Το Εφετείο απέρριψε την έφεση του 44χρονου επιχειρηματία και επικύρωσε την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, με την οποία είχε διαταχθεί η κράτησή του μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσής του ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Ο 44χρονος είναι κατηγορούμενος για υπόθεση απόσπασης δεκάδων χιλιάδων ευρώ από ηλικιωμένο.
Το Δικαστήριο παράπεμψε τον εφεσείοντα σε δίκη στο Κακουργιοδικείο, διατάσσοντας παράλληλα, ύστερα από αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής, την κράτησή του μέχρι την ημερομηνία της δίκης.
Το Εφετείο εξέτασε τους λόγους έφεσης που σχετίζονταν με το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και απέρριψε τον ισχυρισμό περί έλλειψης αντικειμενικής αμεροληψίας του πρωτόδικου Δικαστή. Έκρινε ότι το γεγονός πως ο ίδιος Δικαστής είχε προηγουμένως διατάξει την προσωποκράτηση του εφεσείοντα δεν δημιουργούσε δικαιολογημένη εντύπωση προκατάληψης, παραπέμποντας στη σχετική νομολογία.
Απορρίφθηκε επίσης ο ισχυρισμός ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του εφεσείοντα στην προσωπική ελευθερία επειδή, κατά τη διάρκεια διαλείμματος της διαδικασίας, δεν εκδόθηκε ρητή διαταγή συνέχισης της κράτησής του. Το Εφετείο έκρινε ότι ο εφεσείων τελούσε ήδη υπό νόμιμο καθεστώς κράτησης καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας και ότι δεν προέκυπτε οποιαδήποτε παραβίαση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Ακόμη, απορρίφθηκε και ο ισχυρισμός ότι η διαδικασία παραπομπής ήταν άκυρη επειδή δεν αναγνώστηκε το κατηγορητήριο κατά την έναρξή της. Σύμφωνα με την απόφαση, η ισχύουσα νομοθεσία δεν απαιτεί απαγγελία των κατηγοριών κατά το στάδιο της παραπομπής στο Κακουργιοδικείο, ενώ ο εφεσείων είχε ήδη λάβει αντίγραφο του κατηγορητηρίου και του μαρτυρικού υλικού.
Κεντρικό ζήτημα της έφεσης αποτέλεσε η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι υπήρχε κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Το Εφετείο έκρινε ότι ορθά απορρίφθηκε το αίτημα της υπεράσπισης για προσαγωγή επιπρόσθετης προφορικής μαρτυρίας από αστυνομικούς, σημειώνοντας ότι αιτήματα κράτησης εξετάζονται στη βάση του μαρτυρικού υλικού που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου και ότι η προσαγωγή μαρτυρίας αποτελεί εξαίρεση.
Το Δικαστήριο συμφώνησε ότι υπήρχαν επαρκή στοιχεία για να πιθανολογηθεί κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων και έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος επέμβασης στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Σημείωσε επίσης ότι ο κίνδυνος αυτός δεν περιορίζεται στον παραπονούμενο αλλά εκτείνεται και στους υπόλοιπους μάρτυρες της υπόθεσης.
Το Εφετείο υπενθύμισε ότι κάθε λόγος κράτησης είναι αυτοτελής και ότι, εφόσον διαπιστώνεται πως ένας από τους λόγους κράτησης ευσταθεί, δεν απαιτείται εξέταση των υπόλοιπων. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι παρέλκει η εξέταση των λόγων έφεσης που αφορούσαν τον κίνδυνο φυγοδικίας και τον κίνδυνο διάπραξης νέων αδικημάτων, καθώς και των ισχυρισμών περί άνισης μεταχείρισης σε σχέση με συγκατηγορούμενους που αφέθηκαν ελεύθεροι υπό όρους.
Το Δικαστήριο επισήμανε ακόμη ότι στο στάδιο εξέτασης αιτήματος κράτησης δεν επιτρέπεται αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας ή των αντιφάσεων της εκδοχής του παραπονούμενου, καθώς τέτοια ζητήματα ανήκουν στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης.
Καταλήγοντας, το Εφετείο απέρριψε όλους τους λόγους έφεσης, έκρινε ότι η πρωτόδικη απόφαση ήταν ορθή και επικύρωσε τη διαταγή κράτησης του εφεσείοντα μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης στο Κακουργιοδικείο.