Συγκίνηση προκαλεί η ιστορία της 16χρονης Φωτεινής και της μητέρας της, οι οποίες βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας «αλυσίδας ζωής» που οργανώθηκε στο Ισραήλ και στο πλαίσιο της οποίας τέσσερις άνθρωποι, διαφορετικών εθνικοτήτων και θρησκειών, πρόσφεραν το πολυτιμότερο δώρο, χαρίζοντας ένα νεφρό σε τέσσερις ασθενείς που είχαν ανάγκη από μεταμόσχευση.
Οι τρεις από τους δότες ήταν συγγενείς των ληπτών, ενώ ο τέταρτος, ο οποίος συμπλήρωσε τον κύκλο του ντόμινο των μεταμοσχεύσεων και έδωσε το νεφρό του στην Φωτεινή, ήταν αλτρουιστής δότης.
Σε δηλώσεις της στο philenews, η μητέρα της Φωτεινής, Παναγιώτα Βάρελη, εξιστορεί τα γεγονότα, εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη της τόσο προς τους άλλους έξι ανθρώπους που συμμετείχαν στην αλυσίδα όσο και προς το ιατρικό προσωπικό στην Κύπρο και το Ισραήλ που τους βοήθησε.
Σύμφωνα με την κ. Βάρελη, «η Φωτεινή νοσεί από την ηλικία των 3,5 ετών εξαιτίας ενός σπάνιου γενετικού συνδρόμου, το οποίο προκύπτει από μεταλλάξεις στο DNA και προκαλεί νεφρωσικό σύνδρομο. Πρόκειται για κορτικοανθεκτικό σύνδρομο, δηλαδή δεν ανταποκρινόταν σε κορτικοειδή, κορτιζόνη και άλλου είδους θεραπείες.
»Στην πορεία των χρόνων δοκιμάσαμε διάφορες φαρμακευτικές αγωγές, σύμφωνα με τα πρωτόκολλα και τις οδηγίες των γιατρών, σε συνδυασμό με διατροφή και συχνούς ελέγχους στα νοσοκομεία. Επειδή, όμως, η γενετική μετάλλαξη επηρεάζει τα φίλτρα των νεφρών, με την πάροδο των χρόνων καταστρέφονται διαδοχικά και οι δύο νεφροί και αρχίζουν να υπολειτουργούν. Έτσι, τα τελευταία δύο χρόνια φτάσαμε σε νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου».
Όπως μας είπε, αρχικά τη Φωτεινή παρακολουθούσε στο Μακάρειο Νοσοκομείο ο δρ Ηλίας Αβραάμ, ο οποίος τους παρότρυνε να αρχίσουν τις διαδικασίες για μεταμόσχευση. Μετά την αφυπηρέτησή του, την παρακολούθηση της Φωτεινής ανέλαβε η δρ Ευτυχία Θώδη.
Σύμφωνα με τη μητέρα της, πρόκειται για «εξαίρετη γιατρό, η οποία έπραξε τα δέοντα. Με τις συμβουλές της και τις αλλαγές στη φαρμακευτική αγωγή, καταφέρναμε, λίγο-πολύ, να διατηρούμε την κατάσταση υπό έλεγχο και αρχίσαμε τη διαδικασία αναζήτησης μοσχεύματος».
Αρχικά, μόσχευμα θα έδινε ο πατέρας της Φωτεινής, ο οποίος έχει την ίδια ομάδα αίματος και ήταν συμβατός. Ωστόσο, έπειτα από σειρά εξετάσεων, κρίθηκε ακατάλληλος για δότης. Η κ. Παναγιώτα δεν ήταν συμβατή με την κόρη της και έτσι, σε συνεργασία με τη δρα Θώδη και το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, άρχισαν να αναζητούν δότη, ώστε να πραγματοποιηθεί «χιαστί μεταμόσχευση».
Έτσι άρχισε η διαδικασία. Κανείς, όμως, δεν περίμενε ότι τελικά στην αλυσίδα θα συμμετείχαν συνολικά οκτώ άνθρωποι.
