β. Οι Τούρκοι θα συμφωνήσουν σιωπηλά στην απομάκρυνση του Μακάριου που είναι ένας εχθρός-κλειδί γι’ αυτούς».

Στις 29 του Ιούνη του 1974 αναφορά της CIA τονίζει τα ακόλουθα (Α. Παπαχελά, στο ίδιο, σελ. 265): “O Iωαννίδης θα συνεχίσει να παίρνει μέτρα για να αποτρέψει τις ενέργειες του Μακαρίου, ενώ ταυτόχρονα μαζί με τους συμβούλους του θα ετοιμάζει ένα σχέδιο σε περίπτωση που ο Μακάριος ήθελε να οδηγήσει τα πράγματα με τη βία σε μια αντιπαράθεση με την Ελλάδα». Το σχέδιο του Ιωαννίδη εφαρμόστηκε λίγες μέρες αργότερα με το πραξικόπημα στην Κύπρο.

Η επέμβαση Μπόγιατ

Ο Τομ Μπόγιατ ήταν ένας Αμερικάνος διπλωμάτης που υπηρέτησε στην Κύπρο από το 1967 μέχρι το 1970 και το 1972 διορίστηκε στη θέση του υπεύθυνου του Γραφείου Κύπρου στο State Department. Αυτός έστειλε τον Μάη του 1974 ένα πολυσέλιδο μήνυμα στο Γραφείο του Κίσινγκερ, με το οποίο ζητούσε να ενημερωθεί ο Ιωαννίδης πως οι Η.Π.Α. διαφωνούσαν με την ιδέα του πραξικοπήματος εναντίον του Μακάριου.

Ο Κ. Βενιζέλος και ο Μ. Ιγνατίου, στους οποίους έδωσε συνέντευξη ο Μπόγιατ, γράφουν (Τα μυστικά αρχεία του Κίσινγκερ, σελ. 40): “O Mπόγιατ δεν έλαβε καμία απάντηση από τον Κίσινγκερ-όπως αποκαλύπτεται τώρα-δεν ασχολήθηκε καθόλου με τις ανησυχίες του υφιστάμενου του, απλά άφησε τον Σίσκο να κολυμπήσει στα άγρια νερά του Κυπριακού. Αντίθετα, ενοχλήθηκε αφάνταστα από το «θράσος» του Μπόγιατ…..Από εκείνη την ημέρα ο Μπόγιατ τοποθετήθηκε στη μαύρη λίστα του προϊσταμένου του. Αμερικανός αξιωματούχος που ανήκε στον κύκλο των συνεργατών του Κίσινγκερ μας είπε ότι στο μυαλό του πανούργου Υπουργού Εξωτερικών η ανάλυση του Μπόγιατ περιείχε αυτό ακριβώς που επιδίωκε την  εξόντωση Μακάριου, χωρίς μάλιστα να κατηγορηθεί η Αμερική».

Φυσικά, ο Κίσινγκερ δεν επιδίωκε μόνο την εξόντωση του Μακάριου αλλά και τη διχοτόμηση της Κύπρου, για την οποία τόσο προσπάθησε η χώρα το 1964.

Πραξικόπημα και εισβολή

 Ο Μαρίνος Σιζόπουλος στο βιβλίο του «Κύπρος,  Μια μακρά πορεία προδοσίας, σελ. 64-65) γράφει: “O δε απεσταλμένος στη Γενεύη, βοηθός υπουργός Εξωτερικών Άρθουρ Χάρτμαν, ανέφερε σε  άκρως απόρρητη έκθεσή του προς τον Χένρι  Κίσινγκερ ότι από τα τέλη Ιουνίου 1974 οι Η.Π.Α γνώριζαν από τη CIA ότι ο δικτάτορας  Δημήτριος  Ιωαννίδης σχεδίαζε τη βίαιη ανατροπή ου Μακαρίου». Οι Η.Π.Α δεν γνώριζαν        μόνο για το πραξικόπημα αλλά και για την τουρκική εισβολή, δήλωσαν την υποστήριξή τους και στις δυο βάρβαρες ενέργειες που θα ακολουθούσαν και εξασφάλισαν και τη συμφωνία του ΝΑΤΟ. Γράφει ο  Σιζόπουλος (στο ίδιο, σελ. 64): “Σε άκρως απόρρητο έγγραφό του  ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Γιόζεφ Λουνς, με ημερομηνία 12 Ιουλίου 1974 (56/5D/WASHDC-12/526-D48), ανέφερε ότι συμφωνεί με την απόφαση της κυβέρνησης των Η.Π.Α. την οποία του είχε μεταφέρει κατά την τελευταία επίσκεψη στα γραφεία της συμμαχίας ο υφυπουργός Εξωτερικών Τζόζεφ Σίσκο, ότι δηλαδή θα πρέπει να τελειώνουν με το κυπριακό (to finish with the Cyprus problems), παρέχοντας υποστήριξη στα τουρκικά στρατεύματα κατά την απόβασή  τους (στην Κύπρο) και στη βίαιη ανατροπή του Μακαρίου».

