Μετά από 17χρόνια, το Εφετείο έβαλε τέλος σε δικαστική μάχη για τραυματισμό γυναίκας σε νυχτερινό κέντρο. Συγκεκριμένα απέρριψε την έφεση εταιρείας και διαχειρίστριας νυχτερινού κέντρου, κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχαν επιδικαστεί υπέρ της εφεσίβλητης γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες που υπέστη μετά από πτώση της εντός του κέντρου.

Σύμφωνα με την απόφαση, η γυναίκα τραυματίστηκε όταν, στην προσπάθειά της να μεταβεί στο αποχωρητήριο, γλίστρησε στο δάπεδο, το οποίο είχε καταστεί ολισθηρό λόγω λουλουδιών που είχαν ριφθεί από πρόσωπα που διασκέδαζαν στο κέντρο και είχαν ποδοπατηθεί, παραμένοντας στο σημείο.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η εταιρεία ήταν αμελής αναφορικά με την κατάσταση του δαπέδου και την είχε θεωρήσει εξ ολοκλήρου υπεύθυνη για την πτώση και τις σωματικές βλάβες της Εφεσίβλητης.

Πού στηρίχθηκε η έφεση της εταιρείας

Η εταιρεία προσέβαλε την απόφαση με δύο λόγους έφεσης, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν συνάδαν με τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε και δεν αιτιολογούνταν επαρκώς. Το Εφετείο σημείωσε, ωστόσο, ότι οι λόγοι έφεσης δεν αφορούσαν το σύνολο των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου, καθώς δεν υπήρχε συγκεκριμένη αναφορά στην απόδοση της ευθύνης στην εταιρεία ή στο ύψος των αποζημιώσεων.

Το περιστατικό σημειώθηκε τον Ιανουάριο του 2009. Μετά την πτώση της, μεταφέρθηκε σε Πολυκλινική, όπου εξετάστηκε από χειρουργό ορθοπεδικό τραυματιολόγο, ο οποίος διαπίστωσε μετατοπισμένο ενδοαρθρικό συντριπτικό κάταγμα αριστερής κερκίδας.

Την ίδια ημέρα υποβλήθηκε σε ανοικτή ανάταξη με οστεοσυνθετική σταθεροποίηση του κατάγματος, ενώ το χέρι της τοποθετήθηκε σε γύψινο νάρθηκα. Ακολούθως παρέμεινε κλινήρης στην οικία της για 15 ημέρες και επισκεπτόταν τον συγκεκριμένο ιατρό.

Το Φεβρουάριο του 2009 επισκέφθηκε δεύτερο ορθοπεδικό, ο οποίος αφαίρεσε τον γύψινο νάρθηκα, χορήγησε αντιφλεγμονώδη και παυσίπονη αγωγή και την παρέπεμψε για φυσιοθεραπεία.

Στο επίκεντρο της έφεσης τέθηκε το γεγονός ότι ο πρώτος γιατρός δεν κλήθηκε ως μάρτυρας στη δίκη. Η εταιρεία υποστήριξε ότι, λόγω της απουσίας του, δεν είχε αποδειχθεί η σύνδεση των σωματικών βλαβών με την πτώση στο νυχτερινό κέντρο.

Καθοριστική η μαρτυρία της γυναίκας

Το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά κατέληξε πως η μαρτυρία της γυναίκας ήταν αρκετή για να συνδέσει τις σωματικές της βλάβες με το περιστατικό. Η εφεσίβλητη είχε αναφέρει ότι κατά την πτώση της έβαλε τα χέρια της για στήριγμα, κτύπησε το αριστερό της χέρι και ένιωσε έντονους πόνους, ενώ το χέρι της είχε αρχίσει να πρήζεται πριν ακόμη αποχωρήσει από το νυχτερινό κέντρο.

Επιπλέον, στην απόφαση αναφέρεται πως σε τέτοιες περιπτώσεις η σύνδεση των σωματικών βλαβών με το περιστατικό συνήθως τεκμηριώνεται μέσω της μαρτυρίας του ίδιου του ενάγοντα, καθώς ο θεράπων ιατρός κατά κανόνα δεν είναι αυτόπτης μάρτυρας του γεγονότος που προκάλεσε τον τραυματισμό.

Σημειώθηκε ακόμη ότι οι βλάβες που υπέστη μπορούσαν να αποτελούν αποτέλεσμα της πτώσης, όπως η ίδια την περιέγραψε, ενώ η ιατρική μαρτυρία αφορούσε κάταγμα στο ίδιο χέρι στο οποίο η ίδια ανέφερε ότι τραυματίστηκε.

Το Εφετείο τόνισε ότι η αμφισβήτηση της σύνδεσης των τραυματισμών με την πτώση θα μπορούσε να είχε βάση μόνο εάν προσβάλλονταν τα ευρήματα αξιοπιστίας της εφεσίβλητης, κάτι που δεν συνέβη στην παρούσα υπόθεση.

Επιπλέον, ανέφερε ότι κατά την πρωτόδικη διαδικασία δεν είχε ουσιαστικά αμφισβητηθεί ότι η τραυματίστηκε στο αριστερό χέρι, ενώ δεν είχε προβληθεί ισχυρισμός ότι υπήρξε άλλη αιτία που προκάλεσε τις σωματικές της βλάβες από τη στιγμή που αποχώρησε από το νυχτερινό κέντρο μέχρι την εξέτασή της από τον πρώτο γιατρό. Ούτε είχε υποστηριχθεί ότι οι τραυματισμοί προϋπήρχαν.

Καταληκτικά, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εταιρείας και επιδίκασε έξοδα ύψους €3.500 υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον της εφεσείουσας, πλέον ΦΠΑ, εφόσον υπάρχει.