Όπως μας λέει η κ. Παναγιώτα, ούτε η ίδια είχε στο μυαλό της κάτι τόσο μεγάλο. «Όταν μίλησα εκ των υστέρων με τους γιατρούς εδώ, μου είπαν ότι είχαν πραγματοποιήσει τα προηγούμενα χρόνια αρκετές επεμβάσεις ντόμινο. Αυτή, όμως, ήταν μία από τις μεγαλύτερες, καθώς την ίδια ημέρα υποβλήθηκαν σε χειρουργικές επεμβάσεις οκτώ άτομα, τέσσερις δότες και τέσσερις λήπτες».

Προηγήθηκαν δύο αναβολές
Για να φτάσουν, όμως, στην επιτυχημένη μεταμόσχευση, η οποία πραγματοποιήθηκε πριν από λίγες ημέρες, προηγήθηκαν δύο αναβολές.
Σύμφωνα με την κ. Βάρελη, αρχικά την ενημέρωσαν ότι είχε βρεθεί συμβατός δότης.
«Αυτό συνέβη αφού είχαμε ήδη έρθει δύο φορές στο Ισραήλ. Την πρώτη φορά ήρθαμε για να υποβληθεί η μικρή σε ορισμένες εξετάσεις, ενώ τη δεύτερη περάσαμε από μία επιτροπή, η οποία πρέπει να εγκρίνει τη διαδικασία και να διαπιστώσει ότι δίνεις το νεφρό σου με τη θέλησή σου και ότι αντιλαμβάνεσαι την πράξη που πρόκειται να κάνεις.
»Στο μεταξύ, γνωρίσαμε και την κοπέλα που θα ήταν δότρια και η οποία ήταν εθελόντρια. Μας ενημέρωσαν, λοιπόν, ότι στις 2 Μαρτίου θα πραγματοποιούνταν οι μεταμοσχεύσεις και ότι θα ταξιδεύαμε την 1η Μαρτίου. Στις 28 Φεβρουαρίου, όμως, άρχισε ο πόλεμος. Μας ενημέρωσαν αμέσως ότι δεν θα ταξιδεύαμε, επειδή δεν πραγματοποιούνταν πτήσεις».
Αυτό, ωστόσο, δεν πτόησε τη μητέρα της Φωτεινής. Όπως λέει, δεν απογοητεύτηκε όταν η διαδικασία ακυρώθηκε για πρώτη φορά, καθώς στο μυαλό της κυριαρχούσε η σκέψη ότι, αφού δεν γινόταν τότε, δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή.
«Έλεγα ότι ο Θεός κάτι ξέρει. Και τελικά σίγουρα κάτι ήξερε, γιατί το αποτέλεσμα ήταν φοβερό. Από εκεί που θα έδινα εγώ το νεφρό μου σε έναν άνθρωπο και ένας άλλος άνθρωπος θα έδινε το δικό του στο παιδί μου, βρεθήκαμε να είμαστε οκτώ άτομα».
Όπως ανέφερε, «πέρασαν οι μήνες και στη συνέχεια μας ενημέρωσαν ότι ο πόλεμος είχε σταματήσει και ότι γίνονταν προσπάθειες για να βρεθούν τα κατάλληλα ζευγάρια, ώστε να πάμε στο Ισραήλ στις 8 Ιουνίου. Ωστόσο, άλλαξε και αυτή η ημερομηνία. Τελικά, ταξιδέψαμε στο Ισραήλ στις 7 Ιουλίου και στις 13 Ιουλίου πραγματοποιήθηκαν οι επεμβάσεις».
Οι μεταμοσχεύσεις πραγματοποιήθηκαν με επιτυχία, με τον ιατρικό μαραθώνιο να διαρκεί περισσότερες από 12 ώρες, καθώς άρχισε στις 5 το πρωί και ολοκληρώθηκε στις 7 το απόγευμα.
Η «αλυσίδα ζωής» και ο αλτρουισμός του Ασάφ
Η κ. Παναγιώτα στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι ο δότης της κόρης της ήταν εθελοντής.