Οι κασέτες του Κίσινγκερ

 Ο δημοσιογράφος Παύλος Κ. Παύλου σε πρόσφατο κείμενο του με τον τίτλο «Οι κασέτες του Κίσινγκερ» (Φιλελεύθερος 4 και 5/4/2026) κάνει αναφορά στο βιβλίο του συγγραφέα Τομ Γουέλλς «The Kissinger Tapes», στο οποίο παρουσιάζονται υποκλοπές συνομιλιών του Κίσινγκερ, από τις 15 του Ιούλη του 1974 που έγινε το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου μέχρι τις 22 του Ιούλη που τα τουρκικά στρατεύματα είχαν αποβιβασθεί στην Κύπρο.

Το κεφάλαιο 31 του βιβλίου (σελ. 559-581) αναφέρεται στο κυπριακό και σ ‘αυτό ο συγγραφέας επισημαίνει πως «ο Κίσινγκερ είχε εκ των προτέρων γνώση του σχεδίου της Ελλάδας να ανατρέψει τον Μακάριο και αντιτάχθηκε στην απομάκρυνση των Ελλήνων αξιωματικών που έλεγχαν την Εθνική Φρουρά».

Στις 16 του Ιούλη σε τηλεφωνική συνομιλία του Κίσινγκερ με τον Κάλαχαν, ο Βρετανός υπουργός αναφέρει πως «ο πρέσβης μας ενημερώνει την ελληνική κυβέρνηση ότι οι Έλληνες στρατιωτικοί της Εθνικής Φρουράς πρέπει να αντικατασταθούν το συντομότερο δυνατό». Ο Κίσινγκερ όμως θέλει να παραμείνουν στην Κύπρο οι αξιωματικοί που ανέτρεψαν τον Μακάριο και απαντά: “Noμίζω δεν πρέπει να πάρουμε γρήγορη απόφαση γι’ αυτό».

Την ίδια μέρα ακολουθεί συνομιλία του Κίσινγκερ με τον Σοβιετικό πρεσβευτή στις ΗΠΑ Ντομπρίνιν. Ο Κίσινγκερ αναφέρει: «Θα αντιταχθούμε στην ένωση Κύπρου-Ελλλάδας».  Συγχρόνως, όμως επιμένει στη συνέχιση της παρουσίας στην Κύπρο των στρατιωτικών που έκαμαν το πραξικόπημα. Έτσι, απαντά μονολεκτικά με το «όχι» στην ερώτηση του Ντομπρίνιν: “Όσον αφορά την άμεση απόσυρσή δεν είστε διατεθειμένοι να το κάνετε σήμερα;»

Την επόμενη μέρα γίνεται νέα επικοινωνία του Κίσινγκερ με τον Κάλαχαν. Ο Βρετανός υπουργός αναφέρει πως «η ιδανική λύση θα ήταν να πάρουμε πίσω τον Μακάριο». Ο Κίσινγκερ όμως αντιδρά και ρωτά «γιατί ένας συμβιβασμός να μην είναι ο Κλήρίδης;» Ο Κάλαχαν απαντά πως «ένας συμβιβασμός μπορεί να είναι εκλογές σε τρεις μήνες με τον Μακάριο πίσω στο νησί». Ο Κίσινγκερ όμως το αποκλείει και ρωτά:  «Αλλά πώς θα τον πάρετε πίσω;»

Στις 17 του Ιούλη ο Κίσινγκερ μιλά τηλεφωνικά με τον πρόεδρο Νίξον και του αναφέρει:”To πρόβλημα στην Κύπρο είναι ότι οι Ευρωπαίοι έχουν πάρει ενιαία θέση ότι ο Μακάριος πρέπει να επιστρέψει και θέλουν να ασκήσουμε πίεση στους Έλληνες. Η ανησυχία μου είναι ότι ο Μακάριος θα στηριχθεί στους κομουνιστές και στο ανατολικό μπλοκ. Η σύστασή μου είναι να εργαστούμε για ένα συμβιβασμό, στον οποίο ούτε ο Μακάριος ούτε ο άλλος τύπος (εννεί ο Σαμψών) θα αναλάβουν. Θέλουν να σκουπίσουμε τους Έλληνες, αλλά αν ανατραπεί η χούντα, τότε αυτό θα θέσει σε κίνδυνο ολόκληρη τη θέση μας».

