Το Εφετείο απέρριψε ομόφωνα την έφεση 63χρονου άνδρα κατά της ποινής φυλάκισης έξι μηνών που του επιβλήθηκε για οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών, κρίνοντας ότι η ποινή δεν ήταν υπερβολική και ότι ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο έλαβε υπόψη τη σοβαρότητα και την επανάληψη της παραβατικής συμπεριφοράς.
Η ομόφωνη απόφαση του Εφετείου εκδόθηκε στις 9 Ιουλίου 2026, με τον εφεσείοντα να προσβάλλει την ποινή φυλάκισης που του επέβαλε το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου για δύο κατηγορίες οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών.
Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε διατάξει όπως οι δύο ποινές φυλάκισης συντρέχουν, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να εκτίσει συνολική ποινή έξι μηνών. Η ανώτατη ποινή που προβλέπει ο νόμος για το αδίκημα ανέρχεται στα τρία έτη φυλάκισης.
Ο εφεσείων υποστήριξε ότι η ποινή ήταν έκδηλα υπερβολική, υποστηρίζοντας ότι δεν δόθηκε η απαιτούμενη βαρύτητα σε ελαφρυντικούς παράγοντες, όπως η προσπάθειά του να απεξαρτηθεί από εξαρτησιογόνες ουσίες, η συνεργασία του με τις Αρχές, η απολογία του, η μεταμέλειά του, το γεγονός ότι δεν προκλήθηκε ατύχημα ή ζημιά σε άλλο πρόσωπο, καθώς και η πάροδος χρόνου από τη διάπραξη των αδικημάτων.
Το Εφετείο έκρινε ότι οι παράγοντες αυτοί είχαν ληφθεί υπόψη από το πρωτόδικο δικαστήριο και είχαν σταθμιστεί ορθά σε συνάρτηση με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών για αδικήματα οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών, τα οποία, όπως σημειώνεται στην απόφαση, παρουσιάζουν έξαρση.
Οι δικαστές υπογράμμισαν ότι σε παρόμοιες υποθέσεις έχουν επιβληθεί αυστηρές ποινές. Το Εφετείο σημείωσε ότι η ποινή των έξι μηνών αντανακλά τους ελαφρυντικούς παράγοντες, αλλά ταυτόχρονα λαμβάνει υπόψη τις επιβαρυντικές περιστάσεις της υπόθεσης.
Μεταξύ των στοιχείων που βάρυναν εναντίον του εφεσείοντα ήταν το γεγονός ότι είχε επαναλάβει την ίδια συμπεριφορά σε σύντομο χρονικό διάστημα. Σύμφωνα με την απόφαση, τα δύο αδικήματα που εξετάστηκαν στην έφεση διαπράχθηκαν τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 2022, ενώ είχαν προηγηθεί τρία παρόμοια περιστατικά το 2020 και το 2021, για τα οποία είχε ήδη καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης δύο μηνών.
Το Εφετείο εξέτασε επίσης το επιχείρημα ότι τα μεταγενέστερα αδικήματα θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί υπόψη κατά την προηγούμενη καταδίκη, ώστε να εφαρμοστεί η αρχή της συνολικότητας της ποινής. Το δικαστήριο απέρριψε τη θέση αυτή, κρίνοντας ότι το ουσιαστικό ζήτημα ήταν κατά πόσον η συνολική ποινή ανταποκρινόταν στη σοβαρότητα της συμπεριφοράς.
Το Εφετείο κατέληξε ότι η συνολική ποινή των οκτώ μηνών φυλάκισης, η οποία προέκυπτε από την προηγούμενη και τη νέα καταδίκη, δεν ήταν υπέρμετρη ή δυσανάλογη, δεδομένου ότι αφορούσε συνολικά πέντε περιστατικά οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών σε χρονικό διάστημα περίπου δύο ετών.
Σε ό,τι αφορά το αίτημα για αναστολή της ποινής φυλάκισης, το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια και δεν υπήρχε λόγος παρέμβασης. Το δικαστήριο σημείωσε ότι η προηγούμενη έκτιση ποινής για παρόμοια αδικήματα, καθώς και η απεξάρτηση του εφεσείοντα, δεν οδηγούσαν υποχρεωτικά σε αναστολή της ποινής.
Με βάση τα πιο πάνω, το Εφετείο απέρριψε όλους τους λόγους έφεσης και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.