«Είναι αλτρουιστής. Δεν περίμενε κάτι ως αντάλλαγμα. Αυτό που έπραξε ο Ασάφ είναι ένα θεάρεστο έργο και είμαι ευγνώμων τόσο στον ίδιο όσο και στην οικογένειά του», μας είπε.
Ο 52χρονος Ασάφ Μορ, πατέρας τεσσάρων παιδιών, είναι Ισραηλινός, ο οποίος έζησε για πολλά χρόνια στις ΗΠΑ. Τα τελευταία χρόνια επέστρεψε στο Ισραήλ και είχε εκφράσει ενδιαφέρον να γίνει δότης.
Σύμφωνα με τη μητέρα της Φωτεινής, «χάρη σε εκείνον συμπληρώθηκε ο κύκλος. Τον ρώτησαν, μάλιστα, αν τον ενοχλούσε να δώσει το νεφρό του σε άτομο άλλης θρησκείας, επειδή υπάρχουν ορισμένοι περιορισμοί, και εκείνος απάντησε: “Όχι, δεν με ενοχλεί καθόλου”.
»Μόλις έμαθε ότι επρόκειτο για ένα κορίτσι 16 ετών, προθυμοποιήθηκε αμέσως να δώσει το νεφρό του, καθώς η μικρότερη κόρη του έχει την ίδια ηλικία με την κόρη μου».

«Εκτός από το γεγονός ότι είμαι ευγνώμων που βρέθηκε ένας άνθρωπος για να σώσει τη ζωή του παιδιού μου, χαίρομαι που μπόρεσα κι εγώ, με τη σειρά μου, να βοηθήσω ένα νεαρό άτομο», μας λέει η κ. Παναγιώτα.
Όπως εξηγεί, έδωσε το νεφρό της στην 27χρονη Χάνα Σααμπάν, η οποία αναζητούσε επί πολλά χρόνια συμβατό δότη. Η Χάνα είχε ήδη υποβληθεί σε μεταμόσχευση με μόσχευμα από θανόντα δότη, όμως έχασε το νεφρό όταν νόσησε από COVID-19.
Στη συνέχεια, ο σύζυγος της Χάνα, Αλί, δώρισε το νεφρό του σε έναν άνδρα ονόματι Ναΐλ, ενώ η σύζυγος του Ναΐλ δώρισε το δικό της νεφρό στην Ορίτ.
Με αυτόν τον τρόπο ολοκληρώθηκε μία αλυσίδα τεσσάρων μεταμοσχεύσεων, η οποία συνέδεσε έναν Ισραηλινό δότη, μία οικογένεια από την Κύπρο και λήπτες διαφορετικών θρησκευμάτων – εβραϊκού, μουσουλμανικού και χριστιανικού.
«Αυτό που έκανα εγώ θα το έκανα για το παιδί μου έτσι κι αλλιώς. Είμαι, όμως, ευγνώμων που μπόρεσα να βοηθήσω κάποιον και που κάποιοι άνθρωποι μπόρεσαν να βοηθήσουν εμένα, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μία μεγάλη αλυσίδα και να βοηθηθούν οκτώ άνθρωποι», δήλωσε χαρακτηριστικά η κ. Φωτεινή.

Εξαιρετική η εμπειρία στα νοσοκομεία του Ισραήλ
Οι επεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν σε δύο νοσοκομεία, με τη μητέρα της Φωτεινής να εκφράζει τις ευχαριστίες της προς το ιατρικό και το υπόλοιπο προσωπικό, το οποίο, όπως είπε, ήταν «απίστευτο».
«Η εγχείρηση της μικρής πραγματοποιήθηκε στο Νοσοκομείο Schneider και η δική μου στο Beilinson, καθώς το πρώτο είναι παιδιατρικό. Και τα δύο βρίσκονται σε ένα τεράστιο συγκρότημα με πολλά νοσοκομεία. Πηγαίνω στην κόρη μου, αλλά δεν μπορώ να παραμένω για πολλές ώρες, γιατί πρέπει να ξαπλώνω.