Το πιο πάνω απόσπασμα δείχνει τη στήριξη του Κίσινγκερ προς την ελληνική χούντα, την ανησυχία του για τη θέση των Ευρωπαίων υπέρ της επιστροφής του Μακάριου στην Κύπρο και τη διαφωνία του με την επιλογή του Σαμψών για τη θέση του προέδρου.

 Στις 21 του Ιούλη και ενώ στην Κύπρο η εισβολή βρίσκεται σε εξέλιξη, ο Ετζεβίτ σε συνομιλία με τον Κίσινγκερ μιλά για πλοία που «είναι ελληνικά και φέρουν τουρκική σημαία». «Ναι, κύριε πρωθυπουργέ, μπορεί να τα βυθίσετε, αφού δεν είναι δικά σας απαντά ο Κίσινγκερ.

Σε νέα συνομιλία Κίσινγκερ-Κάλαχαν στις 22 του Ιούλη ο Βρετανός υπουργός αναφέρει στον Κίσινγκερ: «Πρέπει να αναγνωρίσετε ότι (ο Μακάριος) είναι ο νόμιμος πρόεδρος μέχρι να γίνουν άλλες ρυθμίσεις» και αυτός του  απαντά «Όχι, όχι, θα είμαι πολύ φιλικός (σε συνάντηση που θα είχε με τον αρχιεπίσκοπο), αλλά δεν θα δεσμευτώ».

Για Μακάριο, πραξικόπημα, τουρκική εισβολή, Κυπριακό

Για να αξιολογήσουμε την αμερικάνικη πολιτική το κυπριακό το 1974, όπως φαίνεται από τα έγγραφα στα οποία αναφερθήκαμε, θα πρέπει να δούμε κριτικά τι στάση κράτησαν οι Αμερικάνοι σε τέσσερα σημαντικά θέματα: πραξικόπημα, εισβολή, κυπριακό, Μακάριος.

Οι Αμερικάνοι γνώριζαν τουλάχιστον από τον Γενάρη του  1974 πως ο Ιωαννίδης σκόπευε να ανατρέψει τον Μακάριο. Μάλιστα, στις 29 του Μάη του 1974 ενημερώνει τη CIA για τα πραξικοπηματικά του σχέδια. Επίσης, έγγραφο του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ στις 12 του Ιούλη του 1974 μιλά για απόφαση «της κυβέρνησης των ΗΠΑ» για «υποστήριξη» στη «βίαιη ανατροπή του Μακάριου». Ο Κίσινγκερ μάλιστα για υποστήριξη του πραξικοπήματος παίρνει θέση υπέρ της παραμονής στην Κύπρο των στρατιωτικών που ανέτρεψαν τον Μακάριο. Τέλος, οι ΗΠΑ δεν έκαμαν καμιά σοβαρή ενέργεια αποτροπής του πραξικοπήματος και δεν έκαμαν ούτε μια τυπική δήλωση καταδίκης του.

To έγγραφο του Λουνς στις 12 του Ιούλη του 1973 δείχνει πως οι Αμερικάνοι γνώριζαν πως το πραξικόπημα θα το ακολουθούσε η τουρκική εισβολή, αφού το έγγραφο μιλά για «υποστήριξη» των Η.Π.Α «στα τουρκικά στρατεύματα κατά την απόβασή τους στην Κύπρο». Επίσης, ήθελε άνετη νίκη των Τούρκων, αφού είπε στον Ετζεβίτ να βυθίσουν τα ελληνικά πλοία, ενώ στους Έλληνες εισηγήθηκε «να μην πάνε σε πόλεμο». Ακόμα, ο Κίσινγκερ ενισχύει τον δεύτερο Αττίλα απορρίπτοντας την εισήγηση του Κάλαχαν να απειλήσουν οι Βρεττανοί τους Τούρκους για χρησιμοποίηση στρατιωτικών μέσων εναντίον τους σε περίπτωση νέας προσπάθειας προσέλευσης τους.

Ο Κίσινγκερ και οι ΗΠΑ είδαν τις εξελίξεις στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1974 ως ευκαιρία για να προωθήσουν μια διχοτομική λύση στο Κυπριακό. Ο Κίσινγκερ στη συνομιλία του με τον Σοβιετικό πρεσβευτή αναφέρει: “Θα αντιταχθούμε στην ένωση Κύπρου-Ελλάδα». Αργότερα αναρωτιέται «αν θα μπορούσε να τελειώσει με διπλή ένωση» το κυπριακό. Και στη συνέχεια τονίζει πως πρέπει να αφήσουμε ανοιχτή την πόρτα «της διπλή ένωσης».

Τους Αμερικάνους ενδιέφερε να ικανοποιήσουν τους Τούρκους στην εδαφική διευθέτηση. «Δεν υπάρχει λόγος αμερικανικού συμφέροντος, για το οποίο οι Τούρκοι δεν πρέπει να έχουν το ένα τρίτο της Κύπρου», έλεγε ο Κίσινγκερ». Τέλος ο συνεργάτης του Κίσινγκερ Ζόνεφελντ ζητά από τον προϊστάμενό του να διαβεβαιώσει τους Τούρκους «ότι θα τους εξασφαλίσουμε το ένα τρίτο του νησιού».

Η αντιπάθεια του Κίσινγκερ για τον Μακάριο οφείλεται στην αντίσταση του Κύπριου προέδρου στα μακροχρόνια διχοτομικά σχέδια των Η.Π.Α. για την πατρίδα μας. Με την εξουδετέρωση του Μακάριου τα σχέδια αυτά θα μπορούσαν να προωθηθούν πιο εύκολα. Έτσι, ο Κίσινγκερ αντιδρά συνέχεια για την επιστροφή του Μακάριου στην Κύπρο και προωθεί τη λύση Κληρίδη. Συγχρόνως, δίνει οδηγίες ο  Μακάριος να αποκαλείται Αρχιεπίσκοπος και όχι Πρόεδρος. Τέλος, το «να πεις στον Μακάριο να μην επιστρέψει στην Κύπρο. Αν επιστρέψει, θα φέρει εξολοκλήρου την ευθύνη για ότι συμβεί» του Κίσινγκερ στον Νίκο Δημητρίου δείχνει μια φασιστική συμπεριφορά και φυσικά τελείως αντίθετη με τη διπλωματία.

Καταλήγοντας τονίζουμε πως είναι φανερό πως η αμερικανική πολιτική το 1974 ήταν καθαρά αντικυπριακή,  ανθελληνική και φιλοτουρκική. Βέβαια ο Χόλμπρουκ ζήτησε συγνώμη τον Νοέμβρη του 1997 για όσα «αισχρά» μας έκανε  χώρα του, αλλά «το κακόν διά την Κύπρον έγινε» και παραμένει μέχρι σήμερα.

Η προειδοποίηση Κάλαχαν και η αντίδραση Κίσινγκερ

Πριν από τον δεύτερο γύρο της εισβολής ο Κάλαχαν απευθύνεται στον Κίσινγκερ και του εισηγείται να προειδοποιηθεί η Τουρκία πως αν προχωρούσε σε προσπάθεια κατάληψης κι άλλων κυπριακών εδαφών, θα ακολουθούσε εναντίον της βρετανική στρατιωτική επιχείρηση. Γράφει ο Κάλαχαν στα απομνημονεύματά του:

“Έστειλα επειγόντως ένα τηλεγράφημα στον Χένρι Κίσινγκερ…Επανέλαβα ότι δεν ήταν αρκετό να αντιμετωπίσουμε τους Τούρκους μόνο με διπλωματικά μέσα. Η σωστή πολιτική θα ήταν να τους αντιμετωπίσουμε παράλληλα και με στρατιωτικά μέσα. Με άλλα λόγια να τους πείσουμε ότι ήμασταν έτοιμοι να δράσουμε τόσο στο διπλωματικό όσο και στο στρατιωτικό επίπεδο. Αυτός ήταν ο πιο πιθανός τρόπος να επιτύχουμε αποτελέσματα».

Όμως, στις 11 του Αυγούστου, όπως γράφει ο Κάλαχαν, ο βοηθός υπουργός των Εξωτερικών των ΗΠΑ Άρθουρ Χάρτμαν τον πληροφορούσε πως η Αμερική απέρριπτε την εισήγησή του και πως ο Κίσινγκερ «θα αντιδρούσε πολύ έντονα εναντίον κάθε περαιτέρω ανακοινώσεως για βρετανικές στρατιωτικές δραστηριότητές».