»Τόσο η δική μου εμπειρία όσο και η εμπειρία στο νοσοκομείο της κόρης μου ήταν εξαιρετικές. Έχουμε πάει σε πολλά νοσοκομεία. Προτού μετοικήσουμε μόνιμα στην Κύπρο με τις κόρες μου, όταν ζούσαμε στην Ελλάδα, είχαμε πάει στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων και στο Νοσοκομείο Παίδων “Αγλαΐα Κυριακού” στην Αθήνα, ενώ η Φωτεινή νοσηλεύτηκε και στο Μακάρειο Νοσοκομείο.
»Αυτό, όμως, που είδα εδώ, στο Ισραήλ –χωρίς να θέλω να μειώσω τους δικούς μας– είναι κάτι απίστευτο. Η ευγένεια και η εξυπηρέτηση, από τον καθαριστή μέχρι τον γιατρό, ήταν εξαιρετικές».
«Τους θεωρώ οικογένειά μου»
Όσον αφορά τη συνέχεια και την κατάσταση της υγείας τους, η Φωτεινή και η μητέρα της αναρρώνουν στο Ισραήλ και ανυπομονούν να επιστρέψουν στην Κύπρο.
Η κ. Παναγιώτα έλαβε εξιτήριο την περασμένη Πέμπτη, ενώ η κόρη της εξακολουθεί να νοσηλεύεται.
Όπως λέει, «πρέπει να παραμείνουμε για ένα μήνα στο Ισραήλ, τόσο για παρακολούθηση όσο και για μία επαναληπτική επέμβαση που χρειάζεται να γίνει. Εάν όλα πάνε καλά, θα μπορέσουμε να επιστρέψουμε στο σπίτι μας σύντομα».
Ερωτηθείσα για τη Φωτεινή, μας είπε ότι «είναι ένα χαρούμενο παιδί, το οποίο περίμενε με χαρά να πραγματοποιηθεί η διαδικασία. Είναι καλύτερα. Οι πρώτες ημέρες ήταν δύσκολες, καθώς επρόκειτο για ένα επίπονο χειρουργείο. Είμαστε, όμως, σε καλό δρόμο. Αναρρώνουμε και ανυπομονούμε να επιστρέψουμε στο σπίτι μας».
Αναφερόμενη στους υπόλοιπους δότες και λήπτες που συμμετείχαν στην αλυσίδα των μεταμοσχεύσεων, είπε ότι διατηρούν επαφή με όλους και ότι πλέον τους θεωρεί οικογένειά της.
«Ελπίζουμε την επόμενη φορά που θα έρθουμε στο Ισραήλ να είναι για διακοπές και για να δούμε τους καινούργιους μας φίλους και όχι για ιατρικούς σκοπούς, γιατί ταλαιπωρούμαστε εδώ και χρόνια».
Τα κακώς έχοντα στην Κύπρο…
Καταληκτικά, η κ. Βάρελη τόνισε ότι κάτι πρέπει να γίνει και στη δική μας χώρα σε σχέση με την αλτρουιστική δωρεά οργάνων, ώστε οι δωρεές να μην προέρχονται μόνο από θανόντες δότες.
»Δεν είναι δυνατόν, εν έτει 2026, να μην επιτρέπεται η αλτρουιστική δωρεά νεφρού, ήπατος ή οποιουδήποτε άλλου οργάνου μπορεί να δοθεί με τη θέληση ενός ανθρώπου. Είναι ζήτημα ζωτικής σημασίας. Δεν υπάρχει επαρκής ενημέρωση για τη δωρεά οργάνων στην Κύπρο και ο κόσμος δεν είναι εξοικειωμένος με αυτήν».
Το δεύτερο ζήτημα που θέλησε να θίξει είναι ότι «δεν είναι δυνατόν ολόκληρη η Κύπρος να διαθέτει μόνο δύο παιδονεφρολόγους».
Όπως είπε, «θα ήταν ευχής έργον να μπορούσε αυτή η εξαίρετη ομάδα από το Ισραήλ να έρχεται στην Κύπρο, όπως συνέβαινε παλαιότερα».