Έτσι, οι Τούρκοι αφέθηκαν ανενόχλητοι να καταλάβουν σχεδόν το 37% του κυπριακού εδάφους. Δεν είναι τυχαίο που ο Κίσινγκερ επέτρεψε τέτοια εξέλιξη. Γιατί, ο ίδιος είπε σε σύσκεψη στις 27 του Ιούλη τα πιο κάτω λόγια (Α Παπαχελά, στο ίδιο, σελ. 706-707): «Είναι εναντίον των συμφερόντων μας να έχουμε τους Έλληνες εκεί, Αυτό που θέλουμε πολύ είναι μια ισχυρή τουρκική παρουσία».

Η επιστροφή Μακαρίου

Η τελευταία προσπάθεια του Κίσινγκερ στο κυπριακό το 1974 κινείται γύρω από το θέμα της ματαίωσης της επιστροφής του Μακάριου στην Κύπρο. Τον Αύγουστο του 1974 ο Χάρτμαν δηλώνει στον Καραμανλή: “Έχω εντολή να σας ανακοινώσω ότι η θέση μας είναι εναντίον της επιστροφής του Μακάριου στην Κύπρο»

Στις αρχές του Νοέμβρη σε μια δεξίωση στην Ουάσιγκτον ο Κίσινγκερ πλησιάζει τον πρεσβευτή της Κύπρου Νίκο Δημητρίου και του λέει: “Nα πεις στον Μακάριο να μην επιστρέψει στην Κύπρο. Αν επιστρέψει θα φέρει εξ ολοκλήρου την ευθύνη για ό,τι συμβεί».

Στις 14 του Νοέμβρη ο Σίσκο έλεγε στον πρεσβευτή Μενέλαο Αλεξανδράκη «έχουμε την εντύπωση ότι ο Αρχιεπίσκοπος σχεδιάζει να επιστρέψει στην Κύπρο πολύ σύντομα μετά τις ελληνικές εκλογές και πως συμφωνούμε ότι η επιστροφή του θα μπορούσε να είναι ένας παράγοντας που θα περιέπλεκε τα πράγματα».

Τέλος, στις 20 του Νοέμβρη σε συνάντηση του Σίσκο με τον Κύπριο πρέσβη για το θέμα της επιστροφής του Μακάριου, ο Αμερικάνος υφυπουργός τόνισε:

“Θα υπάρξουν προβλήματα με την Άγκυρα, με την Κύπρο και πιθανώς με τις συνομιλίες. Ο Μακάριος τα γνωρίζει εξίσου καλά με άλλους και πρέπει να συνυπολογίσει αυτά τα προβλήματα».

Το ένα τρίτο της Κύπρου στους Τούρκους

Στο νου του Κίσινγκερ φαίνεται πως ήταν συνέχεια η ιδέα της διπλής ένωσης. Ήδη στις 19 του Ιούλη του 1974, στις 8.51 το βράδυ, και ενώ στην Κύπρο έχει αρχίσει ήδη η εισβολή, ο Κίσινγκερ έλεγε τηλεφωνικά στον Ρόμπέρτ Ινγερσόλ, αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών: “Tώρα αυτό που πρέπει να κρατήσουμε κατά νου είναι να αφήσουμε ανοιχτή την πόρτα στη διπλή ένωση (Π. Νεάρχου, στο ίδιο σελ. 691)».

Στις 13 του Αυγούστου, παραμονή του δεύτερου γύρου της εισβολής, ο Κίσινγκερ σε συνάντησή του με τον νέο πρόεδρο των Η.Π.Α Φορντ, που είχε διαδεχθεί τον Νίξον μετά την παραίτησή του λόγω του σκανδάλου  Γoυοτεργκέιτ, όπως αναφέρει αμερικανικό  έγγραφο, του είπε: “Δεν υπάρχει λόγος αμερικανικού συμφέροντος, για τον οποίο οι Τούρκοι δεν πρέπει να έχουν το ένα τρίτο της Κύπρου».

Την ίδια μέρα το γραφείο αναλύσεων και πληροφοριών του State Department εξέδωσε ύστερα από εντολή του Κίσινγκερ, ένα χάρτη που έδειχνε τα εδάφη της Κύπρου που θα καταλάμβαναν τις επόμενες μέρες οι Τούρκοι. Ο Κίσιγνκερ παραδίδει τον χάρτη στον νομικό του σύμβουλο Χέλμουτ Ζόνενφελντ και του ζητά να υποβάλει υπόμνημα για το τι πρέπει να γίνει. Το κείμενο του Ζόνενφελντ λέει στον Κίσινγκερ «να διαβεβαιώσετε κατ’ ιδίαν τους Τούρκους ότι θα τους εξασφαλίσουμε το ένα τρίτο του νησιού στο πλαίσιο κάποιου διακανονισμού ομοσπονδιακής φύσεως».